Με το όνομά του πλέον συστήνεται στους επισκέπτες του Μουσείου Ακρόπολης ο «Ιππέας» (Ακρ. 700), αφού πλέον πατά πάνω στο αρχικό ενεπίγραφο βάθρο του – του 510-500 π.Χ. –, το οποίο αποκαλύπτει και την ταυτότητά του: είναι ο Διονύσιος, ο γιος του Κολοίου, που προσέφερε το συγκεκριμένο ανάθημα στη θεά Αθηνά, εκπληρώνοντας το τάμα του να προσφέρει τη δεκάτη, το ένα δέκατο των ετήσιων εισοδημάτων του δηλαδή.
Το γλυπτό από παριανό μάρμαρο, που γεννήθηκε από το χέρι τεχνίτη αττικού εργαστηρίου, βρέθηκε το 1887 ανατολικά του Ερεχθείου. Απεικόνιζε έναν ιππέα, πιθανότατα γυμνό, και ήταν ανάθημα κάποιου εύπορου άνδρα ανώτερης κοινωνικής τάξης που είχε την οικονομική δυνατότητα και την υποχρέωση προς την πόλη να συντηρεί πολεμικό άλογο.
Απών εδώ και έξι μήνες από την αίθουσα της αρχαϊκής συλλογής του μουσείου, ο Ιππέας είχε αποσυρθεί στα εργαστήρια συντήρησης, για να επιστρέψει προ ημερών, όχι μόνο με το ενεπίγραφο βάθρο του – το οποίο κατέβηκε αιωρούμενο με γερανό από τον βράχο της Ακρόπολης, όπου βρισκόταν, ως το μουσείο, ύστερα από ταύτιση της αρχαιολόγου Ελισάβετ Σιουμπάρα –, αλλά και με πλήρως ανανεωμένη την εικόνα του. Κι αυτό διότι ολοκαίνουργια μεταλλικά στηρίγματα αντικατέστησαν τα παλιά από πλεξιγκλάς (στη θέση των χαμένων μελών του), ενώ απέκτησε και πάλι τέσσερα χαμένα θραύσματα που αναγνωρίστηκαν από τον αρχαιολόγο Ραφαέλ Ζακόμπ ότι προέρχονταν από τα πόδια του.
Για περισσότερο από έξι δεκαετίες το περήφανο άλογο με τη γαλάζια χαίτη (εντοπίστηκε αιγυπτιακό μπλε με τη μέθοδο της υπέρυθρης φωταύγειας) ήταν τοποθετημένο σε μια βάση που είχε κατασκευαστεί την περίοδο 1956-1964. Η έμπειρη ομάδα των συντηρητών του Μουσείου Ακρόπολης με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Βασιλειάδη, αφού συντήρησε το αυθεντικό βάθρο και το γλυπτό και αφού αντικατέστησε τα στηρίγματα πλεξιγκλάς με μεταλλικά, δημιούργησε ένα πλήρως αναστρέψιμο σύστημα στήριξης του συνόλου πάνω στη μαρμάρινη βάση.