- Advertisement -

Εκεί που παίρνουν ακόμη δραχμές

Εκεί που παίρνουν ακόμη δραχμές
2

- Advertisement -

Thalassa

Υπάρχουν κάποιοι προορισμοί διακοπών που τους επισκέπτεσαι μόνο με χρονομηχανή. Ας πούμε στη Βόρεια Εύβοια, στις ακτές της Θεσσαλίας ή της Ροδόπης. Εκεί αισθάνεσαι ότι θα βάλεις το χέρι στην τσέπη και θα βγάλεις δραχμές. Θα ρίξεις εικοσάρικο στο παιχνίδι του επαρχιακού λούνα παρκ με τον τρεμάμενο φωτισμό και τα ξεχασμένα σουξέ στα ηχεία. Θα πάρεις σουβλάκι παντρεμένο με μία φέτα ψωμί και λαδορίγανη.

Μαλλί της γριάς. Ίσως και ένα ΒΙΠΕΡ από καρότσι, τυπωμένο σε πολυτονικό. Είναι τόποι που έχουν ακόμα κεντρική περατζάδα, εκεί που κάποτε ανέβαινε όλο το νυφοπάζαρο. Και οι άνθρωποι την οργώνουν νωχελικά με σαγιονάρες που τρίβονται στο οδόστρωμα. Περπατούν εκεί, πάνω – κάτω, ζευγάρια της τρίτης ηλικίας, αλλά και νεαρά που ήρθαν από το χωριό και τώρα σπρώχνουν το καρότσι με το μωρό.

Πιτσιρίκια που αμολύθηκαν ανέμελα από τους γονείς, παρέες κοριτσιών δεμένες μεταξύ τους χέρι με χέρι, έφηβοι που επιδεικνύονται με γκαρίσματα. Οι ταβέρνες έχουν λογικές τιμές και σπιτικές πατάτες. Το ζαχαροπλαστείο σερβίρει λουκουμάδες. Και τα δωμάτια είναι σε κάτι τριώροφα του ’70 με λαχανί πλακάκια στο μπάνιο, ξύλινα κρεβάτια που τρίζουν, πολυκαιρισμένα σεντόνια που είναι σχεδόν χάρτινα και σκληρά μαξιλάρια.

Έχουν και έναν καθρέφτη μέσα σε ξύλινο πλαίσιο. Και γύρω του βλέπεις τα απομεινάρια κουνουπιών – το πρώτο μπορεί να σκοτώθηκε από μία «Αυριανή». Στο μπαλκόνι, η πλαστική λευκή καρέκλα έχει πάρει εκείνη την άγρια υφή που σου γρατζουνάει τα πόδια. Δεν την έχουν αλλάξει και ας περνάει κάθε μέρα ο τύπος με χίλιες καρέκλες στην καρότσα. Πάνω στα σκουριασμένα κάγκελα, το απλωμένο μαγιό στάζει αργά.

Ακούς μια μάνα που φωνάζει στα παιδιά της. Ένα ζευγάρι να μαλώνει. Την αγριοφωνάρα που πουλάει καρπούζια.

Ξέρετε γιατί αυτοί οι τόποι επιβιώνουν τουριστικά; Δεν είναι μόνο οι χαμηλές τιμές. Είναι και που δεν πουλάνε εμπειρίες. Δεν υπόσχονται «μοναδικές στιγμές». Δεν ανήκουν σε λίστα με τα δέκα καλά φυλαγμένα μυστικά του καλοκαιριού. Απλώς φιλοξενούν ανθρώπους που θέλουν λίγες μέρες ησυχίας. Αυτό το εκτιμούν οι λίγοι. Όχι πως οι πολλοί έχουν άδικο. Μια χαρά είναι και τα κοσμοπολίτικα. Διότι εκεί έχει ουρές.

Και στις ουρές στοχάζεσαι. Μπαίνεις στο ζαχαροπλαστείο που δίνει παγωτό με καραμελωμένη, αλατισμένη σοκολάτα. Έχει κόσμο. Κοιτάζεις στο πάτωμα και είναι σαν να βλέπεις σαρανταποδαρούσα με Birkenstock. Εκτιμάς από την αρχή την αξία του ηλιοβασιλέματος βλέποντας τα πλήθη με υψωμένα κινητά, σαν ένας τελετουργικός αποχαιρετισμός στον ήλιο. Και βλέπεις μόνο υπέροχα κορμιά.

Υπάρχουν κοσμικά beach bar που αν δεν είσαι κατά το πρέπον γραμμωμένος σε χρεώνουν διπλή τιμή, πληρώνει ξαπλώστρα και η κοιλιά σου. Και γύρω σου αναπτύσσεται μία γκαλερί σάρκινων αγαλμάτων που εκτίθενται με θράσος στον ήλιο, σαν να τον προκαλούν.

Στους τόπους που επισκέπτεσαι με χρονομηχανή δεν κοιτάζεις τα κορμιά στην παραλία. Δεν τα ποθείς μήτε τα φθονείς. Και δεν προσέχεις καθόλου τι τρως. Θα φας το καρπουζάκι έτσι όπως έρχεται με την παχυλή μύγα δίπλα στο κουκούτσι. Αν ήσουν αλλού θα έπαιρνες μάνγκο με σορμπέ παγωτό και σφηνάκι βιολογικής μαστίχας με ζαχαρωμένο στόμιο. Αλλά δεν μπορείς να τα έχεις όλα.

Τα μέρη των παλιών διακοπών διατηρούν με τα κοσμοπολίτικα την ίδια σχέση που έχει το παλιό σου Nokia με το smartphone. Προσφέρουν τα απολύτως απαραίτητα, δηλαδή τα ουσιαστικά. Θα μου πείτε ότι είναι μία Ελλάδα ξεχασμένη που δεν κατάφερε να ακολουθήσει το ρεύμα. Μία επαρχία πολύ μακριά από την πρωτεύουσα, ένα ρούχο που έχει φύγει από τη μόδα. Δεν θα διαφωνήσω.

Και η αμμουδιά μπορεί να μην είναι χρυσή και η θάλασσα να έχει τη θολούρα της. Αλλά έτσι όπως πέφτει το σκοτάδι και ανάβει η λάμπα στο καρότσι με τα καλαμπόκια, έρχεται μία γοητευτική μελαγχολία για να σε πάρει μαζί της στη βόλτα.

- Post Down -

Comments are closed.