Η εισβολή του «θλιμμένου κοριτσιού» στην ποπ μουσική

Η αποκαλούμενη «αισθητική του θλιμμένου κοριτσιού» (sad girl aesthetic), που γεννήθηκε και γιγαντώθηκε μέσα στη διαδικτυακή κουλτούρα της πλατφόρμας Tumblr στις αρχές της δεκαετίας του 2010, έχει πλέον εγκαταλείψει τα σκοτεινά δωμάτια, τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες και τα διαδικτυακά ημερολόγια, για να κατακτήσει τα charts και τις μεγαλύτερες συναυλιακές αίθουσες.

Το 2026 μοιάζει να επιβεβαιώνει οριστικά αυτή τη μετάβαση. Η Γκρέισι Εϊμπραμς κυκλοφόρησε το τρίτο άλμπουμ της, «Daughter from Hell», η Φίμπι Μπρίτζερς επιστρέφει στη σόλο δισκογραφία έπειτα από έξι χρόνια, ενώ η Λάνα Ντελ Ρέι παραμένει η αδιαμφισβήτητη «βασίλισσα» μιας ποπ που δεν αισθάνεται υποχρεωμένη να δείχνει διαρκώς αισιόδοξη.

Η μεγάλη αλλαγή δεν αφορά απλώς τον ήχο. Αφορά το τι επιτρέπεται πλέον να είναι μια γυναίκα μέσα στην ποπ μουσική: αβέβαιη, θυμωμένη, ευάλωτη, ακόμη και παγιδευμένη σε συναισθήματα που δεν οδηγούν απαραίτητα σε ένα αισιόδοξο φινάλε.

Εν αρχή ην η Λάνα Ντελ Ρέι

Το πρώτο μεγάλο σημείο καμπής ήρθε το 2011 με το «Video Games» της Λάνα Ντελ Ρέι. Το βίντεο έμοιαζε με κολάζ αναμνήσεων από μια Αμερική που ίσως δεν υπήρξε ποτέ: παλιές εικόνες του Χόλιγουντ, φοίνικες, αγόρια με skateboard, θολά πλάνα και μια διάχυτη αίσθηση νοσταλγίας.

Την εποχή που η εμπορική ποπ επένδυε στα χορευτικά τραγούδια, στους εκρηκτικούς ρυθμούς και στα συνθήματα αυτοπεποίθησης, η Ντελ Ρέι επέλεγε να τραγουδά για συναισθηματική εξάρτηση, απογοήτευση και έρωτες που δεν οδηγούσαν πουθενά. Και, κυρίως, δεν υποσχόταν ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά.

Αυτό ήταν σχεδόν προκλητικό. Η τραγουδίστρια κατηγορήθηκε ότι εξιδανικεύει μια παθητική, εξαρτημένη γυναικεία ταυτότητα. Ωστόσο, η γοητεία της βρισκόταν ακριβώς στο γεγονός ότι αρνιόταν την υποχρέωση της ποπ σταρ να είναι διαρκώς δυνατή και χαμογελαστή.

Παράλληλα, στο Tumblr διαμορφωνόταν μια ολόκληρη οπτική γλώσσα της γυναικείας θλίψης: ακατάστατα δωμάτια, μαραμένα λουλούδια, φωτογραφίες με κόκκο, αποσπάσματα από ταινίες της Σοφία Κόπολα, στίχοι της Σίλβια Πλαθ και τραγούδια της Λάνα Ντελ Ρέι. Για πολλές έφηβες, αυτή η αισθητική αποτέλεσε έναν τρόπο να δώσουν μορφή σε συναισθήματα που μέχρι τότε θεωρούνταν υπερβολικά ή ενοχλητικά.

Το 2014 η καλλιτέχνις Οντρεϊ Γούλεν διατύπωσε τη λεγόμενη «θεωρία του θλιμμένου κοριτσιού» (sad girl theory). Η βασική της ιδέα ήταν ότι η δημόσια διαμαρτυρία έχει ιστορικά συνδεθεί με «ανδρικούς» κώδικες – θόρυβο, δράση, ηρωισμό – και ότι ακόμη και η γυναικεία θλίψη μπορεί να αποτελέσει μορφή αντίστασης. Η «sad girl» έγινε έτσι, κατά κάποιον τρόπο, το αντίθετο της «girl boss»: δεν χρειάζεται να μετατρέπει κάθε αποτυχία σε μάθημα επιτυχίας.

Η μελαγχολία γίνεται mainstream

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010 αυτή η αισθητική άρχισε να περνά από το εναλλακτικό στο mainstream. Η Μπίλι Αϊλις, η Κλάιρο και αργότερα η Ολίβια Ροντρίγκο έκαναν την εσωστρέφεια κεντρικό στοιχείο της ποπ.

Η φωνή ήρθε πιο κοντά στο μικρόφωνο, οι παραγωγές έγιναν πιο λιτές και οι στίχοι άρχισαν να μοιάζουν περισσότερο με σκέψεις που κάποιος δεν θα τολμούσε εύκολα να πει δυνατά. Αντί για τις μεγαλόστομες εξομολογήσεις της παραδοσιακής μπαλάντας, μπορούσε πλέον να αρκεί μια μικρή λεπτομέρεια, μια ανασφάλεια ή μια αντιφατική σκέψη.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η αλλαγή στον τρόπο ακρόασης. Με την κυριαρχία του Spotify και των playlists, ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του 2010, μια λιγότερο εκρηκτική ποπ αποδείχθηκε απολύτως συμβατή με την ατομική ακρόαση από ακουστικά και κινητά τηλέφωνα.

Η Μπίλι Αϊλις ήταν ίσως η καλλιτέχνις που μετέτρεψε περισσότερο από κάθε άλλη αυτή την αισθητική σε παγκόσμιο φαινόμενο. Οι χαμηλόφωνες ερμηνείες της, οι παραγωγές του αδελφού της Φίνεας και η σκοτεινή εικονογραφία της στάθηκαν στον αντίποδα της παλαιότερης εικόνας της ποπ σταρ που έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύει τη δύναμή της.

Η Ολίβια Ροντρίγκο έδειξε στη συνέχεια ότι η ευαλωτότητα μπορεί να γεμίσει στάδια. Στη δική της εκδοχή, η «sad girl» δεν είναι πλέον υποχρεωμένη να ψιθυρίζει μόνη σε ένα δωμάτιο. Μπορεί να φωνάζει τις ανασφάλειές της μαζί με δεκάδες χιλιάδες θεατές.

Η θλίψη της καθημερινότητας

Η Φίμπι Μπρίτζερς αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση μετάβασης αυτής της κουλτούρας από το indie στο κέντρο της ποπ. Στο «Stranger in the Alps» του 2017 τραγουδούσε για κατάθλιψη, κηδείες, τοξικές σχέσεις και επιθυμία εξαφάνισης, χωρίς θεατρικές εξάρσεις. Η θλίψη εμφανιζόταν μέσα σε καθημερινές εικόνες: ένα φαρμακείο ανοιχτό τη νύχτα, μια διαδρομή με αυτοκίνητο, μια συνηθισμένη συνομιλία.

Με το «Punisher» το 2020 αυτό το εξομολογητικό ύφος απέκτησε πολύ μεγαλύτερο κοινό. Η επιτυχία των Μποϊτζίνιους, του συγκροτήματος που δημιούργησε μαζί με την Τζούλιεν Μπέικερ και τη Λούσι Ντέικους, και η ίδρυση της δισκογραφικής Saddest Factory έδειξαν πόσο κεντρική είχε πλέον γίνει αυτή η γλώσσα.

Η ίδια, ωστόσο, δεν αισθάνθηκε ποτέ άνετα με την ταμπέλα της «sad girl». Η αντίδρασή της αποκαλύπτει και μια βασική αντίφαση: όσο περισσότερο μια καλλιτέχνις παρουσιάζει την εσωτερική της ζωή στα τραγούδια τόσο περισσότερο ένα μέρος του κοινού πιστεύει ότι δικαιούται πρόσβαση και στην προσωπική της ζωή.

Η νεότερη γενιά

Τα όρια της αισθητικής ήδη διευρύνονται από τη νεότερη γενιά. Η Εθελ Κέιν δημιούργησε με το «Preacher’s Daughter» έναν σκοτεινό κόσμο θρησκευτικής καταπίεσης, βίας και καταστροφικής επιθυμίας, χωρίς να προσφέρει εύκολη λύτρωση. Η Χόλι Χάμπερστοουν χρησιμοποιεί τη μελαγχολική εξομολόγηση μέσα σε φωτεινότερες ποπ φόρμες, ενώ η Γκρέισι Εϊμπραμς μεταφέρει σταδιακά το ενδιαφέρον της από τις ερωτικές απογοητεύσεις στις οικογενειακές σχέσεις, στην ενηλικίωση και στις αντιφάσεις της διασημότητας.

Η επιτυχία τους δείχνει ότι η «αισθητική του θλιμμένου κοριτσιού» δεν είναι πλέον ένα συγκεκριμένο μουσικό είδος. Είναι περισσότερο μια στάση: η άρνηση της υποχρεωτικής αισιοδοξίας.

Σε αυτήν ακριβώς την άρνηση βρίσκεται και η πιθανή φεμινιστική διάσταση του φαινομένου. Για δεκαετίες οι γυναίκες της ποπ καλούνταν είτε να είναι ευχάριστες και χαμογελαστές είτε να παρουσιάζουν κάθε πληγή ως αφετηρία μιας θριαμβευτικής επιστροφής. Η νέα αισθητική τους επιτρέπει να μην έχουν ξεπεράσει τα πάντα.

Το τραύμα «πουλάει»

Υπάρχει όμως και μια παγίδα. Η μουσική βιομηχανία αποδείχθηκε εξαιρετικά ικανή στο να εμπορευματοποιεί ακόμη και την ευαλωτότητα. Εκεί όπου κάποτε απαιτούσε τελειότητα, τώρα μπορεί να απαιτεί μια προσεκτικά κατασκευασμένη ατέλεια: αρκετή θλίψη για να μοιάζει η καλλιτέχνις αυθεντική, αρκετή εξομολόγηση για να ενισχύεται η σχέση με τους θαυμαστές και αρκετό τραύμα ώστε να δημιουργείται περιεχόμενο για τα social media. Το TikTok έχει επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Ενα τραγούδι συχνά χρειάζεται πλέον να διαθέτει εκείνο το απόσπασμα που θα συνοδεύσει ένα βίντεο χωρισμού, μια προσωπική εξομολόγηση ή μια στιγμή αυτοκριτικής.

Ετσι, η κατάκτηση της ποπ από το «θλιμμένο κορίτσι» έχει δύο όψεις. Από τη μία, έκανε χώρο για τη γυναικεία αμφιβολία, την αποτυχία, τον θυμό και τη μελαγχολία. Από την άλλη, κινδυνεύει να δημιουργήσει μια νέα απαίτηση: οι γυναίκες καλλιτέχνιδες να παραμένουν πληγωμένες για να θεωρούνται αυθεντικές.