- Advertisement -

Οχι μόνο γεννήθηκε το ελληνικό αλφάβητο τρεις αιώνες νωρίτερα από όσο πιστεύαμε έως σήμερα, αλλά χάνει και τον τίτλο της «μήτρας» των δυτικών, αλλά και εκείνων της Μικράς Ασίας;
Την ανατρεπτική αυτή θεωρία παρουσιάζει απόψε η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν και επικεφαλής του προγράμματος «Από το Αλεφ στο Αλφα: Η διάδοση και η εξέλιξη της αλφαβητικής γραφής σε ολόκληρη τη Μεσόγειο» Βιλεμίν Βαάλ σε ομιλία της στο Ολλανδικό Ινστιτούτο της Αθήνας υπό τον τίτλο «Η πραγματική ηλικία του ελληνικού αλφαβήτου. Επανεξέταση της μετάδοσης της αλφαβητικής γραφής από την “Ανατολή” στη “Δύση”».
Η κρατούσα θεωρία βασίζεται στην κλασική παράδοση και στις μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, όπως ο Ηρόδοτος, ο οποίος απέδιδε την εισαγωγή της γραφής στην Ελλάδα στον πρίγκιπα της Φοινίκης Κάδμο και στα περίφημα φοινικήια γράμματα. Σύμφωνα με το παραδοσιακό αφήγημα, μετά την κατάρρευση της Υστερης Εποχής του Χαλκού και την εξαφάνιση της συλλαβικής Γραμμικής Β’ γύρω στο 1200 π.Χ., ο ελλαδικός χώρος πέρασε σε έναν «σκοτεινό αιώνα» αναλφαβητισμού διάρκειας τριακοσίων ετών.
Γύρω στο 800 π.Χ., οι Ελληνες φέρεται να ήρθαν σε επαφή με τους Φοίνικες, να δανείστηκαν το σύστημά τους, να το εμπλούτισαν με φωνήεντα και να το διέδωσαν αστραπιαία σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Η δρ Βαάλ εκτιμά ότι οι λέξεις που περιέχουν τον όρο «φοίνιξ» δεν είναι απαραίτητο να συνδέονται με τη Φοινίκη και τους κατοίκους της, αλλά ότι θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε «φοινικόδεντρο» ή «φύλλα φοίνικα», που χρησιμοποιούνταν ως υλικά γραφής.
Από τις αρχές κιόλας του 8ου αιώνα π.Χ., οι ελληνικές επιγραφές δεν εμφανίζουν μια ενιαία γραφή, αλλά μια τεράστια γεωγραφική ποικιλία με τριάντα τρεις διαφορετικές τοπικές παραλλαγές. Μια τόσο ραγδαία διασπορά και διαφοροποίηση μέσα σε ελάχιστο χρόνο θεωρείται στατιστικά και ιστορικά απίθανη.
Επιπλέον, τα αρχαϊκά χαρακτηριστικά των πρώτων ελληνικών επιγραφών έρχονται σε αντίθεση με τη φοινικική τυποποίηση. Οι αρχαιότερες ελληνικές επιγραφές δεν είχαν σταθερή κατεύθυνση γραφής – γράφονταν άλλοτε από δεξιά προς τα αριστερά, άλλοτε από αριστερά προς τα δεξιά και άλλοτε βουστροφηδόν –, ακριβώς όπως τα παλαιότερα δυτικοσημιτικά κείμενα πριν από το 1050 π.Χ., εποχή κατά την οποία οι Φοίνικες είχαν ήδη σταθεροποιήσει τη γραφή τους αποκλειστικά από δεξιά προς τα αριστερά.
Το γεγονός ότι οι Ελληνες φαίνεται να υιοθέτησαν ένα φαινομενικά πιο «πρωτόγονο» σύστημα, χρησιμοποιώντας παράλληλα διαχωριστικά λέξεων που απουσίαζαν από τα μεταγενέστερα φοινικικά κείμενα, συνηγορεί υπέρ μιας πολύ πρωιμότερης επαφής.
Πριν από το 1050 π.Χ.
Η νέα μελέτη τοποθετεί την εισαγωγή της γραφής στον ελλαδικό χώρο γύρω ή πριν από το 1050 π.Χ., δηλαδή αιώνες πριν από τις πρώτες σωζόμενες επιγραφές σε ανθεκτικά υλικά. Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται σε έναν συνδυασμό επιγραφικών, γλωσσολογικών και αρχαιολογικών δεδομένων, καθώς και σε νέες ραδιοχρονολογήσεις με άνθρακα-14 (14C).
Όπως συνέβη σε ολόκληρη την αρχαία Εγγύς Ανατολή, τα πρώτα στάδια της γραφής κυρίως διοικητικού και οικονομικού χαρακτήρα εξυπηρετούνταν μέσω φθαρτών υλικών, όπως ο πάπυρος, το ξύλο και τα φύλλα, τα οποία δεν θα μπορούσαν να διασωθούν κάτω από τις κλιματολογικές συνθήκες της Ελλάδας. Η εμφάνιση επιγραφών σε πέτρα και κεραμική τον 8ο αιώνα π.Χ. δεν σηματοδοτεί τη γέννηση της γραφής, αλλά τη στιγμή που η χρήση της επεκτάθηκε και σε σκληρά υλικά.
Στο ίδιο πλαίσιο, αμφισβητείται ευθέως ο ρόλος του ελληνικού αλφαβήτου ως της «μητέρας» όλων των υπόλοιπων δυτικών γραφών, όπως των ανατολικών (φρυγικών, λυδικών, καριανών) και των ιταλικών ή ιβηρικών παραδόσεων.
Νεότερες ανασκαφές και η επαναχρονολόγηση των πρώτων φρυγικών επιγραφών γύρω στο 800 π.Χ. δείχνουν ότι αυτές είναι σύγχρονες ή ακόμη και παλαιότερες από τις αντίστοιχες ελληνικές. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με κοινά γλωσσικά στοιχεία και σύμβολα που δεν απαντώνται στην ελληνική γραφή, οδηγεί τους ερευνητές σε ένα νέο μοντέλο: τόσο τα δυτικά όσο και τα αλφάβητα στη Μικρά Ασία δεν προέρχονται αποκλειστικά από το ελληνικό, αλλά φαίνεται να συγκλίνουν σε έναν κοινό, ανώνυμο πρόγονο, με αποτέλεσμα να αλλάζει η «συγγένεια» μεταξύ τους, με το ελληνικό να παύει πλέον να είναι η «μητέρα» των άλλων, αλλά να συνδέεται μαζί τους με «αδελφική» σχέση.
Comments are closed.