- Advertisement -

Τι συμβαίνει στην Αμερική και η ιλαρά έχει επιστρέψει με τέτοια σφοδρότητα, που σχεδόν τείνει να… σβήσει τα επιτεύγματα της σύγχρονης ιατρικής; Πόσο πιθανό θα ήταν να συμβεί κάτι αντίστοιχο στην Ευρώπη και συνεπακόλουθα στη χώρα μας και ποιες θα ήταν οι συνέπειες;
Αυτά είναι μόνον μερικά από τα ερωτήματα που το ένθετο «Υγεία» έθεσε στον καθηγητή Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δημήτρη Παρασκευή, ενόσω η ξεχασμένη, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, αυτή ασθένεια «θερίζει» τις ΗΠΑ.
Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι η ιλαρά αποτελεί ένα από τα πιο μεταδοτικά λοιμώδη νοσήματα, καθώς κάθε άτομο που έχει μολυνθεί μπορεί να μεταδώσει τον ιό σε 12 έως 18 ευάλωτα άτομα.
Και η εμπειρία έχει δείξει ότι εάν εντοπίσει κάποια ρωγμή στο τείχος ανοσίας, το εκμεταλλεύεται χωρίς καθυστερήσεις για να εισέλθει στην κοινότητα. «Για να ανακοπούν η μετάδοση και η πιθανότητα επιδημικών εκρήξεων, απαιτείται εμβολιαστική κάλυψη περίπου 95% με δύο δόσεις εμβολίου. Οταν η κάλυψη μειωθεί κάτω από αυτό το όριο, ο ιός μπορεί να μεταδοθεί εύκολα και ιδιαίτερα σε ομάδες πληθυσμού με τα μικρότερα ποσοστά ανοσίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν το πιο εύγλωττο παράδειγμα», τονίζει ο κ. Παρασκευής.
Για την ιστορία, η χώρα είχε εξαλείψει την ιλαρά από το 2000. Τι σημαίνει αυτό; Οχι ότι ο ιός εξαφανίστηκε εντελώς και παγκοσμίως, αλλά ότι δεν υπήρχε συνεχής ενδογενής μετάδοση για τουλάχιστον 12 μήνες. Ομως, παρότι στην περίπτωση της Αμερικής είχαν μεσολαβήσει δύο και πλέον δεκαετίες, το 2025 καταγράφηκαν 2.289 κρούσματα – ο υψηλότερος ετήσιος αριθμός από το 1991. Εφέτος, εντούτοις, και σύμφωνα με τα στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου Νοσημάτων (CDC), τα κρούσματα ιλαράς ξεπερνούν ήδη τα 3.800.
«Τα δεδομένα του CDC αναφορικά με την εμβολιαστική κάλυψη με το εμβόλιο MMR των παιδιών σε νηπιαγωγεία, από το 2009 έως σήμερα, αναδεικνύουν ότι έως την πανδημία, η σταθμισμένη εθνική κάλυψη ήταν σταθερά περίπου στο 94-95%. Από το σχολικό έτος 2019-2020 άρχισε μια συνεχής μείωση, που έφτασε το 92,5% το 2025-2026. Συγκεκριμένα, σε 42 από τις 46 πολιτείες, η κάλυψη μειώθηκε.
Οι πολιτείες κάτω από το όριο του 95% αυξήθηκαν από 28 σε 40 και όσες βρίσκονται κάτω από το 90% από 3 σε 18.
Στην πολιτεία Αϊντάχο η κάλυψη έπεσε από 89% σε μόλις 75%. Η υποχώρηση της κάλυψης συμπίπτει χρονικά με την εμφάνιση κρουσμάτων», εξηγεί ο κ. Παρασκευής.
Και διευκρινίζει ότι σε κάθε περίπτωση ο εθνικός μέσος όρος δεν παρέχει πληροφορία αναφορικά με τους πιθανούς «θύλακες» χαμηλής κάλυψης, δηλαδή κοινότητες, σχολεία και περιοχές απ’ όπου συνήθως ξεκινούν οι επιδημικές εκρήξεις.
Πάντως και όπως ήταν αναμενόμενο, το 93% των περιστατικών ιλαράς το 2026 στις ΗΠΑ αφορoύσε ανεμβολίαστα άτομα.
Με συνέπεια οι αρμόδιες υπηρεσίες να εξετάσουν αν στις ΗΠΑ και στο Μεξικό διατηρείται το καθεστώς εξάλειψης.
Τι έχει συμβεί στην Ευρώπη
Παρόμοια με τις ΗΠΑ, στην Ευρώπη έχουν αναφερθεί επιδημικές εκρήξεις τα τελευταία έτη.
Ο καθηγητής αντλώντας δεδομένα από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό Κέντρο (ECDC) υπενθυμίζει ότι το 2024 καταγράφηκαν περισσότερα από 35.000 κρούσματα στις χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ, με τη Ρουμανία να συγκεντρώνει τα περισσότερα. Ενα χρόνο μετά, το 2025 οι καταγεγραμμένες λοιμώξεις μειώθηκαν σε 7.655, με οκτώ θανάτους σε Γαλλία, Ρουμανία και Ολλανδία.
«Ομως, παρότι το 2025 τα περιστατικά μειώθηκαν σημαντικά σε σχέση με το 2024, ο αριθμός τους ήταν σχεδόν διπλάσιος σε σχέση με το 2023. Τα μεγαλύτερα ποσοστά νόσησης αφορούσαν βρέφη κάτω του ενός έτους και παιδιά ενός έως τεσσάρων ετών.
Πρόκειται, δηλαδή, για ηλικίες που δεν είχαν προλάβει να εμβολιαστούν ή είχαν λάβει μόνο την πρώτη δόση.
Γενικότερα, το 80% των κρουσμάτων με γνωστό εμβολιαστικό ιστορικό ήταν ανεμβολίαστο», συμπληρώνει ο κ. Παρασκευής.
Τα δεδομένα για την Ελλάδα
Στο ερώτημα, δε, εάν η χώρα μας έχει βιώσει αντίστοιχη έξαρση, τα επίσημα δεδομένα δείχνουν ότι τα περισσότερα κρούσματα καταγράφηκαν την περίοδο 2017-2018. Τότε και σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, ο αριθμός των καταγεγραμμένων λοιμώξεων ήταν 8,99 και 21,33 ανά 100.000 πληθυσμού. «Στο ερώτημα πάλι, πόσο κινδυνεύει η χώρα μας και κατά πόσο η ιλαρά θα μπορούσε να προκαλέσει νέα επιδημική έξαρση, η απάντηση δίνεται από εκείνη την εμπειρία στην Ελλάδα αλλά και στις πιο πρόσφατες εξάρσεις στην Ευρώπη και ΗΠΑ, όπου η μειωμένη ανοσία έναντι της ιλαράς αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο μεταδόσεων μεταξύ του πληθυσμού και, συνεπακόλουθα, τον κίνδυνο εξάρσεων», τονίζει ο ίδιος.
Και συμπληρώνει με νόημα ότι η ιλαρά επειδή έχει πολύ υψηλή μεταδοτικότητα είναι, συνήθως, η πρώτη λοίμωξη που επανεμφανίζεται όταν η εμβολιαστική κάλυψη υποχωρεί. Λειτουργεί με άλλα λόγια ως προειδοποίηση των συνεπειών της μείωσης της ανοσίας στον πληθυσμό.
Ποιοι κινδύνοι µας απειλούν άµεσα;
Η ιλαρά, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ένα μεμονωμένο παράδειγμα. Υπενθυμίζει τι συμβαίνει όταν τα επίπεδα ανοσίας σε έναν πληθυσμό υποχωρούν. Για παράδειγμα, δεδομένης της επερχόμενης φθινοπωρινής και χειμερινής περιόδου, αναμένεται υψηλή κυκλοφορία των αναπνευστικών παθογόνων όπως η γρίπη, ο SARS-CoV-2 και ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV).
«Το σημαντικότερο μέσο προστασίας και μείωσης του κινδύνου σοβαρής νόσου και για τους τρεις αυτούς ιούς είναι ο εμβολιασμός», υπογραμμίζει ο κ. Παρασκευής. Και υπενθυμίζει ότι αυτός πρέπει να προγραμματίζεται πριν από την κορύφωση της κυκλοφορίας, ώστε να προκληθεί εγκαίρως ανοσία. Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι ιδιαίτερη μέριμνα χρειάζονται οι ευάλωτοι και συγκεκριμένα ηλικιωμένοι, άτομα με χρόνια νοσήματα, ανοσοκατεσταλμένοι και έγκυοι που διατρέχουν πολλαπλάσιο κίνδυνο σοβαρής νόσου.
«Τα μηνύματα δημόσιας υγείας είναι σαφή: Η εμπειρία των ΗΠΑ καταδεικνύει ότι η εξάλειψη μιας νόσου – που αποτελεί επίτευγμα δημόσιας υγείας το οποίο έγινε εφικτό μετά προσπάθειες δεκαετιών – απειλείται να χαθεί μέσα σε λίγα χρόνια. Ο εμβολιασμός δεν μας προστατεύει μόνο ατομικά, αλλά αποτελεί και πράξη αλληλεγγύης προς την κοινότητα και όσους δεν μπορούν να προστατευθούν μόνοι τους» καταλήγει.
Comments are closed.