Γιάννης Μαθές: «Μισώ την ευκολία που μας θέλει όλους απροβλημάτιστους»

Ηθοποιός, ερμηνευτής και τραγουδοποιός ο Γιάννης Μαθές εκτός του ότι δεν το βάζει κάτω και βρίσκεται σε μόνιμη συνθήκη δημιουργικότητας, κουβαλάει στις αποσκευές του και συμπράξεις με μεγάλους καλλιτέχνες που εκ των πραγμάτων καθορίζουν το νήμα της δικής του πορείας σε θέατρο και μουσική.

Αισθάνεστε «διχασμένος» ανάμεσα στην τέχνη του ερμηνευτή και του ηθοποιού αλλά και του τραγουδοποιού;

Αυτό που αισθάνομαι είναι ότι μου δίνεται η δυνατότητα μέσα απ’ αυτά τα μονοπάτια να εξερευνώ βασικά τον λόγο και τη μουσική και να εκφράζομαι με διαφορετικούς τρόπους κάθε φορά. Δεν μπορώ να δω ότι με δίχασε ποτέ κάτι απ’ αυτά. Αντιθέτως, όσο περισσότερο τα επεξεργάζομαι, τόσο πιο ολοκληρωμένη αισθάνομαι την εμπειρία της έκφρασης σ’ αυτή μου τη διαδρομή.

Πώς ήταν το πρώτο σας ερέθισμα να μπείτε στη μουσική και γιατί έχετε μιλήσει θετικά για ένα είδος διά βίου μάθησης πάνω στο πεδίο αυτό;

Το πρώτο ερέθισμα ήρθε από τον πατέρα μου. Ηταν μουσικός και τραγουδιστής πολύ καλός. Οπότε από τα επτά μου θυμάμαι να μπαίνω αυτόματα σ’ αυτό τον κόσμο. Ηρθε το πιάνο, η φιλολογία, τα ανώτερα θεωρητικά της μουσικής, η φωνητική, τα σεμινάρια υποκριτικής και χορού. Η επαγγελματική δραστηριότητα μετά απαιτούσε κι άλλα βήματα. Η ενορχήστρωση, η παραγωγή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στα studio με τους μουσικούς. Κι ύστερα μουσική για το θέατρο. Μελέτη πάνω στα θεατρικά κείμενα. Σε άλλες μουσικές φόρμες. Η δική μας γενιά, μπήκε η ίδια και στον χειρισμό των εργαλείων marketing. Οχι απλώς διά βίου μάθηση – διά δύο βίων ίσως, μήπως και προλάβουμε να πάρουμε κάποιο χαμπάρι.

Με έναν καρμικό – θα έλεγε κάποιος – τρόπο η Δήμητρα Γαλάνη σας ξεχωρίζει σε ακρόαση στη «Μέδουσα» πριν από πολλά χρόνια αλλά και επανέρχεται τώρα ως συμμετοχή στον νέο σας δίσκο «Με τα Γόνατα χορεύουν» (στίχοι: Μάνος Σαγκρής). Τι θυμάστε από την πρώτη εικόνα σας και τι ρόλο διαδραμάτισε στην πορεία σας; Επίσης, πώς ήρθε η συμμετοχή της τώρα όπως και της Ελένης Τσαλιγοπούλου;

Με έσπρωξε στη σκηνή να τραγουδήσω μόνος μου το «Χειροκρότημα» στα 19 μου και εκείνη πήγε πίσω υποφωτισμένη να κάνει φωνητικά. Αργότερα με γνώρισε στον ιστορικό παραγωγό, Γιώργο Μακράκη. Εμπρακτη υποστήριξη και γενναιοδωρία. Ο πιο ουσιαστικός ρόλος της ήταν ότι είδα μπροστά στα μάτια μου ένα υπόδειγμα καλλιτέχνη επί το έργον. Αφοσιωμένο από την αρχή της δημιουργίας των πραγμάτων, μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Σαν να μου δόθηκε ένα εγχειρίδιο, να το κουβαλάω πάντα μαζί μου. Η Δήμητρα ήταν και πάλι εδώ, στη δημιουργία του καινούργιου μας album με τον Μάνο Σαγκρή. Τη συμβουλευτήκαμε σε διάφορες φάσεις του. Μέσα από αυτή τη διαδικασία προέκυψε και το ντουέτο μας «Πόσο μισώ να σ’ αγαπώ». Πολύ σημαντική στον ήχο των τραγουδιών μας, ήταν η συμβολή του κιθαρίστα Σπύρου Χατζηκωνσταντίνου. Ο Σπύρος λόγω της χρόνιας συνεργασίας του με την Ελένη Τσαλιγοπούλου, μας έφερε σε επαφή με το μαγικό αυτό πλάσμα κι έτσι προέκυψε «Το κακό του έρωτα», το δεύτερο ντουέτο του album.

Γαλάνη, Μαρινέλλα, Μοσχολιού αλλά και Γιάννης Σπανός και Γιώργος Μαρίνος και Αλκηστη. Δεν έχουν όλοι/ες της γενιάς σας προλάβει να έχουν την εμπειρία τέτοιων συμπράξεων. Κάθε ένας ή μία από αυτούς φαντάζομαι σας καθόρισαν…

Ακριβώς. Ενα τεράστιο σχολείο καθένας τους ξεχωριστά. Και το μεγαλύτερο μάθημα από όλους αυτούς, η επιθυμία τους να μοιραστούν την τέχνη τους επί σκηνής με άλλους ομότεχνούς τους.

Φτιάχνοντας μια μικρή «κοινωνία» επί σκηνής μέσα από συνεργασίες, διατήρησαν την τέχνη του τραγουδιού και της μουσικής ως μέσον έκφρασης συλλογικότητας και όχι ως ανάδειξη του καλλιτεχνικού «εγώ» τους. Αυτό με καθόρισε αρκετά και στον τρόπο που εργάζομαι αλλά και στη διαμόρφωση των προθέσεών μου.

Γράφετε πολύ και για θεατρικές παραστάσεις, Εχετε μακρά συνεργασία με τον Νικορέστη Χανιωτάκη. Εδώ ποια είναι η μεθοδολογία σας και επίσης πείτε μας αν πιστεύετε στην αυτονομία της μουσικής μετά το πέρας της παράστασης.

Θέλω να βρίσκομαι στο θέατρο από την πρώτη συνάντηση των συντελεστών. Να έχω ήδη διαβάσει το κείμενο. Στη συνέχεια να «πάρω» τον παλμό των προβών. Γράφω και σε βίντεο τις σκηνές και μετά δουλεύω και μόνος μου στο studio. Με ενδιαφέρει να κλείσουμε το μάτι με τον σκηνοθέτη και οι ηθοποιοί να πάρουν πίσω από τη μουσική, αυτό που δίνουν πρώτα εκείνοι. Η φιλία μου με τον Νικορέστη έχει βοηθήσει αυτό να γίνεται αληθινά και ψυχικά.

Πιστεύω πολύ στην αυτονομία της μουσικής μετά το πέρας της παράστασης. Γι’ αυτό φροντίζω κάθε παράσταση να έχει και το δικό της ολοκληρωμένο soundtrack στις ψηφιακές πλατφόρμες. Οπως αυτό από τις «Μάγισσες του Σάλεμ», τον «Πουπουλένιο» του Νικορέστη Χανιωτάκη, το «Μάθημα Ιστορίας» του Δημήτρη Πετρόπουλου ή τον «Εμπορο της Βενετίας» του Τσέζαρις Γκραουζίνις. Ετσι μπορεί ο θεατής να ανατρέξει ξανά σε εικόνες και συναισθήματα του έργου κι αυτά να μείνουν ζωντανά με τον πιο άμεσο τρόπο. Στο κινητό και τα ακουστικά του.

Τον χειμώνα παίξατε τον Σταύρο Ξαρχάκο στην παράσταση για τον Νίκο Ξυλούρη. Πώς είναι ως τραγουδοποιός και ηθοποιός να υποδύεστε έναν κορυφαίο συνθέτη και πώς βλέπετε το σημερινό εν γένει ελληνικό μιούζικαλ;

Ηταν όλο στα κόκκινα. Και πρόκληση και ευθύνη και αγωνία, και λίγο τρακ παραπάνω τη βραδιά που ήρθε και ο ίδιος να δει την παράσταση. Πραγματικά δημιουργικές και έντονες στιγμές, αλλά και πολύ συγκινητικές για μένα, γιατί η προσωπικότητα του Ξαρχάκου είναι πάνω από όλα συνδεδεμένη με την «ελληνικότητα» που, αυτή την εποχή ειδικά, έχω ανάγκη κι εγώ να την υπηρετήσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Τώρα με την καλοκαιρινή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, με συγκινεί ακόμα περισσότερο η συνάντηση αυτού του ρόλου, με τα βλέμματα των ανθρώπων της επαρχίας. Τις αξίες της ελληνικής «συνείδησης», τις κρατούν ακόμα καλά φυλαγμένες εκεί. Το ελληνικό μιούζικαλ θεωρώ ότι είναι τώρα η κατάλληλη εποχή να ανθίσει και να έχει ικανοποιητική θέση σε έναν χώρο που έχει πραγματική ανάγκη το ελληνικό έργο.

Κάτι τελευταίο: Τι σας κινητοποιεί να γράφετε τραγούδια; Τι περικλείει αυτή η τέχνη;

Με κινητοποιεί ο ίδιος ο στίχος. Για αυτά που μεταφέρει, μέσα από τη ζωή αυτού που τα γράφει. Η ίδια η ζωή του στιχουργού δηλαδή. Ο τρόπος που ζει. Η πολιτική του θέση. Ο πόνος του και η χαρά του. Η ανάγκη και η δυσκολία να αποτυπωθούν στο χαρτί όλα αυτά που τον έχουν κινητοποιήσει. Το να γράφουμε τραγούδια περικλείει δυσκολία και εμπιστοσύνη. Μισώ γενικά την ευκολία που μας θέλει όλους όσο το δυνατόν πιο απροβλημάτιστους και «χαρούμενους». Ευτυχώς τη μισεί και ο Μάνος Σαγκρής. Και έτσι και ο δικός του τρόπος νιώθω ότι με περικλείει. Και είμαι ευγνώμων.