Ταντέους Νταμπρόφσκι στα «ΝΕΑ»: «Ολη η τέχνη είναι η επικαιροποίηση της ανθρωπιάς μας μέσω της γλώσσας»

Από την ερχόμενη Δευτέρα (28/9) έως την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου το 12ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών υποδέχεται 60 έλληνες ποιητές και 13 ξένους – από τον Ουκρανό Ιλία Καμίνσκι, την Κολομβιανή Αντρέα Κότε ως την Ιταλίδα Κιάρα Καταπάνο, τον Γερμανό Μίχαελ Κρούγκερ, τον Αιγύπτιο Γκιργκίς Σούκρι, τη Σέρβα Γιέλενα Ραντοβάνοβιτς, τον Περουβιανό Χάρολντ Αλβα. όλοι τους θα διαβάσουν ποιήματά τους σε λογοτεχνικές εστίες της πόλης κάτω από τον γενικό τίτλο της διοργάνωσης «Χωρίς έξοδο κινδύνου. Ποιήματα για θρυμματισμένους καιρούς». Με έμπνευση από τον πολιτιστικό πεσιμισμό, το Φεστιβάλ, όπως αναγνωρίζουν οι διοργανωτές, «επιχειρεί να είναι ρεαλιστικό, να μας επαναφέρει σ’ έναν δρόμο αναστοχασμού για το αδιέξοδο του σύγχρονου κόσμου αλλά και της ίδιας της λογοτεχνίας».

Στις 29 Σεπτεμβρίου εκδηλώσεις θα πραγματοποιηθούν στο Ινστιτούτο Θερβάντες, στο Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος (Νέα Ιωνία), στα βιβλιοπωλεία «Ζάτοπεκ» (Καλλιθέα) και «Επίκεντρο» (Αγιοι Ανάργυροι). Την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου θα διεξαχθεί μία ανοιχτή συζήτηση στο βιβλιοπωλείο Πατάκη με τους Ιλία Καμίνσκι, Ταντέους Νταμπρόφσκι και Γιάννη Δούκα, την οποία θα συντονίσει η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη.

Την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών θα πραγματοποιηθεί η τελετή λήξης με την απονομή του βραβείου Barbara Fields-Siotis – αυτή τη χρονιά είναι η σειρά ξένου ποιητή για να βραβευτεί. Μιλήσαμε για την περίσταση με τον 47χρονο πολωνό ποιητή Ταντέους Νταμπρόφσκι, από τους σημαντικότερους της γενιάς του, διευθυντή, εκτός άλλων, του διμηνιαίου λογοτεχνικού περιοδικού «Topos».

Ζείτε στο Γκντανσκ, μια πόλη που καθορίζεται από την κουλτούρα της Βαλτικής, τα μεταβαλλόμενα σύνορα και την ιστορία της «Αλληλεγγύης». Πώς διαμορφώνει το πνεύμα της πόλης την ποιητική σας δημιουργία και πώς ενσωματώνετε την ιστορική μνήμη στο έργο σας;

Η γιαγιά μου μεγάλωσε σε μια εκγερμανισμένη πολωνική οικογένεια και για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της έζησε στο Σόποτ, το οποίο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούσε μέρος της Ελεύθερης Πόλης του Γκντανσκ, ενός μορφώματος που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Η πολωνική μειονότητα στο προπολεμικό Γκντανσκ υφίστατο διακρίσεις.

Η γιαγιά, παρόλο που ήταν Γερμανίδα, αποφάσισε να μείνει στο Σόποτ μετά τον πόλεμο. Μόλις έφηβη έμαθε την πολωνική γλώσσα, διαβάζοντας την τριλογία του νομπελίστα μας Χένρικ Σιενκιέβιτς. Τα λέω αυτά για να δείξω ότι η εθνική ταυτότητα δεν χρειάζεται να είναι μονοσήμαντη, και ότι η προσωπικότητα, η προσήλωση σε ορισμένες αξίες και η εσωτερική ανεξαρτησία είναι ανώτερες της υπηκοότητας. Κατά τη διάρκεια του κύματος της «Αλληλεγγύης», η γιαγιά εκδήλωνε τον πολωνικό της πατριωτισμό συμμετέχοντας μεταξύ άλλων σε διαδηλώσεις στους δρόμους ενάντια στην κομμουνιστική εξουσία. Την απασχολούσε η τύχη της χώρας περισσότερο από πολλούς Πολωνούς.

Επαινούσε επίσης τους Γερμανούς, εφόσον είχε λόγους να το κάνει. Ηταν για μένα η ενσάρκωση της Ελεύθερης Πόλης του Γκντανσκ – έτσι όπως θα μπορούσε να είναι, αν δεν υπήρχαν η επιδίωξη της πολιτιστικής ηγεμονίας, οι διακρίσεις και η περιφρόνηση προς τους «υπηκόους». Το Γκντανσκ έχει αναμφισβήτητα μέσα του το γονίδιο της ελευθερίας, το οποίο δυστυχώς συχνά μεταλλάσσεται. Αισθάνομαι κάτοικος όχι τόσο του Γκντανσκ, όσο της Τρίπολης (σ.σ.: Trójmiasto).

Ετσι αποκαλούμε τη μητροπολιτική περιοχή που συνδέει το Γκντανσκ, το Σόποτ και την Γκντίνια, η οποία τη δεκαετία του 1920 μεταμορφώθηκε από ένα μικρό ψαροχώρι σε ένα σύγχρονι λιμάνι, επίκεντρο του μοντερνισμού και σύμβολο των φιλοδοξιών της πολωνικής κοινωνίας. Η πολωνικότητα της Γκντίνια και η πολυπολιτισμικότητα του Γκντανσκ κάνουν κάποιον να αναπνέει εδώ ελεύθερα και να μη χρειάζεται να μοιάζει σε κανέναν. Δεν έχουμε εδώ ομάδες που αλληλοεξοντώνονται. Η εγγύτητα της θάλασσας επίσης συνιστά ένα μυστικιστικό στοιχείο. Δρα σαν εξομολόγηση. Παίρνει τον πόνο και τις τοξίνες. Και μαθαίνει πώς να τα βγάζεις πέρα με την απόγνωση και την απώλεια.

Η πολωνική λογοτεχνία έχει συχνά επιβαρυνθεί από τον εθνικό ρομαντισμό. Από το «Μαύρο Τετράγωνο» έως το «Αυτό είναι μια πίπα» η ποίησή σας χαρακτηρίζεται για την ειρωνεία, το παιγνιώδες στοιχείο και την υπαρξιακή οικειότητα. Πώς τιμάτε την πλούσια ποιητική παράδοση της Πολωνίας διατηρώντας παράλληλα το έργο σας σύγχρονο;

Είναι αλήθεια ότι ο ρομαντισμός ορίζει ένα μεγάλο μέρος του πολιτισμού μας. Ωστόσο, ακούγοντας τη λέξη «ρομαντισμός», μπορεί κανείς να αποκομίσει την εντύπωση ότι πρόκειται για εύκολο συναισθηματικό ή εξωραϊσμό. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από την αλήθεια. Στον πολωνικό ρομαντισμό υπήρχαν πολλά πνευματικά επίπεδα, από τον καθολικισμό έως τον δαιμονισμό.

Η ειρωνεία δε, στην οποία αναφέρεσαι σε σχέση με τα ποιήματά μου, ήταν ένας από τους πυλώνες της ρομαντικής θέασης του κόσμου. Δεν είχε καμία σχέση με τον σύγχρονο σαρκασμό, ήταν – όπως και η τραγική ειρωνεία – η αντίδραση του ανθρώπου απέναντι στο μυστήριο. Το πιο σημαντικό όμως στον ρομαντισμό ήταν η ευαισθησία στη μεταφυσική φόδρα της ύπαρξης. Νομίζω ότι όλα αυτά – παλλόμενα – υπάρχουν και στα ποιήματά μου. Πιστεύω ότι και σήμερα μπορεί κανείς να διεκδικεί, μέσω της ποιητικής γλώσσας, την πνευματική διάσταση και να αναμετράται με τους δαίμονες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται μέσα μας.

Οι μεταφυσικές ορέξεις – ή η έλλειψή τους – και τα αξιολογικά διλήμματα μπορούν απολύτως να εκφραστούν σε ένα σύγχρονο ποίημα. Ολη η τέχνη συνίσταται στο να επικαιροποιούμε την ανθρωπιά μας μέσα στη γλώσσα. Αλλωστε, πιστεύω ότι η γλώσσα της ποίησης είναι από τη φύση της σύγχρονη. Η ποίηση είναι ο σεισμογράφος των νοητικών και πνευματικών μεταλλαγών, οι οποίες σε κοινωνικό ή πολιτικό επίπεδο θα δώσουν αποτύπωμα αργότερα. Είναι το πιο ευαίσθητο όργανο, χάρη στο οποίο μπορούμε να μάθουμε ποιοι είμαστε.

Στη συλλογή δοκιμίων σας «Στη Μεταφορά» αναλύετε ακριβώς πώς λειτουργεί η ποιητική γλώσσα. Τι μπορεί να επιτύχει μια μεταφορά απέναντι στη ρητορεία, την πολιτική ή την τεχνοκρατική γλώσσα;

Η μεταφορά μάς φέρνει πιο κοντά στην πραγματικότητα. Ζούμε σε εποχές στις οποίες η πραγματικότητα και η αλήθεια ελάχιστους πλέον ενδιαφέρουν. Οι υπαρξιστές έκαναν το είναι αφόρητα ελαφρύ, ενώ η πένα των μεταδομιστών το εξάτμισε εντελώς, μετατρέποντάς το σε κείμενο λειτουργικό, σε προϊόν ύφους. Ακριβώς αυτό το έλλειμμα πραγματικότητας επιτρέπει στον κόσμο να κυριευθεί από τα φαντάσματα. Δεν έχει σημασία τι υπάρχει, σημασία έχει τι εμφανίζεται. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο διορίστηκε πρόσφατα στη χώρα μου μια υπουργός για τη συλλογική μας πολωνική εικόνα, η οποία, ως διά μαγείας, υποτίθεται ότι θα έκανε ολόκληρο τον κόσμο να πιστέψει στον χαμογελαστό, επιχειρηματικό, προοδευτικό και κοσμοπολίτη Πολωνό. Σαν να μην είχε το δικαίωμα μια κοινωνία 38 εκατομμυρίων ανθρώπων να είναι ο εαυτός της, με τη διαφορετικότητά της, τα ελαττώματα και τα προτερήματά της, το χαμόγελο και τη μιζέρια, τον φιλευρωπαϊκό της προσανατολισμό και τον επαρχιωτισμό της. Ακριβώς αυτό το έλλειμμα πραγματικότητας «βαφτίζει» τον πόλεμο «ειδική στρατιωτική επιχείρηση». Τα λέω όλα αυτά για να τονίσω ότι η μεταφορά, αντίθετα με τις ευρέως διαδεδομένες πεποιθήσεις, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη φυγή από την πραγματικότητα, απεναντίας – προσφέρει την επιστροφή σε αυτήν, μας ριζώνει στην αλήθεια ή τουλάχιστον πυροδοτεί μέσα μας την πείνα για αυτήν.

Οι πολωνοί συγγραφείς είχαν πάντα επίγνωση των ρωσικών μετα-αυτοκρατορικών φιλοδοξιών. Υπό το φως του συνεχιζόμενου πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία, πώς έχει εξελιχθεί η άποψή σας για την περίφημη «ευθύνη του ποιητή»;

Τα ζητήματα που αγγίζει η ποίηση είναι εξωπολιτικά. Δεν έχω ακούσει ποτέ να κατάφερε κανείς να διευθετήσει τίποτα στην πολιτική ή την οικονομία με ένα καλό ποίημα. Η ποίηση που προσπαθεί να διευθετήσει κάτι – για παράδειγμα να γίνει γέφυρα μεταξύ των λαών – μετατρέπεται σε διπλωματία, δημοσιογραφία, προπαγάνδα. Αν θέλει να μας διδάξει τη ζωή, μετατρέπεται σε κήρυγμα. Η λογοτεχνία δεν είναι γέφυρα που μπορεί πάντα να σηκωθεί όταν πλησιάζουν οι βάρβαροι. Είναι, όμως, αέρας, μια συνάντηση στο έδαφος της βαθύτερης εμπειρίας του εαυτού και του άλλου. Οσο πιο βαθιά εισχωρήσουμε μέσα μας, τόσο πιο καθαρά θα διακρίνουμε ότι μας ενώνουν περισσότερα απ’ όσα μας χωρίζουν. Οτι στα βάθη της ύπαρξης και της γλώσσας, εκεί όπου τελειώνουν οι λέξεις, στη σιωπή – είμαστε ένα. Η λογοτεχνία δεν θα χτίσει καμία γέφυρα για εμάς και αντί για εμάς, αλλά μπορεί να είναι μια σκάλα με την οποία θα κατεβούμε στα έγκατα του εαυτού μας. Μόνο από εκεί θα δούμε στ’ αλήθεια τον άλλον άνθρωπο.

Σε ολόκληρη την Ευρώπη, και ειδικότερα στην Πολωνία, έχουμε γίνει μάρτυρες της ανόδου ενός λαϊκιστικού εθνικισμού που συχνά εργαλειοποιεί την πολιτιστική νοσταλγία. Ως κριτικός και ποιητής, πώς «διαβάζεις» αυτό το πολιτικό κύμα;

Το πρόβλημα είναι ευρύτερο: ο λαϊκισμός εισβάλλει εκεί όπου δεν υπάρχουν πλέον αξίες. Εκεί όπου εκλείπει η μέριμνα για την αλήθεια και ο σεβασμός στη ζωή. Καθώς και η ντροπή. Ο λαϊκισμός μπαίνει στον κενό χώρο όταν έχουν ακυρωθεί οι αξίες. Σχετικοποιώντας την αλήθεια, το καλό και το κακό ή θεωρώντας την εντιμότητα ένα είδος βλακείας, στέλνοντας τη συνείδηση στα αζήτητα, πρέπει να υπολογίζουμε στο ότι η κοινωνία θα αγοράζει απομιμήσεις αξιών. Μετά τον μηδενισμό έρχεται πάντα ο λαϊκισμός.

Οι κριτικοί συχνά επισημαίνουν ένα στοιχείο καθυστέρησης εντός της συντηρητικής πολωνικής πολιτικής που προωθεί την περιχαράκωση και το αντιευρωπαϊκό αίσθημα. Πώς μπορούν οι πολωνοί συγγραφείς να αμφισβητήσουν αυτή τη στάση χωρίς να εκπέσουν σε πολιτικά συνθήματα;

Ο συντηρητισμός δεν χρειάζεται να σημαίνει καθυστέρηση, ο πατριωτισμός εθνικισμό, και ο φόβος απέναντι στην πολιτιστική ομογενοποίηση – επαρχιωτισμό. Μεγαλύτερο πρόβλημα από τον πολωνικό ευρωσκεπτικισμό είναι η «μυθοπλασία» περί της ελευθερίας του λόγου και του πλουραλισμού στον δυτικό λόγο. Παντού ακούμε για διάλογο, αλλά κανείς δεν μιλάει με κανέναν. Εξαπλώνεται η λατρεία μιας πολιτικής ορθότητας ντυμένης με δημοκρατικά ρούχα. Η πολιτική στράτευση ή η κολακεία είναι για πολλούς πολωνούς συγγραφείς ο κύριος τρόπος λειτουργίας. Γι’ αυτό μιλούν τόσο πρόθυμα για την αντιευρωπαϊκότητά μας, αντί να γράφουν εξαιρετικά βιβλία. Η ελευθερία του λόγου και ο διάλογος είναι συχνά συνθήματα που συγκαλύπτουν τον οπορτουνισμό και την επιθυμία για εξουσία. Λίγοι είναι οι συγγραφείς, οι διανοούμενοι, που αντέχουν να είναι ανεξάρτητοι. Επειδή η ανεξαρτησία δυσκολεύει το να είσαι αποδέκτης κύρους. Μου θυμίζουν τα λόγια του Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ, του μεγάλου πολωνού ποιητή, ερωτευμένου με την ελληνική κουλτούρα, ότι «πλέει κανείς πάντα προς τις πηγές, αντίθετα στο ρεύμα – με το ρεύμα πλέουν τα σκουπίδια».

Η ποίησή σας έχει φτάσει στο διεθνές κοινό μέσω μεταφράσεων σε διεθνή έντυπα. Οταν οι ξένοι αναγνώστες συναντούν το έργο σας, διαπιστώνετε ότι αντιλαμβάνονται τις πολιτικές ανησυχίες της σύγχρονης Πολωνίας ή πιστεύετε ότι σας διαβάζουν κυρίως μέσα από ένα «μεταφυσικό» φίλτρο;

Μου φαίνεται ότι οι ξένοι αναγνώστες εκτιμούν τον οικουμενικό τόνο των ποιημάτων μου, την ελαφρότητά τους, η οποία εντούτοις μπορεί να προκαλεί και να ενοχλεί. Πατρίδα μου είναι η πολωνική γλώσσα. Με κάθε επόμενο ποίημα μαθαίνω την πολωνική γλώσσα, «φωλιάζω» σε αυτήν. Είναι τεράστια τύχη το γεγονός ότι τα αποτελέσματα αυτής της μάθησης ενδιαφέρουν αναγνώστες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Νομίζω ότι οι ξένοι αποδέκτες εκτιμούν τον μη ερμητικό χαρακτήρα των ποιημάτων, μια ορισμένη διαφάνεια. Ο Νίτσε, σκιαγραφώντας τη φιγούρα του ποιητή στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» είπε ότι είναι κάποιος που θολώνει τα νερά για να φανούν βαθύτερα. Υπάρχει πολύ θολό νερό στη σύγχρονη ποίηση. Ενώ εγώ αισθάνομαι ότι μόνο γράφοντας καθαρά μπορεί κανείς να αγγίξει το μυστήριο. Οχι εκείνο που παράγεται στη γλώσσα. Αλλά εκείνο το ανείπωτο, που κατοικεί στη σιωπή, και μέσα στο οποίο συναντιόμαστε βαθύτατα. Χρησιμοποίησες τη λέξη «μεταφυσική». Ναι, προσπαθώ να συλλαμβάνω στα ποιήματά μου τη μεταφυσική ακτινοβολία του υποβάθρου.

Infoq Το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών διοργανώνεται από τον Κύκλο Ποιητών με τη συνεργασία του Μεγάρου Μουσικής, επιχορηγείται από το υπουργείο Πολιτισμού και τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού και του Δήμου Αθηναίων. Στηρίζεται από το πρόγραμμα Versopolis που επιχορηγείται από την Ευρωπαϊκή Ενωση (Πρόγραμμα Creative Europe). Η είσοδος είναι δωρεάν. Για το Μέγαρο Μουσικής θα πρέπει να προμηθευτείτε ηλεκτρονικά δελτίο εισόδου λόγω των περιορισμένων θέσεων.

Tadeusz Dabrowski

PUK

Εκδ. Panstwowy

Instytut Wydawniczy, 2026, σελ. 72

Tadeusz Dabrowski

The Scent of Man

Εκδ. Arrowsmith Press 2025, Σελ. 86

Τιμή 16 ευρώ