Η κρυφή σχέση της στεγαστικής κρίσης και της ενεργειακής φτώχειας

Ενώ οι πόλεις σε όλη την Ευρώπη υπέφεραν από τον καύσωνα τον Ιούνιο του 2026, ο καθηγητής Michael Janoschka εστίαζε την προσοχή του σε ένα πιο μακροπρόθεσμο πρόβλημα: πώς να καταστούν οι κατοικίες οικονομικά προσιτές και ενεργειακά αποδοτικές σε μια ήπειρο που αντιμετωπίζει στεγαστική κρίση.

Ο Janoschka έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της καριέρας του στη μελέτη του τρόπου με τον οποίο η άνοδος των τιμών των κατοικιών, η κερδοσκοπία στον τομέα των ακινήτων και οι αστικές ανισότητες αναδιαμορφώνουν τις ευρωπαϊκές πόλεις.

Σήμερα, ως καθηγητής περιφερειακών επιστημών στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καρλσρούης, ηγείται μιας διεθνούς ομάδας η οποία διερευνά τους τρόπους με τους οποίους τα θέματα της οικονομικά προσιτής στέγασης και της ενεργειακής φτώχειας μπορούν να αντιμετωπιστούν από κοινού και όχι ως μεμονωμένες προκλήσεις πολιτικής.

«Η Ευρώπη διαθέτει ένα γηράσκον, συχνά ενεργειακά μη αποδοτικό στεγαστικό απόθεμα», δήλωσε ο Janoschka. «Το πόσο οικονομικά προσιτή είναι η στέγαση δεν εξαρτάται μόνο από τα ενοίκια ή τις δόσεις των στεγαστικών δανείων, αλλά και από το κόστος της θέρμανσης και, όλο και περισσότερο, της ψύξης». Για τον ίδιο, η αύξηση των τιμών και η κατανάλωση ενέργειας αποτελούν μέρος της ίδιας κρίσης.

Οι τιμές των κατοικιών έχουν εκτοξευθεί την τελευταία δεκαετία και σχεδόν το 10% των πολιτών της ΕΕ αντιμετωπίζουν «υπερβολική επιβάρυνση με δαπάνες στέγασης» – δαπανώντας περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για ενοίκιο, ενυπόθηκο δάνειο και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Εν τω μεταξύ, σχεδόν το 10% των Ευρωπαίων δεν μπορεί να διατηρήσει τα σπίτια του αρκετά ζεστά, ενώ και η ψύξη το καλοκαίρι αποτελεί ένα όλο και μεγαλύτερο πρόβλημα.

Επανεξέταση πολιτικής, συνεργασία με κοινότητες

Στο πλαίσιο του χρηματοδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Ενωση έργου PREFIGURE, ερευνητές, δήμοι και οργανισμοί στέγασης από οκτώ χώρες της Ευρώπης ένωσαν τις δυνάμεις τους υπό την καθοδήγηση του Janoschka για να διερευνήσουν τη σχέση μεταξύ στέγασης και ενέργειας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να καταστούν αμφότερες πιο προσιτές από οικονομική άποψη και χωρίς αποκλεισμούς.

Από κοινού, έχουν μελετήσει 16 τοπικές πρωτοβουλίες που αφορούν την παροχή οικονομικά προσιτής στέγασης και ενέργειας σε ευάλωτες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των νοικοκυριών χαμηλότερου εισοδήματος, των ηλικιωμένων, των προσφύγων και των ατόμων χωρίς κατοικία. Εξέτασαν τις δράσεις που έχουν ήδη αναλάβει οι δήμοι, οι τοπικοί φορείς και οι κάτοικοι για να αντιμετωπίσουν τα θέματα της οικονομικά προσιτής στέγασης και της ενεργειακής φτώχειας στις γειτονιές τους.

«Η άποψή μου είναι ότι η οικονομικά προσιτή στέγαση και η ενέργεια, που συνήθως αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστοί τομείς πολιτικής, θα πρέπει να εξετάζονται από κοινού», δήλωσε ο Janoschka. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η στέγαση θα πρέπει να θεωρείται κάτι περισσότερο από την απλή παροχή μιας στέγης πάνω από το κεφάλι των ανθρώπων. Επίσης, επηρεάζει την υγεία, την οικονομική ευημερία και την κοινωνική συνοχή.

Για να κατανοήσουν πόσο διαδεδομένες είναι αυτές οι προκλήσεις, οι ερευνητές διεξήγαγαν επίσης έρευνα σε περίπου 30.000 νοικοκυριά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή αναλύουν τα αποτελέσματα της έρευνας, προκειμένου να κατανοήσουν πώς θα μπορούσαν οι επιτυχημένες τοπικές προσεγγίσεις να προσαρμοστούν και σε άλλα μέρη, μέσω «κοινοτήτων μάθησης» που αποτελούνται από δίκτυα κατοίκων, δημόσιων λειτουργών και ερευνητών.

Λύσεις στην πράξη

Η Καρλσρούη, για παράδειγμα, εφαρμόζει εδώ και 20 χρόνια ένα πρόγραμμα συνεταιριστικής στέγασης, στο πλαίσιο του οποίου προσφέρει επιδοτήσεις για ανακαίνιση και παρέχει στους άστεγους πρόσβαση σε κενά διαμερίσματα, παράλληλα με τη δημιουργία ενεργειακά αποδοτικών κατοικιών. Σύμφωνα με τον Janoschka, το πρόγραμμα έχει μειώσει σημαντικά το φαινόμενο των αστέγων.

Οι ερευνητές εξετάζουν τώρα αν αυτά τα συμπεράσματα μπορούν να εφαρμοστούν στη Θεσσαλονίκη, όπου υπάρχουν 35.000 κενές κατοικίες.

«Το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης με δαπάνες στέγασης στην Ελλάδα είναι το υψηλότερο στην ΕΕ και ένα σημαντικό μέρος αυτού αφορά τα ενεργειακά κόστη», δήλωσε η Meriç Özgüneş, συντονίστρια πολιτικής στέγασης στο «Housing Thessaloniki», τον φορέα κοινωνικής μίσθωσης της πόλης.

Ο φορέας προχώρησε πρόσφατα στην ανακαίνιση 40 κατοικιών που παρέμεναν κενές εδώ και καιρό, με σκοπό να φιλοξενήσει ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ενώ οι κάτοικοι έχουν αρχίσει να μετακομίζουν σε αυτές από τον περασμένο Δεκέμβριο. Στόχος της είναι να προσθέσει 60 ακόμα μέσα σε τρία χρόνια και εκατοντάδες επιπλέον στη συνέχεια.

«Το έργο PREFIGURE μάς έχει προσφέρει εμπνευσμένες ιστορίες και μια βαθύτερη κατανόηση των πιθανών στρατηγικών και των τρόπων χρηματοδότησης», δήλωσε η Özgüneş. Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης προσφέρει στους ενοικιαστές τόσο μακροπρόθεσμες συμβάσεις κοινωνικής στέγασης όσο και κατοικίες που έχουν υποστεί ενεργειακή αναβάθμιση.

Στη Βαρκελώνη, μια άλλη πρωτοβουλία – το WikiHousing – ωθεί τη συμμετοχή της κοινότητας ένα βήμα παραπέρα. Συγκεντρώνει νέους ηλικίας 18 έως 30 ετών από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, οι οποίοι συνεργάζονται με αρχιτέκτονες και κατασκευαστές για να συμβάλουν στον σχεδιασμό, την προκατασκευή και, τελικά, τη διαχείριση ενεργειακά αποδοτικής δημόσιας στέγασης.

Καθώς οι συμμετέχοντες αποκτούν πρακτικές δεξιότητες στον τομέα των κατασκευών, το έργο δημιουργεί επίσης ένα μοντέλο ανοιχτού κώδικα που μπορούν να προσαρμόσουν άλλες πόλεις για την κατασκευή οικονομικά προσιτών κατοικιών με χαμηλές εκπομπές άνθρακα.

Ανισότητα, ενέργεια και τόπος

Ενώ η ομάδα υπό την ηγεσία του Janoschka έχει εστιάσει στην ανάδειξη επιτυχημένων τοπικών στεγαστικών πρωτοβουλιών, μια άλλη ευρωπαϊκή ερευνητική ομάδα διερευνά τους λόγους για τους οποίους πολλές ευάλωτες κοινότητες εξακολουθούν να μην διαθέτουν οικονομικά προσιτή και ενεργειακά αποδοτική στέγαση.

Η δρ Anne Kantel, ερευνήτρια στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής στο Ινστιτούτο Fraunhofer για την Ερευνα Συστημάτων και Καινοτομίας στην Καρλσρούη, συντονίζει το πρόγραμμα HouseInc, το οποίο χρηματοδοτείται από την ΕΕ.

Σε συνεργασία με τοπικές αρχές, ερευνητές και κοινοτικές οργανώσεις σε όλη την Ευρώπη, η ομάδα διερευνά τους τρόπους με τους οποίους η εισοδηματική ανισότητα στον τομέα της στέγασης επηρεάζεται από το κόστος της ενέργειας, τις δυνάμεις της αγοράς, τις πολιτικές, την κλιματική αλλαγή, καθώς και την πρόσβαση στις μεταφορές, τις δημόσιες υπηρεσίες και την κοινωνική στήριξη.

«Οταν μιλάμε για στεγαστική πολιτική, δεν μιλάμε απλώς για στέγαση, αλλά για ποιοτική στέγαση που σχετίζεται με την ευημερία των ανθρώπων», δηλώνει η Kantel.

Η ομάδα διεξήγαγε τέσσερις περιπτωσιολογικές μελέτες στις οποίες συμμετείχαν περιθωριοποιημένες ομάδες από την Ανατολική Ευρώπη: μετανάστες στη Γερμανία, κοινότητες Ρομά στην Τσεχία και στη Ρουμανία, και ουκρανοί πρόσφυγες στην Ιταλία.

Μέσω συνεντεύξεων, ομάδων εστίασης και πρακτικών δοκιμών, οι κάτοικοι συνεργάστηκαν με τις τοπικές αρχές, τις ΜΚΟ και τους ερευνητές για να συζητήσουν πιθανές καινοτομίες.

Οι ερευνητές έχουν επίσης διεξαγάγει έρευνα σε σχεδόν 15.000 νοικοκυριά σε οκτώ χώρες, προκειμένου να χαρτογραφήσουν τα σημεία όπου αυτές οι ελλείψεις στην πρόσβαση στη στέγαση και στην ενέργεια είναι πιο έντονες και να δημιουργήσουν έναν χάρτη που καταγράφει τις υπάρχουσες λύσεις, όπως τα γραφεία κοινωνικής στέγασης ή τα κοινοτικά προγράμματα ανακαίνισης, από τις οποίες θα μπορούσαν να αντλήσουν έμπνευση άλλες πόλεις.

Μηδενική προστασία από το σύστημα

Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι αυτές οι περιθωριοποιημένες κοινότητες αντιμετωπίζουν συχνά διαρθρωτικές διακρίσεις.

Οι Ρομά συχνά δεν διέθεταν επίσημο καθεστώς διαμονής ή ζούσαν σε αυτοσχέδιες κατοικίες σε οικόπεδα που δεν τους ανήκαν, γεγονός που αύξανε τον κίνδυνο εκτόπισής τους. Οι ουκρανοί πρόσφυγες στην Ιταλία αντιμετώπιζαν προβλήματα λόγω της βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, η οποία τους εμπόδιζε να εγκατασταθούν, να βρουν εργασία ή να ενταχθούν στην κοινωνία.

Και στις δύο περιπτώσεις, τα σπίτια συχνά δεν διέθεταν μέτρα ενεργειακής απόδοσης, με αποτέλεσμα οι ενοικιαστές να αναγκάζονται να χρησιμοποιούν παλιές ηλεκτρικές συσκευές ή συσκευές θέρμανσης. «Μια σύσταση που προέκυψε είναι ότι πρέπει να υπάρχει κάποια σταθερότητα και μακροβιότητα σε τέτοια προγράμματα», δήλωσε η Kantel. «Οι τοπικές αρχές χρειάζονται επίσης υποστήριξη και κατάρτιση για να αξιολογούν τις τοπικές ανάγκες και να βοηθούν τους πολίτες με στοχευμένο τρόπο».

Στη συνοικία Vogelstang του Μανχάιμ, στη Γερμανία, όπου κατοικούν πολλοί κάτοικοι με μεταναστευτικό υπόβαθρο που ζουν σε κτίρια με χαμηλή ενεργειακή απόδοση, οι κάτοικοι ανέφεραν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να θερμάνουν και να δροσίσουν τα σπίτια τους με οικονομικό τρόπο. Ωστόσο, πολλοί δήμοι δεν το έχουν αντιμετωπίσει ως ξεχωριστό πρόβλημα.

Για την Kantel, η διαπίστωση αυτή είναι αποκαλυπτική, καθώς αποδεικνύεται ότι ζητήματα όπως η ενεργειακή φτώχεια υποβαθμίζονται όταν οι υπηρεσίες λειτουργούν απομονωμένα, χωρίς συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών. «Στην Ευρώπη, πιστεύω ότι υπάρχει ανάγκη καλύτερης ανακατανομής των πόρων και επένδυσης στην ανάπτυξη τοπικών υποδομών», δήλωσε.

Το γενικότερο επιχείρημα που προβάλλει η Kantel είναι ότι οι δήμοι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κτίρια και τις υποδομές μιας ολόκληρης περιοχής, και όχι μόνο τις μεμονωμένες κατοικίες, κατά τον σχεδιασμό της στρατηγικής για τη στέγαση.

«Οι κατοικίες γίνονται μέρος της υποδομής της περιοχής», είπε. «Τα μέτρα δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στο επίπεδο των νοικοκυριών, πρέπει να επεκτείνονται στο επίπεδο των κτιρίων και των γειτονιών».

Τελικά, οι δύο ερευνητικές ομάδες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: το να γίνουν τα σπίτια πιο οικολογικά δεν σημαίνει αυτόματα ότι θα γίνουν και πιο δίκαια.

Οι στεγαστικές πολιτικές πρέπει να διαμορφώνονται σε συνεργασία με τους ανθρώπους που βοηθούνται από αυτές, ώστε η πράσινη μετάβαση της Ευρώπης να μην αφήσει πίσω τους πιο ευάλωτους πολίτες της.