Γιάννης Μωραΐτης στα «ΝΕΑ»: «Οι σημερινοί μπουζουξήδες δεν έχουν μαγκιά στο παίξιμο»

Κατ’ αρχάς η ζωή σας έχει γίνει ντοκιμαντέρ από την Κατερίνα Πανταζοπούλου. Και έγινε και εκδήλωση στο Μπραχάμι. Να ξεκινήσουμε από αυτό. Σας τίμησε ο δήμος σας.

Και τους ευχαριστώ όλους που ήρθαν. Και ευχαριστώ τον δήμαρχο Στέλιο Μαμαλάκη, την αντιδήμαρχο. Την Ανδρούτσου, την πρώην δήμαρχο και φίλη μου. Τη δημοσιογράφο Αθηνά Καμπάκογλου που ήρθε και μίλησε. Θέλω να ευχαριστήσω και τον Γιώργο τον Ντάλη που με προσέχει. Τον φίλο μου μπουζουξή και συνθέτη Γιώργο Αλτή. Ηρθαν και οι συνάδελφοι Δράμαλης και Παναγιώτης Στεργίου.

Το Μπραχάμι ήταν περιοχή μπουζουξήδων;

Βέβαια. Ερχόταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ερχόταν ο Χατζηχρήστος που έπαιζε με τον αδερφό μου τον Δημήτρη.

Τι μαγαζιά υπήρχαν;

Ο Λουκάς, ο Ποθητός. Ο Σπόρος ήταν από εδώ. Ο Μακρυδάκης, ο Σπύρος και ο Δημήτρης Ευσταθίου.

Ποια χρονιά ξεκινάτε να παίζετε;

Αρχές ’60 έπαιζα ήδη. Ο αδερφός μου, ο Δημήτρης, έπαιζε με τον Χατζηχρήστο στου Λουκά. Και άρχισε να με πηγαίνει στο Μπαράκι του Μάριου στην Ομόνοια. Σύχναζαν οι καλύτεροι μπουζουξήδες εκεί. Ερχόταν ο Τσιτσάνης, ο Μητσάκης και άλλοι. Εκεί πέρα ήταν σφηκοφωλιά λαϊκών μουσικών. Ο Μάριος Δαλέζιος, τον πρόλαβα, ήταν ένας γίγαντας, ψηλός.

Πρώτο πάλκο πού παίζετε;

Στο Μπραχάμι. Στου Ποθητού. Κι ύστερα κατεβαίνω στο Μπαράκι και είναι ο ατζέντης ο Χαριτόπουλος και μου λέει: «Πας Θεσσαλονίκη;». Και πήγα στον Κοκκώνη, στη Σταυρούπολη. Με τον Ρουμελιώτη και τη Ρία Νόρμα. Και με τον σπουδαίο μπουζουξή Σωκράτη Καμπουρέλο.

Απ’ την πιο παλιά φρουρά ποιον προλαβαίνετε; Προλαβαίνετε τον Μάρκο, που είπατε πιο πριν;

Επαιζα με τον Μάρκο και τον Παγιουμτζή στου Βρανά. Κι ύστερα γίναμε πιο μοντέρνοι και πήγαμε στο Σου Μου.

Πώς ήταν ο Μάρκος; Πώς τον θυμάστε;

Ενας καλός άνθρωπος. Με τον Στέλιο, τον γιο του, πηγαίναμε κάτω στο υπόγειο στο σπίτι του. Και σαν μουσικός, σαν καλλιτέχνης μεγάλος. Οταν έπιασα το μπουζούκι του, δεν μπορούσα να παίξω. Αυτός έκανε άλλο κούρδισμα. Εγώ δεν το ‘ξέρα.

Αρα είστε στα κέντρα ήδη από τις αρχές του ’60, μπουζουξής. Πώς είναι η νύχτα τότε; Γιατί το βιβλίο σας το λέτε «Η νύχτα είπε καληνύχτα» (Γιώργος Αλτής, εκδ. Μετρονόμος);

Γιατί κλείσανε όλα τα μαγαζιά.

Ε, δεν έχει μαγαζιά τώρα;

Οχι, δεν είναι μπουζουκάδικα μαγαζιά. Εγώ έπαιζα στην Παραλία, στα καλύτερα με φίλους μου. Επαιζα και με τους μοντέρνους μετά. Με τον Νταλάρα, με την Αλεξίου, τον Πάριο. Με τον Στράτο Διονυσίου ήμουν δώδεκα χρόνια μαζί.

Στη δισκογραφία πότε μπαίνετε;

Με έπαιρνε ο Στέλιος Χρυσίνης και παίζαμε συνέχεια. Ξεκίνησα με τον Καλφόπουλο στην Κολούμπια. Και στο στούντιο της ΕΡΑ, στη Σταδίου. Παίζαμε και στους κινηματογράφους. Στα διαλείμματα των ταινιών αλλά και σε τύπου βαριετέ με ηθοποιούς που τους γνώρισα όλους, όπως ο Ζαννίνο, ο Φραγκίσκος Μανέλλης και άλλοι πολλοί, κυρίως κωμικοί.

Αμερική πότε πάτε; Γνωρίζετε μάλιστα τον Τσακ Νόρις.

Το 1967. Εκανα έξι μήνες, κυρίως στο Χόλιγουντ. Υστερα πηγαινοερχόμουν. Τα συμβόλαια για να πας έξω ήταν έξι μήνες το λιγότερο. Επαιζα στο Greek Village του Παναγιώτη Μπράβου. Και πριν σε αυτό έπαιζε ο Σπόρος. Ηταν διαφημισμένο μαγαζί και οι ηθοποιοί πηγαίνανε εκεί γιατί ο Μπράβος είχε σχέση με τον κινηματογράφο. Για την ακρίβεια, η γυναίκα του είχε μπαμπά έναν μεγάλο παραγωγό. Τον Νόρις τον γνώρισα πιο μετά, το ’93. Και ερχόταν στο μαγαζί και με κάλεσε μια μέρα και έπαιξα στα γενέθλιά του στο σπίτι του. Γνώρισα πολλούς, όπως ο Αλ Πατσίνο, η Μισέλ Πφάιφερ, ο Τσάρλτον Ιστον. Ηθελαν κυρίως «Τα παιδιά του Πειραιά» και τον «Ζορμπά».

Γιατί αγαπάτε το μπουζούκι;

Είναι στη ζωή μου μέσα. Στην ψυχή μου. Γεννήθηκα μέσα στο μπουζούκι.

Εγώ λοιπόν είδα το όνομά σας στα «50 χρόνια ρεμπέτικο» και στα «Ρεμπέτικα της Κατοχής» του Νταλάρα πρώτη φορά. Μεγάλοι δίσκοι της Μεταπολίτευσης.

Με τον Χρήστο Νικολόπουλο παίζαμε εκεί. Στα «Ρεμπέτικα της Κατοχής» παίζω σε όλο τον δίσκο. Στα «50 χρόνια ρεμπέτικο» παίζω, αλλά παίζουν κι άλλοι. Ντουέτα. Είναι τέσσερα, πέντε άτομα.

Από την εποχή του ’70 και μετά γράφετε στις μικρές εταιρείες.

Ναι. Εκεί είχε καλούς τραγουδιστές και βγήκαν καλά τραγούδια. Καλές φωνές σαν του Ταλιούρη, του Στέλιου Λιθόπουλου, του Στράτου Κύπριου, της Μαυράκη και άλλων. Στις μεγάλες εταιρείες είχαν πάει ελαφροί και είχανε πια φωλιάσει και κάτι άλλοι μπουζουξήδες.

Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια βρίσκατε τον χώρο και κάνατε δίσκους, είχατε μαθητές, συνδεθήκατε με τη νεότερη γενιά μπουζουξήδων σαν τον Γιώργο Αλτή.

Μου αρέσει πάντα να συναντώ τη νεότερη γενιά συναδέλφων και πάντα μιλώ τη γλώσσα της. Σε τριάντα χρόνια θα είμαι μόδα! Ο Αλτής είναι αδερφός.

Σήμερα πώς το βλέπετε το μπουζούκι;

Ολα τα παιδιά που παίζουνε είναι καλά, αλλά τους λείπει κάτι. Δεν έχουν μαγκιά στο παίξιμο.

Ποιος είχε μαγκιά από τους παλιούς του ’60;

Ολοι. Ο Χιώτης, ο Μπέμπης.

Συνεργαστήκατε με τον Χιώτη; Προλάβατε;

Οχι. Τον άκουγα όμως. Και είχα πάει και σπίτι του στην Κυψέλη, πολύ νέος εγώ τότε, με τον Χρήστο Σταθάτο. Πήγαμε, χτυπήσαμε την πόρτα και του είπα: «Κύριε Μανώλη, μπορείτε να μας δείξετε τη “Φλόγα”;». Μας ανέβασε πάνω στο σαλόνι και τρέμανε τα γόνατά μας. Μεγάλο πρόσωπο. «Να σας πω», μας είπε, «βγάλτε τα μπουζούκια και παίξτε, βρε παιδιά». Και δεν μπορούσαμε να παίξουμε. Μας έδειξε μετά και φύγαμε τρέχοντας. Πήγαμε στην πλατεία της Κυψέλης και βγάλαμε τα μπουζούκια για να παίξουμε και να μην ξεχάσουμε τι μας είχε δείξει. Τον τρόπο του δηλαδή. Αυτός έβγαλε το μπουζούκι από τους τεκέδες και άλλαξε τη μορφή του τραγουδιού.

Το ’60 προλαβαίνετε τα μεγάλα κέντρα, τα μπουζουξίδικα τα καθαρόαιμα, αλλά και το Πέραμα και άλλες καταστάσεις.

Εχω παίξει και στο Πέραμα. Ναύτες. Γυναίκες. Μανιάτες. Δύσκολα. Είχε μπουζουκάδικα. Ηταν του Βασιλειάδη, του Αλογάκου και του Χασανάκου.

Αντέχατε τη νύχτα τόσα χρόνια;

Ναι. Μου άρεσε τότε. Εχω παίξει στο Σεραφίνο, στα Δειλινά – καινούργια και παλιά –, στο Στορκ, στη Νεράιδα, στο Καν Καν…

Πώς ζείτε σήμερα;

Κέντρο δεν κατεβαίνω πια πολύ. Εχω καλούς φίλους, κάθομαι στο Μπραχάμι και πίνω το καφεδάκι μου. Ακούω πολλή μουσική. Και πολλά ξένα. Benson, James Brown, Toto.

Κάτι που θέλετε να πείτε στον κόσμο που θα σας διαβάσει στα «ΝΕΑ»…

Δεν μπορώ να ευχαριστηθώ ένα τραγούδι έτσι σημερινό. Είτε λαϊκά λέγονται, όλο Αραβία κλέβουνε και τίποτα άλλο. Να γράψουν λαϊκά.