Ενα λογοτεχνικό έργο που «ασκεί» πολιτική

Η λογοτεχνία είναι κατ’ εξοχήν πολιτική υπόθεση. Καλλιεργώντας τον «έσω άνθρωπο» μεταβάλλει τη συμβίωση των ανθρώπων, που η ρύθμισή της παραμένει υποτίθεται προτεραιότητα της πολιτικής, από μια υποχρεωτική συνθήκη σε μια ελεύθερη επιλογή. Σε βαθμό μάλιστα ώστε η συνύπαρξή μας όχι απλώς να φαντάζει αλλά και να βιώνεται ως μια ευλογία. Επιπλέον τόσο αποκαλυπτική που να παραμένει ζητούμενο ακόμη και μια επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών, αφού ως συνέπειά της θα ήταν το αίσθημα της αλληλεγγύης να αποδειχθεί και να αναδειχθεί σε όλο το εύρος και τη μεγαλοσύνη του.

Η πολιτική αδυνατώντας να προβεί σε μια σύνθεση των θετικών στοιχείων, όπως τα φέρει ο «έσω άνθρωπος» και τα καλλιεργεί η λογοτεχνία, και επιμένοντας στις πιο αδύναμες πλευρές του ανθρωπίνου είδους ώστε να παραμένει αενάως απαιτητή η ίδια, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επιδεινώνει τις συνθήκες που μας εξωθούν σε διαρκή αντιπαλότητα και ρήξη ανάμεσά μας. Μια εμπόλεμη δηλαδή ατμόσφαιρα όπου ο πόλεμος μεταβάλλεται σε αυτοσκοπό ώστε ακόμη και όταν απουσιάζουν οι αφορμές που θα τον προκαλούσαν να μπορεί όχι μόνο να κατασκευασθούν, αλλά και να πείθουν πως είναι πραγματικές.

Χρειάζεται μια εντελώς εργολαβική αντίληψη των ανθρωπίνων σχέσεων ώστε η σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση ανάγκη για συμφωνία, σύμπνοια και αγαπητική συνύπαρξη να μεταβάλλεται σε επιφύλαξη, εχθρότητα και μίσος. Μια εργολαβική αντίληψη που, πλέον ή βέβαιο, αν δεν της αντιτασσόταν σταθερά και αμετακίνητα η καλλιέργεια, όπως η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα, την επιτυγχάνουν, θα μας είχε μεταβάλλει σε μια μάζα αναισθήτως ανησυχούντων ατόμων.

Δημήτρης Αγγελής – Ποιητής και δοκιμιογράφος

Ο «Δον Κιχώτης» του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον ευφάνταστο ιδαλγό της Μάντσα Δον Κιχώτη ή Κιχότε (1604, 1615), όπως είναι το ορθό στα ισπανικά, από την απόδοση των Κ. Καρθαίου – Ιουλίας Ιατρίδη – σήμερα κυκλοφορεί η πιο ακριβής και ώριμη μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου. Η λογοτεχνική επιρροή στα ευρωπαϊκά γράμματα του έργου, το οποίο κατά τον Στάινερ συνιστά έναν «αποχαιρετισμό στον κόσμο του έπους», ήταν τεράστια, ακόμα και σε γλώσσες που δεν είχαν πρόσβαση στα ισπανικά, αρκούσε η υπόθεση: ο φαντασιόπληκτος αγρότης Αλόνσο Κιχάδα, επηρεασμένος από τα ιπποτικά μυθιστορήματα που διαβάζει μανιωδώς κι επιθυμώντας να εντυπωσιάσει τη νεαρή γειτόνισσά του που την έχει ο ίδιος ονομάσει Δουλθινέα, περιπλανιέται στον κόσμο πάνω στο κοκαλιάρικο άτι του και με τη συνοδεία του πιστού του Σάντσο, επιδιώκοντας να επιτύχει χιμαιρικά ανδραγαθήματα, και τις περισσότερες φορές γελοιοποιείται. «Κάθε φορά που επιχειρεί να δράσει, κάνει λάθος», γράφει ο Ανρί Τρουαγιά για τον πρίγκιπα Μίσκιν του «Ηλίθιου» – το ίδιο ισχύει και για τον Δον Κιχότε, που έχει άλλωστε επηρεάσει τον εξίσου εμβληματικό χαρακτήρα του Ντοστογέφσκι.

Τι εκφράζει άραγε η προαναφερθείσα έξοδος από την ιεροπρεπή σοβαρότητα και τις ηρωικές ιδέες του επικού κόσμου; Σημαίνει αποδοχή της σωματικότητας της εμπειρίας και της υπαρξιακής μας γυμνότητας, άρα και της πιο πικρής ειρωνείας, συνειδητοποίηση της ματαιότητας των μεγάλων, άπιαστων ιδανικών. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πολιτικό μήνυμα του έργου: η μίμηση των τυχοδιωκτικών ιπποτικών μυθιστορημάτων και η αντιγραφή της ρομαντικής τους υπεροψίας σημαίνει νόθευση ή δηλητηρίαση της αληθινής ζωής, οδηγεί στην προδιαγεγραμμένη, αναπόφευκτη συντριβή, αυτή είναι άλλωστε η μοίρα όλων των δολοφονικών ουτοπιών του 20ού αιώνα. Τι άλλο άραγε εννοούμε με τη λέξη «δονκιχωτικός», αν όχι έναν εξωπραγματικό ιδεαλισμό ή μια θεατρινίστικη επιδειξιομανία φανταστικών ικανοτήτων, όπως μας λένε τα λεξικά; Τι σημαίνει «παλεύω με ανεμόμυλους» αν όχι επιδίδομαι σε μάταιους αγώνες, σπαταλιέμαι σε μάχες με ανύπαρκτους εχθρούς;

Είναι εξόχως συμβολικό το ότι την ίδια χρονιά (1604) που εκδίδεται ο «Δον Κιχότε» του Θερβάντες κυκλοφορεί και «Η τραγική ιστορία του Δόκτορος Φάουστους» του Κρίστοφερ Μάρλοου. Στον πρώτο έχουμε την κωμική ιστορία ενός ηθικά ακέραιου, ημίτρελου αγρότη που αποφασίζει να γίνει ιππότης. Στο δεύτερο, την τραγική περίπτωση ενός αξιοσέβαστου επιστήμονα που πουλάει την ψυχή του στον Μεφιστοφελή με αντάλλαγμα τις υπηρεσίες του, μόνο που δεν τις χρησιμοποιεί τελικά για να εκπληρώσει τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του αλλά για φτηνά κόλπα επίδειξης. Τα δύο έργα μοιάζει να αλληλοσυμπληρώνονται και να ασκούν κριτική στην εποχή τους: να απομακρυνθεί από τον αδιέξοδο ιδεαλισμό συνιστά ο πρώτος, η ατομική ανέλιξη μέσω της πρόσκτησης άπειρης γνώσης δεν οδηγεί πουθενά, υποστηρίζει ο δεύτερος. Και οι δύο όμως ήρωες κατέληξαν για τις χώρες τους εθνικές θρησκείες: υπάρχει μια μυστική, δονκιχωτική Ισπανία (Ουναμούνο), όπως και μια υπόγεια, φαουστική Γερμανία.

Υπάρχει όμως και μια λιγότερο συντηρητική προσέγγιση του έργου: ο ρεαλιστής Σάντσο στο τέλος δεν θριαμβεύει, αντίθετα, είναι απαρηγόρητος που θα μείνει μόνο ένας ανονείρευτος χωρικός. Η επικράτηση σήμερα της διαχειριστικής πολιτικής που ασκείται από ψυχρούς τεχνοκράτες καθιστά κάθε αίτημα δικαιοσύνης ή συλλογικής χειραφέτησης αληθινά ουτοπικό. Αν θέλουμε κάτι ν’ αλλάξει, οφείλουμε να γίνουμε εμείς οι ιππότες της ελεεινής αλλά ακέραιης μορφής της εποχής μας. Κι ας συντριβούμε.

Εκδοση του «Δον Κιχώτη» με το διάσημο σκίτσο του Πάμπλο Πικάσο (από το 1955) στο εξώφυλλο

Νικήτας Μ. Κακλαμάνης – Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων

«Ο ηγεμών» του Νικολό Μακιαβέλι

Ενα καθ’ όλα καθοδηγητικό έργο που όχι μόνο κατέληξε να αναδειχθεί 60 χρόνια μετά την Αλωση της Κωνσταντινούπολης και 513 χρόνια μετά τη συγγραφή του, το 1513, ως η «Βίβλος» της πολιτικής, αλλά άσκησε και τόση επίδραση στον σύγχρονο του κόσμο όσο μόνον ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να έχει.

«Ο Ηγεμών», ή αλλιώς «Il Principe», γραμμένος από τον διπλωμάτη, πολιτικό στοχαστή και δεύτερο καγκελάριο της φλωρεντινής δημοκρατίας, Niccolo Machiavelli, ήταν επί της ουσίας μια μακρά επιστολή οδηγιών προς τον Λαυρέντιο Β’ των Μεδίκων, Δούκα του Ουρμπίνο.

Πρόκειται για ένα μάλλον κουραστικό, αν όχι κυνικό, ανάγνωσμα. Παραδόξως όμως αποτελεί και ένα εγκόλπιο για τη σύγχρονη πολιτική σκέψη.

Κι αυτό γιατί έπειτα από μισή και πλέον χιλιετία, ο «Ηγεμόνας» αποδείχθηκε προφητικός και αδιάψευστος μάρτυρας της Ιστορίας και της εξέλιξης της εξουσίας μέσα στον χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες του.

Διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές – τις οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, έχει μεταφράσει και ο δικός μας Νίκος Καζαντζάκης – μπορεί κανείς εύκολα να βρει πολιτικές αντιστοιχίες και συγκρίσεις, όχι μόνο στο ελληνικό, αλλά και στο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα. Ετσι αποδεικνύεται, για άλλη μια φορά, πως η Ιστορία λειτουργεί ως δάσκαλος και προφήτης του μέλλοντος.

Ψάχνοντας λοιπόν πίσω από τις γραμμές, ένα έμπειρο μάτι μπορεί να διακρίνει ψήγματα πολιτικής σοφίας, που εξηγούν πολλά στην πολιτική, στη διπλωματία, στην κοινοβουλευτική ιστορία της Ελλάδας και του κόσμου…

Πρώτη και πρώτιστη παραδοχή του συγγραφέα είναι ότι ο Ηγέτης ως κορυφαία πολιτική προσωπικότητα, που αναδεικνύεται είτε λόγω ικανότητας είτε λόγω τύχης, δεν αρκεί να αδράξει αυτή την ευκαιρία, αλλά οφείλει να τη διαχειριστεί ορθά.

Στην παραδοχή αυτή ο Machiavelli προτάσσει ως αντιπαράδειγμα την υποδούλωση της Ελλάδας στους Τούρκους, που ξεκίνησε όταν ο Ιωάννης ΣΤ’ ο Καντακουζηνός προσκάλεσε τον Οθωμανό σουλτάνο με 10.000 στρατιώτες για να πολεμήσει εναντίον των Παλαιολόγων. Αυτοί οι στρατιώτες ήταν τελικά  οι πρώτοι Τούρκοι που εγκαταστάθηκαν σε ελληνικό έδαφος…

Εξίσου εντυπωσιακή και η διαπίστωση που η Ιστορία δικαιώνει, κατά την οποία οι άνθρωποι αλλάζουν Ηγέτη μόνο στην περίπτωση που πιστεύουν πως αυτή η αλλαγή θα καλυτερεύσει τη ζωή τους… Θεωρώντας πως ο λαός πρέπει να είναι στήριγμα και φίλος, παρομοιάζεται σαν «φάρμακο σε μια δύσκολη ώρα». Την ίδια στιγμή αναφέρει πως ο Ηγέτης έχει πάντα δύο ειδών εχθρούς: τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς. Αλλά «όσο υπάρχουν οι πιστοί και οι φίλοι του στο εσωτερικό, κανείς από τους εξωτερικούς εχθρούς δεν θα τολμήσει να θίξει τον Ηγέτη».

Στην ουσία της πολιτικής πρακτικής ο Machiavelli διαπιστώνει – αιώνες πριν – πως ο ηγέτης πάντα περιστοιχίζεται από ανθρώπους αμφίβολης εμπιστοσύνης: «στους ήσυχους καιρούς όλοι τρέχουν, όλοι τάζουν και όλοι λένε πως πεθαίνουν για χάρη του. Οταν όμως ο κίνδυνος πλησιάσει και ο Ηγέτης τούς χρειασθεί, τότε βρίσκει κοντά του ελάχιστους»…

Το επιμύθιο των 513 ετών από τη συγγραφή του «Ηγεμόνα» είναι ένα: όποιος αγνοεί ή εξιδανικεύει την πραγματικότητα, την Ιστορία και τις πολιτικές του δυνατότητες, θα υπογράψει αργά ή γρήγορα τη δική του καταδίκη…

Και αυτό ακριβώς είναι ένα κρίσιμο συμπέρασμα, αλλά και μια πολύτιμη πολιτική παρακαταθήκη για όλους μας. Για τον δικό μας χωροχρόνο, αλλά και για όλα όσα έρχονται στο μέλλον, σε κάθε γωνιά του κόσμου…

Ο Νικολό Μακιαβέλι, συγγραφέας του «Ηγεμόνα»

Μιλένα Αποστολάκη – Βουλευτής

«Ιλιάδα» και «Οδύσσεια» του Ομήρου

Η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια», τα δύο έπη του Ομήρου, που καταγράφονται για πρώτη φορά, σύμφωνα με τους μελετητές, τον 8ο αιώνα π.Χ., αποτελούν θεμελιώδη έργα όχι μόνο για τη δυτική λογοτεχνία, αλλά και για την επιρροή τους στη διαμόρφωση ενός αξιακού προτύπου πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η πορεία της ανθρωπότητας. Η Jaqueline de Romilly γράφει για τα ομηρικά έπη ότι είναι η πρώτη αληθινή λογοτεχνία του δυτικού κόσμου.

Ο Ομηρος διαμόρφωσε τη δομή της αφήγησης, εισάγοντας αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται επί χιλιετίες. Η προοικονομία, το in media res, ο θεϊκός ανθρωπομορφισμός, το τυπικό της αναγνώρισης, η επική ειρωνεία και βέβαια το ηθικό σχήμα ύβρις / νέμεσις / τίσις δεν συνιστούν όμως μόνο λογοτεχνικά σχήματα. Διαμορφώνουν έναν κύκλο ανθρώπινης δράσης και συμπεριφοράς, μια αλληλουχία ανάμεσα στις πράξεις και τις συνέπειές τους, ένα πλαίσιο αρχών και αξιών που κατευθύνουν τον άνθρωπο και νοηματοδοτούν την ύπαρξή του.

Αυτή η γραφή επηρέασε ευθέως τον Βιργίλιο («Αινειάδα»), τον Δάντη («Θεία Κωμωδία»), τον Σαίξπηρ («Τρωίλος και Χρυσηίδα») και φυσικά τον James Joyce («Οδυσσέας»), και είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι όλη η δυτική λογοτεχνία στηρίζεται στον Ομηρο.

Η επιλογή τραγικών ηρώων, ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας, ο Εκτορας, ο Πάτροκλος, η ανάμειξη των θεών, είτε ως καταλυτών είτε ως τιμωρών, τα ηθικά διλήμματα που γεννιούνται συχνά μέσα από αυτή την ανάμειξη, η μάχη ανάμεσα στη μοίρα και την ανθρώπινη βούληση, η πρόφαση ως κινητήριος μοχλός ενός πολέμου, δηλαδή της ίδιας της Ιστορίας, τα δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα στον ηρωισμό και τη ναρκισσιστική αλαζονεία, η αξία της υστεροφημίας, η πίστη που δεν εξολοθρεύεται από τον χρόνο, η δύναμη της αντίστασης απέναντι στις «σειρήνες», ο νόστος είναι μερικά μόνο από τα θεμελιώδη ανθρώπινα ζητήματα που ο Ομηρος αναδεικνύει στις ραψωδίες του με έναν μοναδικά διαπεραστικό και επιδραστικό τρόπο, καθοδηγώντας και διαμορφώνοντας, χωρίς να το επιδιώκει, πρότυπα συμπεριφοράς, αξίες ζωής, σχολές σκέψης.

Στην «Οδύσσεια» κυριαρχεί η εσωτερική δύναμη του κεντρικού ήρωα που νικάει τα πάθη και τις αδυναμίες του καθοδηγούμενος από τον νόστο για τον γυρισμό στην Ιθάκη. Θα συγκρουστεί, θα υπομείνει, θα βοηθηθεί και θα υπονομευθεί από θεούς και ανθρώπους και στο τέλος θα γεννήσει ένα παγκόσμιο σύμβολο, ένα μέτρο για την ανθρώπινη ζωή που ορίζεται πρωτίστως από το ταξίδι και δευτερευόντως από την άφιξη στον προορισμό.

Στην «Ιλιάδα», το σημαντικότερο πολεμικό έπος όλων των εποχών, με τις παράλληλες ιστορίες πολλών τραγικών ηρώων, τα δεινά του πολέμου, τους θρήνους, την ασήμαντη αφορμή, το ψευδές κίνητρο, που ο Σεφέρης περιγράφει ως άδειο πουκάμισο, το κλέος, την υστεροφημία και τη ματαιότητα του πολέμου, ο Ομηρος συνθέτει την τραγωδία του πολέμου μέσα από τις αντιφάσεις των τραγικών πρωταγωνιστών του. Και μιλώντας για τη φιλοπατρία, τη φιλοδοξία, τις τιμές και τον πλούτο, το φρόνημα και την ιδιοτέλεια, μέσα από τη σπάνια αισθητική δύναμη του λόγου του, καθορίζει ένα ουμανιστικό πρότυπο ανδρείας και γενναιότητας μέσα στον ζόφο του πολέμου. Με την ύβριν πάντα να οδηγεί τους ήρωές του στην καταστροφή, και την καθαρτήρια τιμωρία να υποδηλώνει την αξιακή του δέσμευση, το απαρέγκλιτο ηθικό πρότυπο που δεν συνυπάρχει παράλληλα με τον μύθο, αλλά είναι εκείνο που καθοδηγεί την εξέλιξή του μαζί με τις ζωές των ηρώων του.

Τα έπη του Ομήρου καθόρισαν την ιστορία της ανθρωπότητας, διαμορφώνοντας αξιακά πρότυπα και ηθικούς κανόνες. Και ίσως το γεγονός αυτό να συντελεί στο ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν σταματάμε να τα διηγούμαστε στα παιδιά μας, ανοίγοντάς τους ένα φωτεινό παράθυρο για την ενήλικη ζωή τους.

«Ο θρίαμβος του Αχιλλέα», ο διάσημος πίνακας του Αυστριακού Franz Matsch (1892) εμπνευσμένος από την Ιλιάδα, που κοσμεί το Αχίλλειον στην Κέρκυρα

Στάθης Λιβαθινός – Σκηνοθέτης

«Ιλιάδα» του Ομήρου

«Τέτοια μεγάλη εκδίκηση αν την ξεμπουκάρω όπως τον Εκτορα ο Αχιλλεύς τον έσουρε στο κάρο»  Μάρκος Βαμβακάρης

Πιστεύω πάντα πως η ομηρική «Ιλιάδα» ήταν ο πρώτος διαμορφωτής αξιών σε μια ολόκληρη Ευρώπη τουλάχιστον, που στη μακρόχρονη ιστορία της πολέμησε εναντίον όλων αλλά και εναντίον του εαυτού της. Ο προφητικός μαγικός κύκλος που χάραξαν τα ομηρικά έπη γύρω από τις βίαιες επιθυμίες της ανθρωπότητας εν γένει στάθηκε αδύνατον να σπάσει ώστε να λυθούν τα μάγια της ιστορικής επαναληπτικότητας· η βία συνέχιζε και θα συνεχίζει το έργο της και η «Ιλιάδα» το δικό της. Βεβαίως η «Ιλιάδα» ανήκει σε εκείνα τα είδη του προφορικού λόγου που εξελίχθηκε σε γραπτό και είναι εξοικειωμένη με την ιστορική ροή γεγονότων. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται μόνο ως κείμενο ή ως βιβλίο με τίτλο, συγγραφέα και βιογραφικό του στην πρώτη σελίδα, αλλά επανέρχεται ως κύμα ανά τις εποχές, πλανιέται παντού έχοντας διαμορφώσει συνειδήσεις, ιστορικά παραδείγματα, ουτοπικές συγκρίσεις. Γιατί, αλήθεια; Mα γιατί στην «Ιλιάδα» για πρώτη φορά – δεν θα τολμήσω να πω και τελευταία, θα θεωρηθεί έπαρση, και δικαίως – ο βίαιος τρόπος επιβίωσης ηρώων πολεμιστών διαφέρει ως προς τι θεωρείται πόλεμος και την καθιστά ορόσημο, φάρο και ηθικό επίτευγμα: ο πόλεμος της «Ιλιάδας» είναι μια σύγκρουση αξιών με σπαθί, κοντάρι, ενίοτε και με πέτρες. Είναι «κλέος ανδρών», είναι δημιουργία παράδοσης, είναι χρέος και καθήκον προς τους προγόνους, την πατρική γη. Είναι επώνυμη μοίρα, θάνατος με πατρώνυμο, είναι αριστεία, είναι περιφρόνηση της δειλίας και πολλά άλλα.

Ο ακανθώδης χαρακτήρας της ίδιας της «Ιλιάδας», ο τρόπος της να μην προσφέρει και να μην προσφέρεται σε απλοποιήσεις και ερμηνείες, ο στιβαρός κορμός της, η ωμότητά της έγιναν εκείνο το μυστηριώδες υλικό που σημάδεψε, καθόρισε και επηρέασε τη λογοτεχνία, την πολιτική σκέψη και την πολεμική πράξη χιλιετιών. Δεν πρόκειται για εποχικό best seller, που επηρεάζει με τη μοντέρνα και ρηξικέλευθη οπτική του σύγχρονους πολιτικούς, στρατιωτικούς και αναλυτές. Πρόκειται για εκείνο το δημιούργημα που εγκαθίσταται αθόρυβα όπως η πρωινή πάχνη στο υποσυνείδητο των ανθρώπινων γενεών που θέλουν είτε να θυμηθούν, είτε να ξεχάσουν, είτε να συγκρίνουν και να συγκριθούν, και που αναμφίβολα καθορίζει με μέτρο την κρισιμότητα των περιστάσεων. Κάθε φορά που η ζωή μας παραμένει ένα έπος, όχι πάντα ηρωικό αλλά και αντιηρωικό, οι ιλιαδικές αξίες και τα ιλιαδικά πρόσωπα βρίσκονται από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Η «Ιλιάδα» γνωρίζει τη γλώσσα όχι μόνο των ηρώων αλλά και των αντιηρώων. Θυμίζει ηθικές και στρατιωτικές μάχες που δόθηκαν ή δεν δόθηκαν, πολιτικούς που αντιστάθηκαν ή δεν αντιστάθηκαν, που βρέθηκαν μπροστά σε μοιραία διλήμματα, έπεσαν ή δεν έπεσαν ηρωικά, βλέπε ραψωδία Χ «Εκτορος αναίρεσις», τίμησαν την άρνησή τους, πλήρωσαν το τίμημα.

Η «Ιλιάδα» ποτέ δεν κόμπασε μέσα στον ερμητικό κόσμο της πως απευθύνεται σε ειδικούς. Υπήρξε το παραμύθι των γενεών, των πολιτών και των πολιτικών ακόμα, όταν ασυνείδητα την επικαλούνται χωρίς να την ονομάζουν. Κρύφτηκε στα προλεγόμενα της ελληνικής μας ιστορίας και προέβλεψε τον διχαστικό και εμφύλιο χαρακτήρα του μέλλοντός μας.

Ο πρώτος χορός της Νατάσα Ροστόβα» (1893), εικονογράφηση του Λεονίντ Πάστερνακ για το «Πόλεμος και ειρήνη» του Τολστόι

Αννα Πατάκη – Εκδότρια

«Πόλεμος και ειρήνη» του Λέοντος Τολστόι

Το ερώτημα μου μοιάζει πιο πολύ αφορμή για να αναρωτηθούμε αν μια τέτοια συνθήκη θα ήταν καν δυνατή, ένα και μόνο βιβλίο, και δη λογοτεχνικό, να έχει επηρεάσει πολιτικά την ανθρωπότητα διαχρονικά, και οριζοντίως και καθέτως. Πιο πολύ πιάνω τον εαυτό μου να φτιάχνει διαδρομές, από την «Ιλιάδα» ως την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και την «Ορέστεια» του Αισχύλου, αλλά και τη «Μήδεια» του Ευριπίδη, από την κατά Πλάτωνα «Απολογία του Σωκράτη» ως το πρώτο μυθιστόρημα του σύγχρονου κόσμου, τον «Δον Κιχώτη», από το «1984» του Οργουελ ως τον «Ξένο» του Καμύ. Προσωπικά δε, δεν έχω τη στοιχειώδη εποπτεία που θα μου επέτρεπε να συμπεριλάβω τουλάχιστον δύο-τρία έργα από την άλλη, ή, καλύτερα, άλλες πλευρές της υδρογείου. Οπότε επιστρέφω στο δικό μου βίωμα. Υπάρχει ένα, κεφαλαιώδες, έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, του 1867, το οποίο διάβασα σε τρυφερή, όπως λέμε, ηλικία, και μου άλλαξε, άπαξ και διά παντός, τον τρόπο να κρίνω και να ερμηνεύω τις πράξεις και τα κίνητρά μας, στις σχέσεις μας με τον άλλον, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο: «Πόλεμος και Ειρήνη» του Λέοντος (τότε) Τολστόι. Κυριολεκτικά ένιωθα πως η ανάγνωση αυτή, συναρπαστική και αποκαλυπτική, μου αφαίρεσε τα παραμορφωτικά, εξωραϊστικά, γυαλιά με τα οποία έβλεπα ως τότε τον εξωτερικό, αλλά και τον εσωτερικό μου, κόσμο. Και πως κι εγώ συμμετέχω, εκ φύσεως, σε ένα σώμα πολιτικό, που είναι αυτό της ανθρωπότητας, όπου η κυνική, όπως μου φαινόταν τότε, ερμηνεία από τον Τολστόι, της πράξης, των κινήτρων μας όταν πράττουμε, δεν εξαιρούσε ούτε και ευνοούσε κανέναν. Κι αυτό μου φαινόταν, επιπλέον, κυριολεκτικά υπέροχο. Ο Τολστόι άνοιξε και ανοίγει πάντα πάρα πολλούς δρόμους, και νομίζω πως μπορούμε να πούμε, με όση ασφάλεια μπορεί να έχει μια τέτοια δήλωση, ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει υπάρξει με ανθρώπους και να μην μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του και την κοινωνία στην οποία ζει στο έργο του, να μη νιώσει διαβάζοντάς τον πως δεν είναι ο μόνος που παλεύει με τη δική του θηριωδία και με αυτή των άλλων, μέσα σε αυτό το πυκνό και εν πολλοίς τυφλό σώμα που λέμε ανθρωπότητα.

Όλγα Γεροβασίλη – Βουλευτής

«Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Στάινμπεκ

Η λογοτεχνία είναι ένα από τα πιο ισχυρά μέσα αποτύπωσης και επικοινωνίας της συλλογικής αντίληψης και των κοινωνικών αιτημάτων. Η αμφίδρομη, δυναμική σχέση της πολιτικής και της λογοτεχνίας εξακολουθεί να φωτίζει νέα επίδικα, να εμπνέει κινήματα και να σμιλεύει την πραγματικότητα. «Τα Σταφύλια της Οργής» (The Grapes of Wrath) είναι ο ορισμός αυτής της σχέσης. Αυτό το αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ που εκδόθηκε το 1939 είναι μια ιστορία για μια περίοδο τραγικής δυσπραγίας. Με αφετηρία την αφήγηση της μετανάστευσης μιας οικογένειας, ανατέμνει το κοινωνικοοικονομικό σύστημα, προχωρά στη δριμεία κριτική της κοινωνικής αναλγησίας και εξυμνεί την ανθρώπινη αντοχή και την ελπίδα.

Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου των μεγάλων αμμοθυελλών στην Οκλαχόμα. Η οικογένεια Τζόουντ, πάμφτωχοι καλλιεργητές νοικιασμένης γης, διώχνονται από το κτήμα τους λόγω της εκμηχάνισης της γεωργίας και των τραπεζικών χρεών. Αυτή λοιπόν η οικογένεια, όπως και χιλιάδες άλλες, μετατράπηκαν σε μετανάστες και στοιβάχτηκαν σε ένα φορτηγό με προορισμό την Καλιφόρνια. Εκεί βρήκαν μισθούς εξευτελιστικούς και άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Η τοπική κοινωνία και η οργανωμένη πολιτεία τους αντιμετώπισαν αντί για αλληλεγγύη, με εχθρότητα. Την ώρα που τα παιδιά τους πέθαιναν από την πείνα, οι Τζόουντ έβλεπαν το φαγητό να καίγεται ή να αφήνεται να σαπίσει για να κρατηθούν ψηλά οι τιμές.

Το βιβλίο εξιστορεί μία διαδικασία μετασχηματισμού που αποτυπώνεται στο σύνολο των ηρώων. Παράδειγμα η Ρόουζ οφ Σάρον. Μια νεαρή, έγκυος γυναίκα, που ενώ τα πάντα καταρρέουν γύρω της, εκείνη επικεντρώνεται στις ανάγκες της. Στην πορεία προς την Καλιφόρνια βλέπει τον μικρόκοσμό της να διαλύεται, απομένει μόνη και ευάλωτη και βιώνει την τραγωδία της γέννησης του νεκρού μωρού, σύμβολο ενός μέλλοντος που χάθηκε πριν καν ξεκινήσει. Ομως όλες αυτές οι δυσκολίες ζύμωσαν αυτή την τραγική ύπαρξη και τη μετέτρεψαν σε σύμβολο απόλυτης αγάπης και αλληλεγγύης. Η άλλοτε ανέμελη αυτή ύπαρξη πρόσφερε το γάλα από το στήθος της για να ταΐσει έναν άγνωστο άνδρα που πέθαινε από την πείνα σε έναν αχυρώνα. Μια πράξη προσφοράς, μια απόδειξη πως παρά τη δυστυχία η ανθρωπιά παραμένει άφθαρτη.

Αυτά γράφτηκαν τη δεκαετία του 1930. Θα μπορούσαν να είναι μια σημερινή αφήγηση της περιπέτειας εκατομμυρίων συνανθρώπων μας, ακόμη και στις λεγόμενες αναπτυγμένες οικονομίες. Η διαρκής κλιμάκωση της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων προκαλεί την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή. Εκατομμύρια άνθρωποι που διαρκώς αυξάνονται ζουν βουλιαγμένοι στα τραπεζικά χρέη, υπό την πίεση των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής, ενώ το οργανωμένο κράτος αντί για ασπίδα τους είναι διώκτης και δικαστής του εγκλήματος στο οποίο ερήμην καταδικάστηκαν: της φτώχειας.

Αυτό το βιβλίο ήταν ο καθρέφτης της «ψυχής» ενός ολόκληρου κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην εποχή του, κάηκε δημόσια σε κάποιες περιοχές και απαγορεύτηκε. Καθώς το σύστημα αυτό εξακολουθεί να κυριαρχεί, το βιβλίο του Στάινμπεκ προκαλεί και σήμερα. Ο σπόρος που φυτεύει στο συλλογικό υποσυνείδητο είναι η μετάβαση από τον ατομικισμό στη συλλογική συνείδηση. Η μετάβαση από το «Εγώ» στο «Εμείς». Η συλλογική διεκδίκηση της ευημερίας με δικαιοσύνη. Και ο θερισμός βρίσκεται στη δήλωση του Τομ Τζόουντ «Εκεί που γίνεται μια μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι, εκεί θα βρίσκομαι…». Με την Ανθρωπιά. Την Πρόοδο.

Αλέξης Σταμάτης – Συγγραφέας

«2666» του Ρομπέτο Μπολάνο

Το «2666» είναι από τα πιο πολιτικά βιβλία της εποχής μας επειδή αποκαλύπτει έναν κόσμο όπου η αξία της ανθρώπινης ζωής διαβρώνεται αργά, καθημερινά, σχεδόν αθόρυβα. Η Σάντα Τερέσα, πόλη στα σύνορα της ερήμου, συγκεντρώνει τις δυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας σε μια μορφή ορατή και σωματική. Εργοστάσια, νυχτερινές βάρδιες, μετακινήσεις εργατών, φτωχογειτονιές και φωτισμένοι αυτοκινητόδρομοι συνθέτουν ένα τοπίο όπου η εργασία, η επιβίωση και ο κίνδυνος συνυπάρχουν συνεχώς.

Οι γυναίκες που χάνονται προέρχονται κυρίως από αυτό το περιβάλλον. Νεαρές εργάτριες, μετανάστριες από την ύπαιθρο, άνθρωποι που διασχίζουν μεγάλες αποστάσεις για να επιστρέψουν στο σπίτι τους μετά τη δουλειά. Το βιβλίο καταγράφει κάθε ύπαρξη με όνομα, ηλικία, τόπο εύρεσης, ρούχα, μικρά αντικείμενα που έμειναν δίπλα στο σώμα. Η επανάληψη δημιουργεί μια τεράστια συσσώρευση μνήμης, σαν να υψώνεται μπροστά στον αναγνώστη ένα μνημείο φτιαγμένο από λεπτομέρειες. Κάθε καταγραφή λειτουργεί ως πράξη διάσωσης μιας ζωής από την πλήρη εξαφάνιση.

Η καθημερινότητα συνεχίζεται γύρω από αυτή τη συσσώρευση. Τα εργοστάσια λειτουργούν, τα καταστήματα ανοίγουν, τα λεωφορεία μεταφέρουν εργαζόμενους, οι οικογένειες τρώνε μαζί το βράδυ. Η πόλη διατηρεί τον ρυθμό της ενώ ο αριθμός των νεκρών αυξάνεται. Αυτή η συνύπαρξη ζωής και απώλειας δημιουργεί μια βαθιά πληγή στη συνείδηση του αναγνώστη. Η κοινωνία μοιάζει με σώμα που συνεχίζει να κινείται ενώ φέρει μέσα του τραύμα ανοιχτό.

Οι θεσμοί εμφανίζονται ως πολύπλοκοι μηχανισμοί παραγωγής λόγου και διαδικασιών. Ανακοινώσεις, έρευνες, συσκέψεις, φάκελοι, στατιστικά στοιχεία, όλα συνθέτουν μια γλώσσα που καλύπτει την πραγματικότητα με στρώματα οργάνωσης. Παράλληλα, οι οικογένειες των θυμάτων βιώνουν την αναμονή, την αγωνία, την εξάντληση της ελπίδας. Η απόσταση ανάμεσα στη διοικητική τάξη και στο ανθρώπινο πένθος γίνεται το κεντρικό πολιτικό βίωμα του βιβλίου.

Η σύνδεση με την ευρωπαϊκή ιστορία του εικοστού αιώνα προσδίδει στο έργο τεράστιο χρονικό βάθος. Η διαδρομή του Αρτσιμπόλντι μεταφέρει μνήμες πολέμων και μετακινήσεων πληθυσμών σε έναν νέο τόπο. Η βία εμφανίζεται ως δύναμη που αλλάζει γεωγραφία και μορφή ενώ διατηρεί την έντασή της. Η έρημος της Σάντα Τερέσα αποκτά έτσι χαρακτήρα ιστορικής συνέχειας, ένας χώρος όπου συγκλίνουν διαφορετικά παρελθόντα.

Το φυσικό περιβάλλον ενισχύει αυτή την αίσθηση. Η ζέστη πιέζει το σώμα, η σκόνη καλύπτει τα πάντα, οι νύχτες ανοίγουν μεγάλες ζώνες σκοταδιού ανάμεσα στα φώτα της πόλης. Οι δρόμοι εκτείνονται σαν γραμμές που οδηγούν σε άγνωστες κατευθύνσεις. Μέσα σε αυτό το τοπίο, κάθε άνθρωπος μοιάζει εκτεθειμένος, ευάλωτος, μικρός μπροστά στην απεραντοσύνη του χώρου.

Το βιβλίο λειτουργεί τελικά ως μνημείο μνήμης. Η λογοτεχνία συγκρατεί τις ζωές που χάθηκαν και τις μετατρέπει σε αφήγηση μεγάλης κλίμακας. Ο αναγνώστης συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία, κουβαλώντας τις ιστορίες σαν βάρος που μετατρέπεται σε γνώση. Από αυτή τη γνώση αναδύεται η πολιτική δύναμη του έργου: η επίγνωση ότι η βία ενσωματώνεται στις δομές του σύγχρονου κόσμου και διαμορφώνει την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Στο τέλος μένει μια βαθιά συγκίνηση, μια αίσθηση ότι η ίδια η ιδέα της ανθρώπινης αξίας απαιτεί διαρκή υπεράσπιση. Το «2666» στέκει ως μνημείο αυτής της ανάγκης. Κάπου στην άκρη της ερήμου, μέσα στη ζέστη και τη σκόνη, οι ιστορίες συνεχίζουν να υπάρχουν επειδή κάποιος τις κατέγραψε και κάποιος τις διάβασε. Μέσα από αυτή την πράξη μνήμης, οι ζωές αποκτούν ξανά παρουσία στον κόσμο.

Η πρώτη έκδοση (2004) του «2666» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, που κυκλοφόρησε έναν χρόνο μετά τον θάνατό του