Εναν από τους σημαντικότερους συνεργάτες του ούγγρου σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ, τον συμπατριώτη του συνθέτη, μουσικό και ηθοποιό Μιχάλι Βιγκ, πρόκειται να υποδεχθεί και να τιμήσει το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων, που θα διεξαχθεί από τις 21 Οκτωβρίου ως την 1η Νοεμβρίου. Μήνες μετά τον θάνατο του Ταρ, τον Ιανουάριο 2026, το Φεστιβάλ στρέφει το βλέμμα στον ιδιαίτερο κινηματογραφικό κόσμο του και στη μακρόχρονη δημιουργική σχέση του με τον Μιχάλι Βιγκ, τον «ποιητή» της μουσικής των ταινιών του.
Σε δημιουργικό επίπεδο, πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση σας με τον Μπέλα Ταρ; Πώς θα περιγράφατε μέσα σε μια πρόταση τη συνεργασία σας;
Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι συνεργαστήκαμε μεταξύ 1983-2010 και η σχέση μας ήταν ομαλή και φιλική καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των ετών.
Αναφερθείτε σε κάτι που ο περισσότερος κόσμος ο οποίος αγαπάει τις ταινίες του Μπέλα Ταρ πιθανόν δεν γνωρίζει – και ίσως θα έπρεπε;
Είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι ο Μπέλα δημιουργούσε ταινίες σε στενότατη συνεργασία με τη μοντέρ και «συν-σκηνοθέτιδα» αυτών των ταινιών, Ανιές Χρανίτσκι, η οποία έπαιζε σημαντικό ρόλο σε κάθε δημιουργική απόφασή του και με την οποία με συνέδεε επίσης στενή φιλία.
Θυμάστε πότε και υπό ποιες συνθήκες γνωριστήκατε με τον Μπέλα Ταρ;
Μιλάμε τώρα για τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ο Μπέλα και οι συνεργάτες του είχαν ακούσει μια κασέτα που είχα φτιάξει με κάποιους φίλους μου. Ενα από τα κομμάτια τους άρεσε τόσο πολύ, που με κάλεσαν στο διαμέρισμά του και μου ζήτησαν να γράψω τη μουσική για την ταινία «Φθινοπωρινό Αλμανάκ» (Őszi almanach). Ηταν η αρχή μιας υπέροχης συνεργασίας.
Πώς νιώσατε από αυτό το κάλεσμα και πώς το διαχειριστήκατε;
Ομολογώ ότι με εξέπληξε κάπως, διότι εκείνη την εποχή έπαιζα σε ένα εναλλακτικό μουσικό συγκρότημα, γνωστό μόνο σε έναν κύκλο πολύ περιορισμένο. Ο Μπέλα όμως, αν και μόλις δύο χρόνια μεγαλύτερός μου, είχε ήδη σκηνοθετήσει αρκετές ταινίες και θεωρούνταν διάσημος σκηνοθέτης στη χώρα μας. Οπως και να ‘χει, βρήκαμε γρήγορα κοινή γλώσσα και στην πάροδο του χρόνου μπορέσαμε να γνωριστούμε όλο και καλύτερα.
Ως ένα εμβληματικό δίδυμο σκηνοθέτη – μουσικοσυνθέτη σε ταινίες που έχουν αγαπηθεί πολύ – τις «Αρμονίες του Βέρκμαϊστερ», το «Satantango», το «Αλογο του Τορίνο» – υπήρχε κάτι στον Μπέλα Ταρ που πάντα σας εντυπωσίαζε;
Ημασταν απλώς καλοί συνεργάτες. Εργαζόμασταν μαζί. Είχαμε κοινό στόχο. Εστιάζαμε στην επίλυση των προβλημάτων που προέκυπταν. Ο ίδιος έλεγε ότι βλέπουμε τον κόσμο από την ίδια αφετηρία και ότι, σε γενικές γραμμές, σκεφτόμαστε το ίδιο για τα πράγματα. Νομίζω ότι αυτό έπαιξε ρόλο στην υγιή μας συνεργασία.
Υπήρξαν ποτέ στιγμές δημιουργικής διαφωνίας μεταξύ σας;
Ειλικρινά δεν θυμάμαι καμία. Ηχογραφούσα τη μουσική σε κάποιο στούντιο – συνήθως ετοίμαζα διάφορες εκδοχές, και εκείνοι, ο Μπέλα και η Ανιές, επέλεγαν αυτές που τους ταίριαζαν περισσότερο.
Υπήρξε κάποια ταινία του Ταρ για την οποία νιώσατε ότι κοπιάσατε περισσότερο απ’ ό,τι για άλλες;
Η πιο δύσκολη περίπτωση για μένα ήταν, ίσως, ο «Ανθρωπος από το Λονδίνο» (σ.σ. η ταινία «The Man from London» στην οποία πρωταγωνιστεί η Τίλντα Σουίντον, είναι μια διασκευή του μυθιστορήματος με τον ίδιο τίτλο του Ζορζ Σιμενόν). Ηταν πολύ δύσκολο να καταλήξουμε σε κάτι που να μας άρεσε πραγματικά. Θυμάμαι ότι για εκείνη την ταινία έφτιαξα τουλάχιστον έξι διαφορετικές εκδοχές του μουσικού θέματος. Ποτέ όμως κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας δεν προκλήθηκε κάποια σύγκρουση μεταξύ μας.
Πώς εξηγείτε την απόφασή του Ταρ, λίγα χρόνια πριν πεθάνει, να δηλώσει ότι είχε τελειώσει με τον κινηματογράφο, παρότι ήταν σαφές ότι είχε ακόμα πολλά να προσφέρει;
Θα σταθώ στην εξήγηση που ο ίδιος έδωσε: δεν ήθελε να επαναλαμβάνεται· ένιωθε ότι είχε πει όλα όσα μπορούσε ή ήθελε να πει. Το κατάλαβα αυτό και το σεβάστηκα. Χρειάζεται τεράστιο ψυχικό σθένος για έναν τόσο μεγάλο καλλιτέχνη να πει κάτι τέτοιο και να το εννοεί. Γι’ αυτό ο Μπέλα Ταρ ήταν ένας γνήσιος δημιουργός.
Πόσο εύκολο πιστεύετε ότι είναι σήμερα να αναδυθούν φωνές όπως αυτή του Μπέλα Ταρ;
Δεν είναι ποτέ εύκολο. Μπέλα Ταρ δεν βγαίνουν εύκολα. Κάποιοι τα καταφέρνουν, άλλοι όχι. Τελικά, το κοινό είναι αυτό που αποφασίζει αν κάτι είναι καλό ή όχι. Μόνο το κοινό.