Mια δημοσκόπηση που έγινε πρόσφατα στη Γαλλία έδειξε ότι το 62% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι «παλιά ήταν καλύτερα», ενώ το 70% θα προτιμούσε να ζει στο παρελθόν. Ανάλογα είναι τα ευρήματα δημοσκοπήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενα αίσθημα πλανάται πάνω από τον κόσμο, το αίσθημα της νοσταλγίας. Η γαλλίδα φιλόσοφος Μπαρμπαρά Κασέν έχει δώσει όνομα σε τι ακριβώς νοσταλγούμε με ένα άρθρο που έγραψε πριν από τρία χρόνια στη «Monde»: «Αυτό το χθες όπου πίστευα ότι αύριο θα ήταν καλύτερα»
Η νοσταλγία αφορά φυσικά τους μεγαλύτερους, αυτούς που μπορούν να κάνουν συγκρίσεις. Ενας 16χρονος, αντιθέτως, που από τότε που θυμάται τον εαυτό του κυβερνούσε τη Γαλλία ο Εμανουέλ Μακρόν, τι συγκρίσεις να κάνει; Εκείνος βλέπει το μέλλον του να εξαρτάται από αλγόριθμους και λίστες αναμονής. Εκείνος αισθάνεται ότι ενώπιον τόσο μεγάλων απειλών όπως είναι η τεχνολογία ή η κλιματική αλλαγή δεν ελέγχει την ζωή του.
Προβληματίζεται, απογοητεύεται, θυμώνει. Δεν βρίσκει πια στήριξη στις «τράπεζες οργής» (κόμματα, συνδικάτα, εκκλησία), έναν όρο του γερμανού φιλόσοφου Πέτερ Σλότερνταϊκ, στον οποίο αναφέρθηκε προχθές ο ιταλοελβετός συγγραφέας Τζουλιάνο ντα Εμπολι κατά τη συζήτησή του με τον Κυριάκο Πιερρακάκη. Διαπιστώνει, δικαίως ή αδίκως, ότι οι πολιτικοί δεν εκπληρώνουν αυτό που είπε ο έλληνας υπουργός Οικονομικών στην ίδια συζήτηση, δηλαδή να δίνουν λύσεις. Και βγαίνει στον δρόμο για να εκφράσει την απελπισία του.
Και να τα σπάσει; Κατά κανόνα όχι. Το προφίλ των casseurs δεν είναι αυτό που περιγράψαμε προηγουμένως. Και είναι λυπηρό ότι τόσοι αναλυτές, εντός και εκτός εισαγωγικών, επικεντρώνονται αποκλειστικά σε αυτό το σημείο και νομίζουν ότι ξεμπερδεύουν.
Δύο εξέχουσες προσωπικότητες κάποιας ηλικίας, ο 79χρονος Μάριο Ντράγκι και ο 85χρονος Σέρτζιο Ματαρέλα, μιλούν μια τελείως διαφορετική γλώσσα. Δεν θέλουν να κολακέψουν τους νέους, ούτε όμως να τους πατρονάρουν. Θέλουν να βρουν λύσεις ή μάλλον να πείσουν εκείνους που λαμβάνουν αποφάσεις ότι είναι επείγον να βρουν λύσεις. Το μεγάλο τους πλεονέκτημα είναι ότι δεν αναζητούν ψήφους. Είναι έτσι ελεύθεροι να πουν αλήθειες που αγνοεί ο «νεομπουμερισμός» (κατά την έκφραση του Τζανλούκα Μέρκουρι στην «Corriere della Sera»), η ιδεολογία δηλαδή του αυτάρεσκου βετεράνου ηγέτη που ισχυρίζεται ότι όλα θα είναι πάντα όπως πάντα.
«Δεν είναι εύκολο να εξηγήσουμε τις εξεγέρσεις στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία, η καθεμιά έχει τις ιδιαιτερότητές της», είπε ο πρώην διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πριν από λίγες ημέρες στο Bloomberg. «Το μόνο κοινό τους στοιχείο είναι ότι θα διεξαχθούν προσεχώς και στις τρεις αυτές χώρες κρίσιμες εκλογές. Κατά τη γνώμη μου, πάντως, το κλειδί βρίσκεται στο πεδίο των προσδοκιών: οι νέοι έχουν την αίσθηση ότι δεν τους ακούει κανείς. Και αυτό τους δημιουργεί άγχος. Βλέπουν την κοινωνική δυναμική να είναι μπλοκαρισμένη. Δυσκολεύονται να βρουν δουλειά και νιώθουν απροετοίμαστοι μπροστά σε μια κοινωνία που ζει έναν ταχύτατο τεχνολογικό μετασχηματισμό. Σε αυτό προστίθενται και άλλοι παράγοντες: ο ρόλος των πολιτικών, η δυναμική της πλατείας, οι συγκρούσεις και η βία – που θα πρέπει να καταδικάζεται σε κάθε περίσταση. Ολα αυτά τα στοιχεία, όμως, λειτουργούν περισσότερο ως καταλύτες παρά ως πραγματικές εξηγήσεις».
Με άλλα λόγια, παρατηρεί ο αρθρογράφος της «Corriere», ο Ντράγκι δεν αγνοεί τη βία ούτε αποφεύγει να τη στιγματίσει, αρνείται όμως να της επιτρέψει να εκτοπίσει την ουσία. Το ίδιο κάνει και ο ιταλός πρόεδρος της Δημοκρατίας όταν ζητά μια «ευρύτερη ματιά» για τις κινητοποιήσεις, που θα επιτρέψει να προταθούν «στρατηγικές οι οποίες θα λαμβάνουν υπόψη τη δυσφορία των νέων, τη βαθιά ανασφάλειά τους για το μέλλον και τον φόβο τους ότι θα περιθωριοποιηθούν. Εναν φόβο που είναι ακόμη μεγαλύτερος στους ταραγμένους καιρούς που ζούμε».
Aκόμη κι όταν οι εικόνες από το κατεστραμμένο κέντρο του Μιλάνου κατέκλυζαν τις ιστοσελίδες και τα κανάλια, ο Σέρτζιο Ματαρέλα αρνιόταν να κατονομάσει ενόχους, να μιλήσει για την Αριστερά ή για τους μετανάστες και να δεχθεί το αίτημα του υπουργού Εσωτερικών να δοθούν στους στρατιώτες ίδιες δικαιοδοσίες μ’ εκείνες των καραμπινιέρων. Φυσικά και χαρακτήρισε τους βανδαλισμούς απαράδεκτους. Φυσικά και εξέφρασε την αλληλεγγύη του στους τραυματίες αστυνομικούς. Μίλησε όμως για «πτυχές της διαμαρτυρίας που παραμένουν ασαφείς» και ζήτησε να υπάρξει «μια προσεκτική εγρήγορση, ώστε να αντιμετωπιστεί μια βία που ξεσπά απροσδόκητα από περίεργους δρώντες». Οι νέοι, είπε, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με την προκατάληψη που είναι η πρώτη ασπίδα του προνομίου, την προκατάληψη του «εμείς ήμασταν διαφορετικοί» και το προνόμιο του ότι «ζήσαμε σε μια εποχή πράγματι διαφορετική, καθώς η κοινωνική άνοδος ήταν εφικτή και η ευημερία εξασφαλιζόταν στην πλάτη όσων δεν είχαν ακόμη γεννηθεί».