Φωτογράφος – αφηγητής θα μπορούσε περιγραφεί ο Σπύρος Παλούκης αφού πίσω από τα τοπία και τους ανθρώπους που καταγράφει ο φακός του αναζητά και σχηματίζει κάθε φορά μια διαφορετική ιστορία.
Χίλιες μέρες συνολικά στη Μύκονο (έως τώρα). Εκατό ημέρες για δέκα χρόνια. Ολη αυτή η παρατήρηση, διαμονή, καταγραφή από μέρους σας γέννησε το «Φως εκ φωτός», βιβλίο πορτρέτων, τοπίων και ανθρώπων του νησιού. Πώς γεννήθηκε το ερέθισμα να φωτογραφίσετε με τον πιο βαθύ τρόπο από μια κλασική περιηγητική φωτογραφία;
Υπάρχει μια κομβική στιγμή, κάποια στιγμή πριν από την πανδημία, για εμένα προσωπικά, όταν η Μύκονος σαν ένα μυθολογικό φίδι με δαγκώνει. Αλλά δεν πεθαίνω· η ματιά και η αντίληψή μου ανοίγουν. Και εκεί βλέπω το φως, τον τόπο, τον ψίθυρό του.
Και τότε;
Και αρχίζω να φωτογραφίζω αυτό που με ευχαριστεί και αυτό που αισθάνομαι. Χωρίς να ψάχνω αν αυτό θα αρέσει στους άλλους. Υπό μία έννοια, σταματάω να βλέπω το νησί σαν Ντίσνεϊλαντ ή απλώς σαν μια πολύ όμορφη κοπέλα με τα εκκλησάκια, τα καραβάκια και τους μπλε ουρανούς της, και αρχίζω να εισέρχομαι στο μεδούλι της. Εικόνα με εικόνα, αρχίζω να την αποκρυπτογραφώ κι αυτή να μου αποκαλύπτεται. Ετσι επαναπροσδιορίζω τη σχέση μου με το νησί, με τη φωτογραφία, με τους ανθρώπους της, και πάνω από όλα με το τι άνθρωπος και τι φωτογράφος θέλω να είμαι.
Πίσω από το φωτισμένο κοσμοδρόμιο της Μυκόνου, τον υπερτουρισμό, επιχειρείτε να αναδείξετε μια άλλη ψυχή του τόπου; Τι στόχο είχατε;
Ηθελα να δείξω ότι αυτός ο τόπος είναι ιερός. Το φως που αντανακλάται παντού του δίνει αγνότητα και σε καλεί να τον κοιτάξεις με ευλάβεια. Εστίασα στους ανθρώπους του – ντόπιους και μη – γιατί αυτοί είναι ο πυρήνας του νησιού. Γνωρίζοντας αυτούς, γνωρίζεις το ίδιο το νησί. Σχεδόν με κάθε άνθρωπο που φωτογράφισα συνδέθηκα βαθιά· είναι κάτι σαν φύλακας άγγελός μου. Θεωρώ ότι στη Μύκονο μπορεί κανείς να συναντήσει τους πάντες: από τον Διόνυσο, τον Απόλλωνα και τον Ιησού Χριστό μέχρι εμένα κι εσένα.
Σήμερα που η ΑΙ σαρώνει όλες τις παλιές κλασικές μεθόδους καταγραφής, γνώσης και μνήμης, πώς θα αντέξει η τέχνη της φωτογραφίας και τι θα πρέπει να αλλάξει σε αυτή;
Πάντοτε η φωτογραφία απειλούνταν από κάποια τεχνολογική εξέλιξη. Η ασπρόμαυρη από την έγχρωμη, η αναλογική από την ψηφιακή, οι κάμερες από τα κινητά, και τώρα η αληθινή εικόνα από την AI. Αλλά μήπως και η ίδια η φωτογραφία δεν είναι μια ωραιοποιημένη πραγματικότητα; Δεν είναι υποκειμενική; Οφείλουμε να προσαρμοζόμαστε σε κάθε αλλαγή. Η φωτογραφία όμως που κάνω – και θα συνεχίσω να κάνω – είναι μια φωτογραφία σύνδεσης με τον άνθρωπο. Εκεί δεν χωράνε φίλτρα και καλλωπισμοί· είναι το βλέμμα και η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ φωτογράφου και φωτογραφιζομένου. Εκεί λειτουργούν όλες οι αισθήσεις, ανάμεικτες με χαρά, αδρεναλίνη, υπερένταση. Η φωτογραφία είναι βίωμα, είναι εμπειρία. Αν θέλει κάποιος να φτιάχνει εικόνες από τον καναπέ του φορώντας τις πιτζάμες του, δικαίωμά του. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, χάνεις την ίδια την ουσία της ζωής αν δεν βγεις έξω να δημιουργήσεις και να ανακαλύψεις εικόνες.
Εσείς πώς ξεκινήσατε τη δουλειά σας, τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στον φωτογραφικό φακό;
Η ζωή μου χωρίζεται σε δύο περιόδους: πριν από τη φωτογραφία και μετά τη φωτογραφία. Οπότε έχω ζήσει τουλάχιστον δύο ζωές. Ηρθε ενστικτωδώς στα 23 μου, όταν επιλέχθηκα να πάω με το πρόγραμμα Erasmus στη Γάνδη του Βελγίου και το πρώτο πράγμα που αγόρασα πριν φύγω από την Ελλάδα ήταν μια φωτογραφική μηχανή. Δεν ήξερα το γιατί, απλώς θεώρησα ότι έτσι θα μπορούσα να καταγράψω αυτό που θα συνέβαινε εκεί. Και έτσι κάπως ξεκίνησα – χωρίς πυξίδα, αλλά με τη θερμή επιθυμία να φωτογραφίσω κυρίως τους ανθρώπους που θα συναντούσα – και συνεχίζω μέχρι σήμερα: φωτογραφίζοντας τους ανθρώπους που ανταμώνω στο ταξίδι της ζωής μου.
Διαχωρίζετε την εικόνα τοπίου από την πιο προσωποκεντρική, πώς αλήθεια ταξινομείτε τα δύο είδη και τι θεωρείτε για το καθένα το μυστικό;
Οταν κοιτάμε ένα φωτογραφικό έργο, οι εικόνες που θυμόμαστε και με τις οποίες κυρίως ταυτιζόμαστε είναι τα πορτρέτα. Χωρίς τα πορτρέτα, το έργο είναι μέσες – άκρες αδιάφορο. Ομως, για να είναι ολοκληρωμένο ένα φωτογραφικό project, έχει τεράστια ανάγκη τα τοπία, τα κτίρια, την περιγραφή του ίδιου του τόπου. Γι’ αυτό και είναι αλληλένδετα αν θέλει κανείς να αφηγηθεί μια ιστορία: πρόσωπα και τόπος πάνε μαζί. Οσο προχωράς σε αυτό και φωτογραφίζεις, ανακαλύπτεις ως δημιουργός τι σου ταιριάζει – ποια ώρα προτιμάς να φωτογραφίζεις, πώς προσεγγίζεις τους ανθρώπους, πώς εκτελείς κάτι σε περιορισμένο χώρο και χρόνο. Δεν σταματάς να μαθαίνεις ποτέ σε αυτό το άθλημα.
Στο έτερο έργο σας ανάμεσα σε άλλα, τον «Καρλομάγνο», καταγράψατε μια Ευρώπη που άλλαζε τότε, 2008, αλλά και που σήμερα, αν πιθανώς επιχειρούσατε το ίδιο, θα ήταν ακόμη πιο αλλαγμένη. Τι κίνητρο ήταν αυτό που σας έκανε να την περιηγηθείτε; Φωτογραφίσατε δε σε ένα πρωτότυπο πρότζεκτ εκατό έλληνες μετανάστες/τριες του Βελγίου με κλειστά τα μάτια τους…
Διαπιστώνω ότι όσα έργα έχω κάνει συνδέονται με ένα προσωπικό νήμα: την ανάγκη μου να κάνω βιβλίο όποιον τόπο αγάπησα. Αγάπησα τη Μύκονο, την έκανα βιβλίο. Για την Ευρώπη δημιούργησα το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο «Ο Καρλομάγνος και η κάμερα με τα μυστικά». Για τον γενέθλιο τόπο μου, την Εδεσσα, έκανα ένα λεύκωμα. Το ίδιο έκανα και για το Βέλγιο. Γιατί παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή μου, μιας κι εκεί ανακάλυψα τη φωτογραφία. Ηθελα, λοιπόν, ως φόρο τιμής στα χρόνια που πέρασα και στους ανθρώπους που γνώρισα, να φτιάξω ένα έργο για αυτούς. Κάπως έτσι προέκυψε το «Daydreaming». Είναι μια εικαστική σπουδή στους έλληνες μετανάστες του Βελγίου, όπου ο ιστορικός, ο κοινωνιολόγος και ο ανθρωπολόγος του μέλλοντος θα μπορεί να τρέξει τη ματιά του και να δει πώς έζησαν, τι ονειρεύτηκαν και ποιοι ήταν οι Ελληνες στο Βέλγιο το έτος 2010.
Φωτογραφίζοντας για καιρό την Εδεσσα, μοιάζετε να έχετε τη ματιά σας στο οικουμενικό, μα πάντα σε σχέση με το τοπικό. Πώς αλληλοσυνδέονται αυτά για εσάς;
Το τοπικό είναι οικουμενικό. Η Εδεσσα είναι μια μικρή πόλη που αποπνέει Βαλκάνια. Εχει αυτές τις μυρωδιές από το τζάκι, τα νερά που διατρέχουν την πόλη, τις ομορφιές της φύσης, τα παγανιστικά έθιμα, τους απλούς ανθρώπους που την περιδιαβάζουν. Χωρίς εξάρσεις, με μια αρμονία, με έναν γλυκό συντηρητισμό. Θεωρώ πως, φωτογραφίζοντας τον τόπο των παιδικών μου χρόνων, αφενός τον διασώζω στον χρόνο και αφετέρου μιλώ για όλη την Ελλάδα – κυρίως τη Βόρεια Ελλάδα – και γενικά για τα Βαλκάνια. Και όλα συνδέονται πάλι μέσα από την αγάπη μου για έναν τόπο, που μετατρέποντάς τον σε βιβλίο αφήνω το αποτύπωμά μου και τον μοιράζομαι με το σύμπαν.