Στέλιος Ράμφος: Στοχαστής του Ελληνισμού και των «πληγών» του

Ο στοχαστής που αναζήτησε τον Ελληνα πίσω από την Ελλάδα, αλλάζοντας διαρκώς τα εργαλεία με τα οποία επιχειρούσε να τον κατανοήσει. Ο άνθρωπος που δεν χωρούσε εύκολα σε ιδεολογικές ταμπέλες, ίσως και ούτε σε μία από τις πολλές εκδοχές του εαυτού του κατά τα 87 χρόνια της ζωής του.

Ο Στέλιος Ράμφος πέθανε, χθες, αφήνοντας πίσω του περισσότερα από 30 βιβλία γραμμένα όλα σε πολυτονικό σύστημα και ένα πνευματικό αποτύπωμα που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο ούτε από όσους συμφωνούσαν ούτε από όσους διαφωνούσαν με τις θέσεις του.

Συγγραφέας, στοχαστής, διανοούμενος με συχνή παρουσία στον δημόσιο διάλογο υπήρξε αρχικά μαρξιστής, εν συνεχεία συνομιλητής της Ορθοδοξίας κι αργότερα ένας από τους πιο επίμονους επικριτές των παθογενειών του νεοελληνικού κράτους και της ελληνικής νοοτροπίας. Μπορούσε να μιλάει για την πολιτική με αφετηρία του την οικογένεια, για την κρίση εκκινώντας από τον ελληνικό χαρακτήρα και για την Ελλάδα αρχίζοντας από τον τρόπο με τον οποίο ο Ελληνας σχετίζεται με τον εαυτό του.

Η ελληνική ταυτότητα

Για τον Στ. Ράμφο η ελληνική ταυτότητα δεν αντιμετωπίστηκε ως ένα στατικό κληροδότημα του παρελθόντος, αλλά ως ένα διαρκές ερώτημα: πώς μπορεί να νοηθεί η θέση του Ελληνισμού σε έναν κόσμο που αλλάζει με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτό το ερώτημα διατρέχει το εκτεταμένο συγγραφικό του έργο, το οποίο συνομιλεί συστηματικά με διαφορετικές περιόδους και παραδόσεις της φιλοσοφικής σκέψης.

Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και η βυζαντινή πνευματική παράδοση αποτέλεσαν τους δύο βασικούς άξονες μέσα από τους οποίους επιχείρησε να φωτίσει τη σύγχρονη ελληνική εμπειρία, εστιάζοντας όχι μόνο στην ερμηνεία τους, αλλά κυρίως στη δυνατότητα να αποκτήσουν ξανά ενεργό ρόλο. Μέσα από αυτή τη συνάντηση παρελθόντος και παρόντος, αναζήτησε έναν τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα μπορεί να συμμετάσχει στον σύγχρονο οικουμενικό κόσμο, διατηρώντας παράλληλα εκείνα τα ιδιαίτερα πνευματικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν την «ιδιοπροσωπία» της.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 και σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1965 συνέχισε τις σπουδές του στη φιλοσοφία στο Παρίσι και από το 1969 έως το 1974 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν έως την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1974. Στα νεανικά του χρόνια υπήρξε αριστερός. Ο ίδιος έλεγε ότι αυτή η περίοδος ξεκίνησε στα 17 του και τελείωσε στην ηλικία των 23 ετών. Την περιέγραφε ως τα χρόνια μιας ύστερης εφηβείας στον μαρξισμό, μιας ιδεολογίας που, όπως έλεγε, «είχε τις απαντήσεις για όλα» και δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της επάρκειας.

Αργότερα το ενδιαφέρον του μετατοπίστηκε στη φιλοσοφία, στο Βυζάντιο και τελικά στο ερώτημα που θα τον απασχολούσε για τις επόμενες δεκαετίες: τι ακριβώς συνέβη στον Ελληνα και γιατί η Ελλάδα, παρά τις δυνατότητές της, δυσκολεύεται τόσο πολύ να αποκτήσει μια ώριμη σχέση με τον εαυτό της, τους θεσμούς και τον χρόνο. Τα πρώτα χρόνια η σκέψη του είχε αμιγώς ελληνοκεντρικό χαρακτήρα. Η έρευνά του, ωστόσο, τον οδήγησε να αναθεωρήσει τη σκέψη του, χαρακτηρίζοντας την προσέγγιση εκείνης της περιόδου ως «υπαρξιακορομαντική αμφισβήτηση της Δύσεως».

Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το όνομά του συνδέθηκε με τη «νεοορθοδοξία» ερήμην του, καθώς αργότερα υποστήριξε πως δεν επρόκειτο για μια οργανωμένη παρέα ή κάποιο κίνημα. Χαρακτήρισε μάλιστα «δημοσιογραφικό μύθο» την έννοια.

Κομβικής σημασίας υπήρξε η σχέση του με τον Χρήστο Γιανναρά, μια γνωριμία που έγινε τον χειμώνα του 1967 στο Παρίσι και εξελίχθηκε σε μια συνομιλία που είχε διάρκεια για περισσότερο από μισό αιώνα. Λάτρης της διαφωνίας – καθώς θεωρούσε ότι δεν αποτελούσε ένδειξη αποτυχίας μιας σχέσης, αλλά απαραίτητη προϋπόθεσή της – πίστευε βαθιά στην έννοια της ατομικής ευθύνης, στην οποία απέδιδε κάθε είδους παθογένεια.

Και καταλόγιζε στην ελληνική οικογένεια την απουσία κουλτούρας αυτονόμησης και ανεξαρτησίας του ατόμου. Μία από τις πλέον χαρακτηριστικές δημόσιες αντιπαραθέσεις στις οποίες ενεπλάκη ήταν πριν από τέσσερα χρόνια ο διαξιφισμός του με τον συγγραφέα Δημήτρη Δημητριάδη, στο επίκεντρο του οποίου τέθηκε η σχέση του ανθρώπου με τη χριστιανική θρησκεία.

Συμβολισμοί και φαντασιώσεις

Το 2020 κυκλοφόρησε η «Ελλάδα των ονείρων», ένα βιβλίο αφιερωμένο στο συλλογικό φαντασιακό. Μέσα από τις σελίδες του επιχειρούσε να εντοπίσει συμβολισμούς, νοοτροπίες, φαντασιώσεις και στερεότυπα που συγκροτούν την εθνική ταυτότητα και τη νεοελληνική πραγματικότητα, ενώ τον ενδιέφερε να υπάρξει μια γέφυρα ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό, καθώς πίστευε ότι η σκέψη πρέπει να καταλήγει σε πράξη για να μην είναι φληναφήματα.

«Επιχειρώ να συμβάλω σε ενεργό κατανόησι της ψυχικής ζωής των Νεοελλήνων με αναφορά σε καταστατικούς συμβολισμούς και περαιτέρω στις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές, όπως διαμορφώνονται αναλόγως από τα συναισθήματά τους. Τα τελευταία αναδύονται με τον πιο απροσδόκητο τρόπο στα όνειρα. Στη σφαίρα τους και όχι σ’ εκείνη των εξωτερικών κοινωνικοοικονομικών συστημάτων, που βέβαια δεν υποτιμώ το βάρος τους, ο κροίσος και ο άνεργος δεν διαφέρουν», έγραφε στο προοίμιο του βιβλίου του.

Αν και ο λόγος του ήταν πυκνός, φιλοσοφικός και συχνά δύσκολος, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του βρισκόταν, μεταξύ άλλων, η καθημερινότητα στην Ελλάδα, η πολιτική, η γραφειοκρατία, η εκπαίδευση, ο λαϊκισμός, οι μεταρρυθμίσεις, η Ευρώπη, η Αριστερά, η λειτουργία του κράτους και οι ανθρώπινες σχέσεις όχι μέσα από ένα περιγραφικό πρίσμα.

Κάθε φορά επιχειρούσε να ερμηνεύσει τα αίτια, ενώ κοινός παρονομαστής των θέσεών του ήταν ότι το όποιο πολιτικό πρόβλημα είχε σχεδόν πάντοτε μια βαθύτερη ανθρωπολογική ρίζα. Και παρά το ότι οι θέσεις του είχαν φανατικούς πολέμιους, τα εισιτήρια για τις διαλέξεις του στο Ιδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη γίνονταν ανάρπαστα, ενώ τα βιβλία του βρίσκονται σταθερά στους καταλόγους με τα ευπώλητα.