Ο θάνατος του Ντέιβιντ Χόκνεϊ στις 11 Ιουνίου δεν αποτελεί μόνο σημαντική απώλεια για τον κόσμο της τέχνης, αλλά εξελίσσεται σε ζήτημα που απασχολεί ευθέως την αγορά της.
Παράλογο; Καθόλου, αν αναλογιστεί κάποιος, ότι η περιουσία του ζωγράφου αγγίζει τα δισ. στερλίνες, ενώ το Ιδρυμα Ντέιβιντ Χόκνεϊ, που έχει ως αποστολή του την έκθεση, τη διαφύλαξη και την έκδοση του έργου του καλλιτέχνη, έχει στην κατοχή του, κατά δήλωσή του, περισσότερα από 8.000 έργα, σύμφωνα με τους βρετανικούς «Times».
To ρεκόρ δημοπρασίας διατηρεί το «Πορτρέτο ενός καλλιτέχνη (Πισίνα με δύο μορφές)», που πωλήθηκε για 90,3 εκατ. δολάρια από τους Christie’s της Νέας Υόρκης το 2018, το οποίο αποτέλεσε και ρεκόρ για ζώντα καλλιτέχνη.
Το ζήτημα εφεξής δεν είναι απλώς αν οι τιμές θα ανέβουν μετά τον θάνατο του καταξιωμένου στη συνείδηση του ευρύ κοινού και με ισχυρή μουσειακή αναγνώριση, ζωγράφου, ως είθισται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος και πώς θα διαχειριστεί τη διάθεσή των έργων του. Το Ιδρυμα, με τόσο μεγάλο απόθεμα, μετατρέπεται αυτομάτως σε σημαντικό παράγοντα της αγοράς: κάθε απόφασή του – δανεισμός σε μουσεία, έκδοση καταλόγων, επιλεκτικές πωλήσεις – θα επηρεάσει την αξία του συνόλου του έργου. Ιδιαίτερα στις κατηγορίες με μεγαλύτερο όγκο, όπως τα πολλαπλά, μια υπερπροσφορά θα μπορούσε να πιέσει τις τιμές προς τα κάτω.
Για τα μουσεία ο θάνατος του Χόκνεϊ αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και πρόκληση, καθώς πολλά θα αναζητήσουν πρόσβαση σε κομβικά έργα για αναδρομικές εκθέσεις. Οι επιλογές του Ιδρύματος θα καθορίσουν ποια μουσεία θα έχουν πρόσβαση. Για τους συλλέκτες αναμένεται τα πράγματα να είναι πιο ξεκάθαρα, καθώς υπάρχει σαφής κατηγοριοποίηση: τα σπανιότερα έργα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 – κυρίως τα διπλά πορτρέτα και οι πίνακες με πισίνες – θα παραμείνουν στην κατηγορία «έργα-τρόπαια», ενώ για τα τοπία της ύστερης περιόδου στο Γιόρκσαϊρ και τη Νορμανδία εκτιμάται ότι θα εκδηλωθεί έντονο ενδιαφέρον καθώς εμπλουτίζουν την αφήγηση γύρω από τα τελευταία χρόνια του καλλιτέχνη. Τα χαρακτικά και τα έργα σε iPad θα συνεχίσουν να αφορούν μια ευρύτερη βάση συλλεκτών, με τους αγοραστές να καλούνται να ξεχωρίσουν τη σπανιότητα, το μέγεθος της έκδοσης και την κατάσταση κάθε έργου.
Η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης Χόκνεϊ έγκειται και στην ευρύτητα του έργου του – ζωγραφική, χαρακτική, φωτογραφία, σκηνογραφία όπερας, ψηφιακό σχέδιο και βίντεο – κάτι που περιπλέκει την αποτίμηση και απαιτεί από τα μουσεία να αποκτήσουν ή να δανειστούν ολόκληρες ενότητες έργων και όχι μεμονωμένα αριστουργήματα.
Το πιο πιθανό σενάριο δεν είναι μια απότομη άνοδος τιμών, αλλά μια περίοδος συστηματικής επαναξιολόγησης. Τα κορυφαία έργα του Χόκνεϊ ήταν ήδη ακριβά· εκείνο που ενδέχεται να αλλάξει είναι η σοβαρότητα με την οποία συλλέκτες και θεσμοί θα προσεγγίσουν το σύνολο της παραγωγής του, σε μια αγορά που θα ανταμείψει την τεκμηριωμένη προέλευση, τη θεσμική στήριξη και τη σαφήνεια.
Οι κορυφαίες συναλλαγές της Art Basel
Την προηγούμενη Κυριακή έπεσε η αυλαία της κορυφαίας φουάρ παγκοσμίως, της Art Basel, με την πώληση ενός Πικάσο 35 εκατ. δολαρίων να ξεχωρίζει ανάμεσα στις κορυφαίες συναλλαγές. Το έργο «Ο ζωγράφος και το μοντέλο του σε τοπίο» του Πάμπλο Πικάσο πωλήθηκε από την γκαλερί Hauser & Wirth, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στη λίστα των μπεστ σέλερ της εξαήμερης έκθεσης, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Στη δεύτερη θέση βρέθηκε μια δημιουργία του Γκέρχαρντ Ρίχτερ υπό τον τίτλο «Αφηρημένος πίνακας (940-7)» του 2015, που άλλαξε χέρια για 20 εκατ. δολάρια, ενώ την τριάδα συμπλήρωσε ένα έργο του Ντέιβιντ Χόκνεϊ, το «Εσωτερικό στούντιο #2» του 2014, ακρυλικό σε καμβά που αποτυπώνει το εργαστήριο του καλλιτέχνη στο Λος Αντζελες, προς 8,5 εκατ. δολάρια. Συνολικά, στην έκθεση συμμετείχαν 290 γκαλερί από σαράντα τρεις χώρες. Την επισκέφθηκαν περισσότερα από 90.000 άτομα από 103 χώρες – με ιδιαίτερα ισχυρή ευρωπαϊκή παρουσία – μεταξύ των οποίων εκπρόσωποι από 270 μουσεία και ιδρύματα.
Η στροφή των συλλεκτών προς σπάνια έργα υψηλού κύρους
Η δημοπρασία της συλλογής του βρετανού δισεκατομμυριούχου Τζο Λιούις στον οίκο Sotheby’s κατέρριψε κάθε ευρωπαϊκό ρεκόρ, αποφέροντας συνολικά 393,4 εκατ. στερλίνες μέσα σε μία βραδιά και επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά τέχνης εξακολουθεί να δίνει χώρο στα αριστουργήματα με κορυφαία προέλευση. Η πώληση της συλλογής απέφερε 296 εκατ. στερλίνες, ενώ η δημοπρασία μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης άλλα 97,1 εκατ. στερλίνες, με περισσότερα από το 70% των έργων να ξεπερνούν τις υψηλές εκτιμήσεις. Πρωταγωνιστές ήταν το «Γυμνό καθιστό με περιδέραιο» (1917) του Μοντιλιάνι, που πωλήθηκε έναντι 48,2 εκατ. στερλινών, τα «Νούφαρα» του Μονέ με 40,8 εκατ. στερλίνες, καθώς και έργα των Πικάσο, Κλιμτ, Φρόιντ και Μαγκρίτ. Η δημοπρασία ανέδειξε τη στροφή των μεγάλων συλλεκτών προς σπάνια, ιστορικά και έργα υψηλού κύρους, με τους ασιάτες αγοραστές να διεκδικούν τα μισά σχεδόν έργα της συλλογής και να αποκτούν πάνω από το ένα τρίτο αυτών.