Χίλντα Παπαδημητρίου στα «ΝΕΑ»: «Το παρελθόν της πόλης είναι ευθύνη όλων μας»

Αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να συνδέεται ένα τραγούδι του 1959 με μια σκοτεινή, μυστηριώδη ιστορία της σύγχρονης Αθήνας. Οι στίχοι από το τραγούδι «Οι γλάροι», σε στίχους των Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Σπύρου Περιστέρη, μουσική του Νίκου Μεϊμέρη, είναι οι πρώτες λέξεις που ανοίγουν το βιβλίο της Χίλντας Παπαδημητρίου «Κομπολόι στο χώμα». Ακολουθεί η περιγραφή μιας Αθήνας βγαλμένης από εκείνη την εποχή. Ανάμεσα σ’ εκείνη την ειδυλλιακή Αθήνα και σε αυτό που έχει μετατραπεί, αναπνέει το συγγραφικό εγχείρημά της. Αυτή η πόλη γίνεται ο καμβάς για να αποτυπωθούν πάνω του οι άνθρωποί της, τα τραύματά τους, δηλαδή οι ιστορίες τους.

Η αφηγηματική της μαεστρία δεν άφησε απ’ έξω τους αστυνομικούς γρίφους και τις καταδιώξεις, βασικούς κώδικες του είδους, αλλά δεν τους έκανε πρωταγωνιστές. Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν το πάνω χέρι και η ίδια παραδέχεται ότι αυτός ο πυρήνας – η φιλία, η αλληλεγγύη, το τι σημαίνει να στέκεσαι στα δικά σου πόδια – την ενδιαφέρει πολύ.

«Πιστεύω πάρα πολύ στις σχέσεις των ανθρώπων και ιδιαίτερα στη φιλία. Νομίζω ότι πραγματικά ενηλικιωνόμαστε όταν φύγουμε από το πατρικό μας, όταν ίσως χάσουμε τους γονείς μας και δημιουργήσουμε πραγματικούς φίλους – ανθρώπους στους οποίους στεκόμαστε και μας στέκονται. Εγώ, χάρη στους φίλους και τις φίλες μου τα έχω βγάλει πέρα. Αυτός ο πυρήνας με ενδιαφέρει πολύ. Δεν με αφορά ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που εστιάζει απλώς στην εγκληματικότητα, στους “κακούς” και στα καταδιωκτικά κυνήγια – αν και αυτά είναι εντυπωσιακά στοιχεία για να τα εντάξεις στην αφήγησή σου».

Μέσα από το βλέμμα της που παραμένει στραμμένο στις ανθρώπινες σχέσεις, ψάχνει τον δρόμο για να διερευνήσει – και το πετυχαίνει – πιο βαθιά κοινωνικά και ιστορικά ζητήματα. Χτίζει την πλοκή της ιστορίας της γύρω από ένα τοπόσημο της πόλης το οποίο κουβαλάει αστραφτερές μέρες της ελληνικής δισκογραφίας: το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της Columbia. Η σχέση της άλλωστε με τον χώρο είναι βιωματική, αφού η συγγραφέας έζησε εκ των έσω τη χρυσή εποχή της ελληνικής δισκογραφίας μέχρι και τη δεκαετία του ’90, διατηρώντας το δικό της δισκάδικο μέχρι το 1995.

Το απαξιωμένο κτίριο της Columbia δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό της μυθοπλασίας, αλλά ένα υπαρκτό, πολιτισμικό έγκλημα απέναντι στη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.

«Στον 21ο αιώνα διαλύθηκαν πάρα πολλά πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα – όπως το ότι τη μουσική την ακούμε μέσα από ένα φυσικό αντικείμενο, είτε βινύλιο, είτε CD, είτε κασέτα. Διαλύθηκε η μουσική βιομηχανία διεθνώς, όχι μόνο στην Ελλάδα. Εγώ το έζησα αυτό από κοντά και είδα πώς άλλαξε τελείως ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη μουσική, την αισθητική των εξωφύλλων, αλλά και τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Κάποτε, για να γίνεις τραγουδιστής, εκτός από ωραία φωνή και τραγούδια, έπρεπε να διαθέτεις προσωπικότητα».

Η Χίλντα Παπαδημητρίου συνδέει την αφήγησή της με την ευρύτερη αδιαφορία της πολιτείας για τα τοπόσημα της Αθήνας, τη βίαιη αστική αλλαγή και το gentrification που μετατρέπει τους χώρους μνήμης σε πολυκατοικίες και τουριστικά καταλύματα. «Γενικά θεωρώ ότι δεν υπάρχει σεβασμός στο παρελθόν και στα τοπόσημα της πόλης: στους κινηματογράφους, στο κτίριο της Columbia, στα ιστορικά βιομηχανικά κτίρια στη Νέα Ιωνία ή τα Ανω Πατήσια. Μιλάμε για τον χώρο στον οποίο έγραψαν ο Τσιτσάνης, η Μπέλλου, ο Βαμβακάρης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Παπαϊωάννου. Αυτόν τον χώρο τον έσωσαν οριακά οι κάτοικοι που κατέβηκαν και μπλόκαραν τις μπουλντόζες. Το παρελθόν μιας πόλης είναι ευθύνη όλων μας».

Οι δύο ήρωες

Οταν η συζήτηση στρέφεται στη δόμηση των χαρακτήρων, η Χίλντα Παπαδημητρίου παραδέχεται πως η διοχέτευση προσωπικών βιωμάτων στη λογοτεχνία κρύβει παγίδες, καθώς είναι εύκολο για έναν συγγραφέα να πέσει στην αυτοεξιδανίκευση. Η ίδια προτίμησε να αποδομήσει τον εαυτό της και να μοιράσει στοιχεία της προσωπικότητάς της στους δύο κεντρικούς ήρωές της: τον Χάρη Νικολόπουλο και την αστυνόμο Αΐντα. Είναι το ιδανικό αντίβαρο απέναντι σε αυτόν τον χαμηλών τόνων, μοναχικό και ακέραιο χαρακτήρα. Εξηγώντας τη σχέση των δύο ηρώων της, λέει: «Οταν έγραφα το “Ενοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου”, έβαλα τον Χάρη να παίρνει πρόωρη σύνταξη, επειδή δεν άντεχε άλλο το κλίμα εκείνης της περιόδου. Η Αΐντα, όμως, το αντέχει. Αρνείται την εξουσία, την ιεραρχία, διεκδικεί τον χώρο της, δεν “μασάει”. Θα ήθελα κι εγώ να είμαι περισσότερο σαν εκείνη. Μου αρέσει που δεν ταιριάζει στις κοινωνικές νόρμες».

Παρατηρώντας κανείς τον τρόπο που η Χίλντα Παπαδημητρίου διαχειρίζεται τους χαρακτήρες της, μπορεί να διακρίνει την ηθική στάση απέναντι στη δημιουργία. Πρωτίστως την απασχολεί η ολοκληρωτική αφοσίωση σε αυτό που υπηρετεί. Οι ήρωες των ιστοριών δεν μένουν αλώβητοι. Δοκιμάζονται μέσα από την απώλεια και την ευαλωτότητα. Η ίδια θεωρεί πως μόνο έτσι αποκαλύπτεται ο πραγματικός τους πυρήνας. «Η αρρώστια και η ανημποριά των ανθρώπων που αγαπάμε και πρέπει να φροντίσουμε είναι που μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους και μας μαθαίνουν πολλά πράγματα, και κυρίως να μη θεωρούμε οτιδήποτε δεδομένο. Αν έχω πάρει ένα μάθημα από τη ζωή μέχρι τώρα, είναι ότι το μόνο σίγουρο πράγμα είναι οι απώλειες. Ηθελα, λοιπόν, να υπάρχει κάτι τρανταχτό μέσα στο βιβλίο που να ταρακουνήσει τους ήρωες». Συγκλονισμένοι, μετατοπισμένοι, γράφουν την τελευταία σκηνή του βιβλίου, αλλά είναι αγκαλιασμένοι και τραγουδούν «Νο retreat, baby, no surrender» (του Μπρους Σπρίνγκστιν). Ολα μ’ ένα τραγούδι ξεκινούν και μ’ ένα τραγούδι τελειώνουν.