Ποιον ήρωα λογοτεχνικού έργου θα ανεβάζατε στη σκηνή;

Θα δυσκολευόταν να εξηγήσει κανείς, ή μάλλον θα του χρειαζόταν πολύς χώρος για να το κάνει, γιατί μόλις κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’60 το βιβλίο του Ερνστ Φίσερ «Η αναγκαιότητα της τέχνης» από τις εκδόσεις «Θεμέλιο», σε μετάφραση του ηθοποιού Πολύκαρπου Πολυκάρπου, έγινε σαν ένα είδος «ευαγγελίου».

Βέβαια ήταν μια εποχή που όσοι τουλάχιστον συνειδητοποιούσαν τον εαυτό τους ως ένα φανατικό αναγνώστη, κάθε βιβλίο που κυκλοφορούσε, ακόμα και αν ήταν κάτι που γινόταν ανεμπόδιστα, ή γνώριζε αμέσως μια μεγάλη επιτυχία, το θεωρούσαμε ως ένα είδος μιας «συνωμοτικής πράξης».

Ιδιαίτερα στα χρόνια της δικτατορίας, όταν λογάριαζε κανείς τον εαυτό του, κατά κάποιο τρόπο, ως αντιστασιακό χάρις τους τρόπους που επινοούσε προκειμένου κάτι το επιλήψιμο και το απαγορευμένο να το κάνει γνωστό στους άλλους, χωρίς να γίνεται αντιληπτό από καραδοκούντα επί εικοσιτετράωρου βάσεως αφτιά για να το καταγγείλουν.

Τόσο περισσότερο με το βιβλίο «Η αναγκαιότητα της τέχνης» που η κατάληξή του ότι η τέχνη θα συνεχίσει να υπάρχει όσο θα υπάρχει ο άνθρωπος, έδειχνε να παρηγορεί όσους είχαν αρχίσει να ανησυχούν για τους κινδύνους που επέσυρε η θηριώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας σε σχέση με το μέλλον της λογοτεχνίας – αν και κατά πόσο θα συνεχίσει να διαβάζεται.

Και το μέλλον όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε τους φόβους αλλά τους διέψευσε πανηγυρικά, αφού εξήντα χρόνια αργότερα η λογοτεχνία έχει καταχωρισθεί σε τέτοιο βαθμό στις ζωές των ανθρώπων ώστε να ακούγεται δελεαστική η σκέψη ενός αφιερώματος με θέμα «Ποιον ήρωα ενός λογοτεχνικού έργου που δεν έχει διασκευαστεί για το θέατρο, θα θέλατε να δραματοποιήσετε ή να ενσαρκώσετε;». Ενα αφιέρωμα διπλής «κατεύθυνσης», καθώς με τις ερωτήσεις γίνεται για μία ακόμη φορά αντιληπτό σε πιο βαθμό η λογοτεχνία παραμένει η τροφός μιας παράλληλης αλλά και τόσο διαφορετικής τέχνης όπως η θεατρική, και με τις απαντήσεις αποκαλύπτεται ένα εύρος παιδείας με τόσο εξιδεικευμένο προσανατολισμό όπως είναι αυτός τόσο πολλών σκηνοθετών και ηθοποιών μας.

Αλέξανδρος Διαμαντής, σκηνοθέτης, µεταφραστής: Ενα κεφάλαιο – χαρακτήρας από τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις

«Τεργέστη – Ζυρίχη – Παρίσι, 1914-1921». Οι τελευταίες λέξεις του «Οδυσσέα» του Τζόις στέκουν σαν ταφόπλακα, κάτω απ’ την οποία κείται το παράξενο αυτό τραγούδι του περασμένου αιώνα. Πρόκειται για ένα έργο διάσημο, αν και, επί της ουσίας, ξεχασμένο, μεταφρασμένο μόνο δύο φορές στα ελληνικά. Οι αναγνώστες, λέγεται συχνά, αποθαρρύνονται λόγω της θρυλικής του ερμητικότητας.

Αντί ενός χαρακτήρα, ως όφειλα, επιτρέψτε μου να διαλέξω ένα κομμάτι του «Οδυσσέα», που όμως λειτουργεί το ίδιο ως χαρακτήρας εντός της δομής του έργου. Θα εξηγήσω αμέσως τι εννοώ. Πρόκειται για το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο, επίσης γνωστό ως το επεισόδιο της Κίρκης. Καταλαμβάνει περί τις 150 σελίδες του κειμένου, μέγεθος ίσο με τα οκτώ πρώτα επεισόδια του μυθιστορήματος.

Εδώ, ο Τζόις υιοθετεί ο ίδιος τη μορφή του θεατρικού έργου προκειμένου ν’ αποδώσει ένα καλειδοσκοπικό μείγμα πραγματικών και φανταστικών γεγονότων που εκτυλίσσονται εντός μίας ώρας στην περιοχή των πορνείων του Δουβλίνου. Θα έλεγα πως θέμα είναι η λειτουργία της αφήγησης, ως προσπάθειας να μνημονευτεί (ή και να μνημειωθεί) το εφήμερο. Τον ισχυρισμό αυτόν υποστηρίζει η χρήση της θεατρικής φόρμας από τον συγγραφέα – μια πιθανή αναφορά στην κατεξοχήν φθαρτή τέχνη. Το επεισόδιο απεικονίζει την γκροτέσκα θεατρική ενσάρκωση εκατοντάδων προσώπων (ζωντανών και νεκρών), άψυχων αντικειμένων και αφηρημένων εννοιών. Καθετί που έχει εμφανιστεί μέχρι στιγμής στον «Οδυσσέα» ξαναεμφανίζεται και μιλάει, σαν να μας λέει: «Εζησα! Και ήρθα να πω τι είδα, τι έπαθα και τι έμαθα».

Η λίστα φτάνει να περιλαμβάνει ακόμα κι έννοιες όπως η παραλλακτικότητα (parallax), καθώς και θέματα συζήτησης που έχουν τεθεί νωρίτερα στο μυθιστόρημα. Ο Τζόις μοιάζει να έχει πάρει το βιβλίο, να το ανακάτεψε μέσα σ’ ένα γιγάντιο βαρέλι και έπειτα να έβγαλε τα στοιχεία του και να τ’ άπλωσε, συνθέτοντας μια τερατώδη παράσταση. Η θεατρικότητα είναι συχνά ξεκαρδιστική χάρη στην εκφραστικότητά της, την ευφυΐα και την υπερβολή της, περιέχοντας ταυτόχρονα στιγμές βαθέος ζόφου.

Οπως και το αντίστοιχο σημείο στην «Οδύσσεια», έτσι και το επεισόδιο αυτό καταπιάνεται με την έννοια πρωτίστως της μεταμόρφωσης, αλλά και της μνήμης, του ονείρου, της ματαίωσης, της απελευθέρωσης, και με την πορεία, τέλος, προς τον θάνατο, θεμελιακές καταστάσεις όλες της ύπαρξης. Αλλά ίσως ειδικά σήμερα να αξίζει τον κόπο να μην τις προσπερνάμε βιαστικά ως αυτονόητες.

Μαριάννα Κάλμπαρη, σκηνοθέτρια, καλλιτεχνική διευθύντρια Θεάτρου Τέχνης:  Ο Ομπλόμοφ του Ιβάν Γκοντσαρόφ

Ενα από τα λογοτεχνικά κείμενα που επιθυμώ εδώ και χρόνια να μεταφέρω στο θέατρο είναι το μυθιστόρημα «Ομπλόμοφ» του Ιβάν Γκοντσαρόφ (1859). Ο Γκοντσαρόφ, πολύ λιγότερο οικείος στο ελληνικό κοινό από τον Τολστόι, τον Ντοστογέφσκι ή τον Τσέχοφ, κατέχει κεντρική θέση στη ρωσική λογοτεχνία. Μάλιστα η απήχηση του «Ομπλόμοφ» ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια μιας μεγάλης λογοτεχνικής επιτυχίας. Η λέξη «ομπλομοφισμός», που γεννήθηκε από τον ίδιο τον Γκοντσαρόφ για να περιγράψει έναν ολόκληρο τρόπο ύπαρξης, πέρασε με εντυπωσιακή ταχύτητα στην καθημερινή γλώσσα: μόλις είκοσι δύο χρόνια μετά την έκδοση του μυθιστορήματος είχε ήδη καταγραφεί στο μεγάλο λεξικό του Βλαντίμιρ Νταλ. Ο Ομπλόμοφ έπαψε έτσι να είναι απλώς ένας μυθιστορηματικός ήρωας και έγινε ένας τύπος ανθρώπου βαθιά ριζωμένος στη συλλογική συνείδηση. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με τους μελετητές, κανένα άλλο μυθιστόρημα δεν χρησιμοποιήθηκε τόσο συχνά για να περιγράψει τη λεγόμενη «ρωσική νοοτροπία» ή «ρωσική ψυχή».

Ο Ομπλόμοφ είναι ένας ρώσος γαιοκτήμονας που περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ξαπλωμένος. Αναβάλλει να ντυθεί, να βγει, να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του, να αλλάξει τη ζωή του. Γύρω του, οι άλλοι κινούνται, εργάζονται, σχεδιάζουν, διεκδικούν. Εκείνος μένει ακίνητος. Θα ήταν εύκολο να τον θεωρήσουμε απλώς τεμπέλη. Ο Ομπλόμοφ είναι όμως ένας πολύ πιο σύνθετος ήρωας: πριν ακόμη πράξει το οτιδήποτε, ξέρει ότι κάθε του πράξη είναι μάταιη… Αρνείται να συμμετάσχει σε έναν κόσμο που του ζητά διαρκώς να είναι χρήσιμος, παραγωγικός και αποτελεσματικός, χωρίς να μπορεί να του εξηγήσει για ποιον λόγο πρέπει να το κάνει. Η αδράνειά του μοιάζει, έτσι, με μια παράξενη μορφή αντίστασης. Συγχρόνως, όμως, μπορεί να παραμένει στο κρεβάτι επειδή είναι ένας προνομιούχος άνδρας για τον οποίο εργάζονται άλλοι. Η άρνησή του «να βγει στον κόσμο» είναι λοιπόν την ίδια στιγμή εξέγερση και παραίτηση, ελευθερία και κοινωνικό προνόμιο.

Στη σκηνή θα ήθελα να κρατήσω το κρεβάτι ως μοναδικό σχεδόν τόπο. Ενα κρεβάτι που γίνεται σπίτι, νησί, παιδική μνήμη, καταφύγιο και φυλακή. Οι άλλοι θα «εισβάλλουν» σε αυτό προσπαθώντας να τον σηκώσουν.

Πρώτος ο φίλος του, Στολτς, που εκπροσωπεί το άκρως αντίθετο από τον Ομπλόμοφ: την κίνηση, την προσπάθεια, την ενέργεια. Ούτε ο Στολτς γνωρίζει φυσικά πώς αξίζει να ζει κανείς, ούτε ξέρει στ’ αλήθεια τι θέλει από τη ζωή του. Απλώς κινείται ακατάπαυστα χωρίς καν να αναρωτιέται προς τα πού. Ο Ομπλόμοφ πάλι γνωρίζει τι είναι αυτό που δεν θέλει από τη ζωή του, αλλά δεν μπορεί να επιθυμήσει τίποτε που να έχει τη δύναμη να τον σηκώσει από το κρεβάτι του.

Η Ολγα, από την άλλη, πιστεύει ότι μόνο ο έρωτας μπορεί να αλλάξει τον Ομπλόμοφ. Τον αγαπά, όμως, πραγματικά ή αγαπά τον άνθρωπο που φαντάζεται ότι θα μπορούσε να γίνει ο Ομπλόμοφ; Και γιατί μια γυναίκα καλείται ακόμη μία φορά να αναλάβει τη «θεραπεία», την αφύπνιση και τη σωτηρία ενός άνδρα;

Η Αγάφια του προσφέρει μια άλλη μορφή αγάπης: δεν επιχειρεί να τον μεταμορφώσει – τον φροντίζει όπως ακριβώς είναι. Αλλά και αυτή η φροντίδα έχει κόστος. Μια γυναίκα εργάζεται αδιάκοπα, ώστε ένας άνδρας να μπορεί να παραμένει ακίνητος. Τα πόδια του κρεβατιού του Ομπλόμοφ στηρίζονται πάνω στην αόρατη εργασία των άλλων.

Ο Ομπλόμοφ είναι ένας συγκλονιστικά οικείος ήρωας. Ζούμε σε μια εποχή που μας ζητά να κινούμαστε συνεχώς: να εργαζόμαστε περισσότερο, να είμαστε διαρκώς παρόντες, έτοιμοι για όλα. Η ακινησία αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ενοχή. Θα ήθελα να ανεβάσω τον Ομπλόμοφ όχι για να διερευνήσω αν είναι φυγόπονος, τεμπέλης ή επαναστάτης, αλλά για να καταλάβω τι σημαίνει να θέτεις τη ζωή σου σε παύση.

Τι συμβαίνει όταν βιώνεις τη ματαιότητα όχι μόνο των πράξεών σου αλλά και της ίδιας σου της ύπαρξης τόσο έντονα, ώστε καμία κίνηση να μη μοιάζει πλέον αυτονόητη. Θα ήθελα να αφήσω τον Ομπλόμοφ ξαπλωμένο στο κέντρο της σκηνής και να στρέψω το ερώτημα προς τους θεατές: πώς συνεχίζουμε να σηκωνόμαστε από το κρεβάτι μας όταν δεν καταλαβαίνουμε πια τον κόσμο, όταν δεν γνωρίζουμε για τι πρέπει να προσπαθήσουμε, όταν αισθανόμαστε ότι δεν υπάρχει κανένας πραγματικός λόγος να το κάνουμε;

Βασίλης Μπισμπίκης, ηθοποιός, σκηνοθέτης: Ο πατέρας στον «Δρόμο» του Κόρμακ ΜακΚάρθι

Στο μυθιστόρημα «Ο Δρόμος» του Κόρμακ ΜακΚάρθι, μέσα σε έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο, σκεπασμένο από στάχτη και σιωπή, ένας πατέρας και ο γιος του βαδίζουν ασταμάτητα. Προσπαθούν να διατηρήσουν αυτό που αποκαλούν «τη φωτιά» μέσα τους: την ελπίδα, την αγάπη και την τρυφερότητα.

Ο πατέρας είναι ένας χαρακτήρας διπλός, οριακός. Από τη μια πλευρά, σκληρός, αμείλικτος, οπλισμένος με το πρωτόγονο ένστικτο της επιβίωσης απέναντι σε έναν απόλυτα εχθρικό κόσμο. Από την άλλη, βαθιά τρυφερός, προστατευτικός και ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στο παιδί του. Αυτή η αδιάκοπη πάλη ανάμεσα στην αγριότητα της επιβίωσης και την αγνότητα της στοργής είναι που μου προκαλεί μια τεράστια συγκίνηση. Το έργο είναι ένας αληθινός ύμνος στην αγάπη μεταξύ πατέρα και γιου.

Η υπόκριση ενός τέτοιου ρόλου θα αποτελούσε για μένα μια τεράστια πρόκληση, τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά. Απαιτεί μια ερμηνεία απογυμνωμένη, οριακή, που παλεύει με την εξάντληση, τη σιωπή και το βάρος της ευθύνης. Παράλληλα, «Ο Δρόμος» λειτουργεί ως ένας αμείλικτος καθρέφτης για τις αγωνίες της σημερινής κοινωνίας. Μιλάει για το αύριο που πλησιάζει απειλητικά, για την κλιματική κρίση, τις φυσικές καταστροφές και τις συνέπειες της ανθρώπινης αλαζονείας που καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον. Το έργο θέτει το επιτακτικό ερώτημα της ευθύνης μας απέναντι στις νέες γενιές: Τι κόσμο παραδίδουμε; Τι είδους μέλλον; Ποιες αξίες προσφέρουμε σε έναν κόσμο όπου η ελπίδα μοιάζει να σβήνει;

Ακόμη και σήμερα, σε μια εποχή αυξανόμενης ψηφιακής και κοινωνικής απομόνωσης, το έργο μας θυμίζει πως ο μόνος τρόπος να βγει κανείς από το σκοτάδι είναι η ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη.

Ισως κάποια στιγμή προσπαθήσω να φέρω αυτόν τον κόσμο στη θεατρική σκηνή. Θα ήταν μια μεγάλη, αλλά αναγκαία καλλιτεχνική πρόκληση.

Χρήστος Λούλης ηθοποιός: Ο αφηγητής στο «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου

Δύσκολο ερώτημα μου βάλατε. Γιατί ο εγκέφαλος δεν είναι έτσι καλωδιωμένος. Εχει συνηθίσει να βλέπει κάτι που έχει ξαναγίνει για να το μιμηθεί. Αναγκάστηκα λοιπόν να βασανιστώ. Και απαντώ: τον ανώνυμο αφηγητή στο «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου. Οχι γιατί είναι ο πιο συμπαθής άνθρωπος που γράφτηκε ποτέ. Κάθε άλλο. Ούτε γιατί σώζει τον κόσμο. Κάθε άλλο. Ούτε γιατί κερδίζει τη μάχη, το κορίτσι ή το χειροκρότημα. Αντιθέτως. Περνάει σχεδόν ολόκληρο το βιβλίο προσπαθώντας να εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη, χωρίς να είναι βέβαιος ούτε ο ίδιος ότι το θυμάται σωστά. Αυτό μου ακούγεται σαν εμένα να προσπαθώ να εξηγήσω πώς και γιατί είπα να γίνω ηθοποιός…

Είναι ένας άνθρωπος που ξεκινά με όλες τις απαντήσεις και τελειώνει έχοντας μόνο ερωτήσεις. Και, για να είμαι ειλικρινής, στα πενήντα μου, τον καταλαβαίνω. Ο αφηγητής του «Κιβωτίου» κάνει αυτή τη διαδρομή μπροστά στα μάτια μας, μόνο που την κάνει με πολύ μεγαλύτερο κόστος.

Τι να πεις, πώς να το πεις, πού να το πεις, με τι χέρια, τι μάτια, τι ψυχή άραγε να ακουμπήσεις αυτό που ξεγλιστράει από τα ίδια σου τα χέρια… Και ύστερα υπάρχει αυτό το υπέροχο θεατρικό παιχνίδι: ο άνθρωπος μιλάει ασταμάτητα για να αποδείξει ότι έχει δίκιο και όσο περισσότερο μιλάει, τόσο περισσότερο αποκαλύπτει ότι ίσως δεν έχει. Είναι σχεδόν κωμικό, με την πιο ανθρώπινη έννοια του όρου. Μια υπαρξιακή, σε αργή κίνηση, μπανανόφλουδα.

Ο αφηγητής δεν είναι ήρωας γιατί είναι ατρόμητος. Είναι ήρωας γιατί συνεχίζει να ψάχνει την αλήθεια, ακόμη κι όταν αυτή τον διαλύει. Δεν σταματά να αναμετριέται με τις επιλογές του, με τις αναμνήσεις του, με τις βεβαιότητές του. Οχι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, αλλά ένας άνθρωπος που πασχίζει να ολοκληρωθεί. Ενας κλόουν που μεταφέρει νερό με έναν τρύπιο κουβά.

Γιατί το θέατρο δεν είναι μόνο ιστορίες και χαρακτήρες. Είναι ερωτήματα. Είναι αντιφάσεις. Είναι η αστεία, τραγική και συγκινητική προσπάθεια του ανθρώπου να βάλει μια τάξη στο χάος της ζωής του. Και ο αφηγητής του «Κιβωτίου» το κάνει αυτό με έναν τρόπο σχεδόν απολαυστικό: ξεκινά θέλοντας να απολογηθεί για μια αποστολή και, χωρίς να το καταλάβει, καταλήγει να απολογείται για ολόκληρη την ύπαρξή του.

Ισως, όμως, υπάρχει και ένας λόγος που δεν είναι μόνο καλλιτεχνικός. Ο πατέρας του παππού μου έζησε μια αντίστοιχη εμπειρία στα χρόνια της Κατοχής, μέσα στην Ελληνική Αντίσταση. Δεν ήταν η ίδια ιστορία με εκείνη του «Κιβωτίου», ούτε θέλω να τις ταυτίσω. Ηταν όμως μια στιγμή γεμάτη μυστικότητα, φόβο, αποστολές, ευθύνη και αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, χωρίς τη βεβαιότητα ότι ήταν οι σωστές. Και με τιμωρία την ίδια τη ζωή του. Μεγάλωσα ακούγοντας αποσπασματικές ιστορίες και καταλαβαίνοντας ότι οι άνθρωποι που έζησαν τέτοιες εποχές κουβαλούσαν μέσα τους πολύ περισσότερα από όσα μπορούσαν να αφηγηθούν.

Ισως γι’ αυτό με ενδιαφέρει αυτός ο ανώνυμος αφηγητής. Οχι γιατί μοιράζομαι τις εμπειρίες του, αλλά γιατί αναγνωρίζω την ανθρώπινη ανάγκη να βάλει κανείς σε τάξη το παρελθόν του, να καταλάβει αν έπραξε σωστά και, τελικά, να συμφιλιωθεί με τη μνήμη του. Αυτό, για μένα, είναι το πραγματικό ταξίδι του «Κιβωτίου». Και αυτό είναι το ταξίδι που θα ήθελα κάποτε να κάνω πάνω στη σκηνή. Για αυτά που έγιναν αλλά κανείς δεν ξέρει, ούτε αυτός που τα έκανε.

Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, ηθοποιός: Ο Ζόνας Μιλκ στον «Ανθρωπάκο από το Αρχάγγελσκ» του Σιμενόν

Σε μια εποχή που μια υποψία αρκεί για να σε κρεμάσουν στα μανταλάκια, σε μια εποχή που η βάση όλου του δυτικού πολιτισμού, «το τεκμήριον της αθωότητας», βιάζεται καθημερινά, διάλεξα ένα «σκληρό μυθιστόρημα» του Ζορζ Σιμενόν, τον «Ανθρωπάκο από το Αρχάγγελσκ».

Ο ήρωας είναι ένας ανθρωπάκος δειλός μύωπας, παλαιοβιβλιοπώλης και μανιακός φιλοτελιστής. Ο Ζόνας είναι ρωσοεβραίος εμιγκρές (γεννήθηκε στο Αρχάγγελσκ, αλλά ζει εδώ από 2 ετών), πιστεύει ότι έχει ενσωματωθεί σε αυτή τη γαλλική κοινότητα και θεωρεί τη Γαλλία πατρίδα του. Ο ανθρωπάκος αυτός έτυχε και παντρεύτηκε τη γυναίκα που του καθάριζε το σπίτι, μια εκρηκτική 25χρονη, που δεν εθεωρείτο πρότυπο ηθικής.

Οταν η όμορφη Τζίνα δεν επιστρέφει σπίτι τους ένα βράδυ, ο Ζόνας Μιλκ λέει ένα αθώο ψέμα στους αδιάκριτους γείτονες. Οτι πήγε να επισκεφτεί κάποια φίλη σε άλλη πόλη. Αυτή, όμως, η ανιδιοτελής προσπάθεια να προστατεύσει τη φήμη της, τη σχέση τους, δημιουργεί εχθρότητα και υποψίες στη μικρή γαλλική κοινότητα όπου ζει. Κι ένα κλίμα ζόφου και καχυποψίας αρχίζει να φουντώνει στη μικρή κοινωνία. Αλλωστε, όλοι οι γείτονες γνωρίζουν ότι η γυναίκα του είχε αρκετές σχέσεις με νεότερους, στη διάρκεια του γάμου τους. Ομως το αθώο ψέμα σε συνδυασμό με το μίσος και την κακοπιστία που επιφυλάσσουν γι’ αυτόν οι κάτοικοι της γαλλικής πόλης, θα τον εμπλέξουν σε έναν εφιάλτη. Με αστυνομικές έρευνες, οδυνηρές αποκαλύψεις και μια τρομακτική απομόνωση…

Ο βιβλιοπώλης Ζόνας είναι ένα πρόσωπο, ένας χαρακτήρας που με γοητεύει, με συναρπάζει. Η δειλία του κι η γενναιότητά του, οι φόβοι του, η διακριτικότητά του, ο τρόπος που αγαπάει, ο τρόπος που υπερασπίζεται την ζωή που ζει με συγκινούν αφάνταστα. Προσπάθησε μια ζωή να ζήσει αθόρυβα, διακριτικά κι από τη μια στιγμή στην άλλη, μ’ ένα «αθώο» ψέμα, έγινε στόχος. Είχε ξαναγίνει ξένος, άνθρωπος μιας άλλης φυλής, ενός άλλου κόσμου που ήρθε να φάει το ψωμί τους και να πάρει ένα από τα κορίτσια τους. Ο Ζορζ Σιμενόν δημιουργεί μια εκπληκτική ατμόσφαιρα και γράφει ένα μυθιστόρημα που δεν ανήκει στο αστυνομικό ούτε στο ψυχολογικό αλλά έχει ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές, με την ευρύτερη έννοια της λέξης, προεκτάσεις.

Ο Ζόνας σκιαγραφημένος από τον Σιμενόν ως αφελής και άλλοτε ως υποκριτής κυρίως απέναντι στον εαυτό του, προχωράει μέσα σε μια αγωνία, που απλώνεται αργά, όχι μόνο για την εξαφάνιση της νεαρής άπιστης συζύγου, αλλά και αγωνία για τον τρόπο που αποκαλύπτεται το κοινωνικό πλαίσιο, κάθε φορά που η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Είναι άφταστος ο τρόπος με τον όποιον ο Ζορζ Σιμενόν περιγράφει την αξιοπρεπή μίζερη ζωή του ήρωα και τους «μικρούς» ανθρώπους που τον περιτριγυρίζουν. Η ζωή, ο χαρακτήρας και η πορεία του Ζόνας μέσα σε αυτό το απάνθρωπο περιβάλλον με συναρπάζουν… Με συνθλίβουν.

Αργυρώ Χιώτη, σκηνοθέτρια, καλλιτεχνική διευθύντρια Εθνικού Θεάτρου: Η Αν στον «Αστράγαλο» της Αλμπερτίν Σαραζέν

Στον «Αστράγαλο» της Αλμπερτίν Σαραζέν (εκδόσεις Πατάκη 2013, μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου) η Αν, μια νέα γυναίκα που σπάει τον αστράγαλό της όταν πηδάει από έναν τοίχο εννέα μέτρων για να δραπετεύσει από τη φυλακή, «μικροσκοπική αλλά ανθεκτική», όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου η Πάτι Σμιθ, «σέρνεται στο χώμα, και φτάνει στον αυτοκινητόδρομο…», συναντιέται με έναν εξίσου ακατηγοριοποίητο νέο, τον ερωτεύεται, και περνά ένα μέρος της ζωής της από κρυψώνα σε κρυψώνα, σε μια κατάσταση αναμονής και ονείρου.

Την ξέρω την Αν. Την έχω κατανοήσει, σα να έχω πονέσει μαζί της, την έχω ακούσει, έχω περιμένει μαζί της, πολλές στιγμές, πολλές στιγμές βασανιστικής αναμονής, ξανά και ξανά, σε κατάσταση σωματικής ακινησίας και πνευματικής διέγερσης, που – από ένα σημείο και μετά – γίνεται ακατάληπτη ποιητική έξαρση, που βγαίνει από το δωμάτιο και γίνεται πολτός, ένας άυλος, ολόκληρος, μπλεγμένος κόσμος, όλος δικός μου, που ψάχνει τρόπο να πάρει μορφή, να γίνει μεγάλη ιδέα, να μοιραστεί, να γίνει όχημα ανεξαρτησίας, να γίνει όχημα ελευθερίας. Σα να την ξέρω αυτήν την Αν, τι σκέφτεται και τι νιώθει και τι θέλει. Κρατώ την άπιαστη ορμητικότητά της, τον αδιαπραγμάτευτο ρομαντισμό της, την πίστη της στο φως της πόλης, το ταλέντο της να διυλίζει την πραγματικότητα σε ποίηση. Η Αλμπερτίν Σαραζέν έγραψε το αυτοβιογραφικό της μυθιστόρημα το 1964, σε γλώσσα που εκφράζει καθαρά, με ευθύτητα και δυναμική, την πολυπλοκότητα και την ορμή του θηλυκού ψυχισμού. Που γίνεται ποιητική φωνή για τη μαχητικότητα των κοριτσιών, των μικροσκοπικών ή άλλων γυναικών ή/και πλασμάτων που πηδούν τα τείχη των φυλακών, τραυματίζονται, παγιδεύονται, αλλά δεν σταματούν να διεκδικούν τον τρόπο τους στη ζωή.

«Κι εγώ θα ταξιδεύω πάντα, σαν σκιά και στολίδι, το χνάρι του Ζιλιέν πάνω μου θα σβήσει όλες τις παλιές βρωμιές, όπως εκείνη η πτήση του ενός δευτερολέπτου, σπάζοντας το πόδι μου, έσπασε και τις τελευταίες κλωστές των ευτελών πραγμάτων», όπως γράφει η Αλμπερτίν στην τελευταία σελίδα του βιβλίου της.

Νομίζω πως θα άρεσε στην Αν να γίνει θεατρική παράσταση.