Υποσχέθηκε «επιστροφή» στην τελευταία δεκαετία της ανεμελιάς. Στην εποχή που ζούσαμε τις νύχτες χωρίς να τις καταγράφουμε. Αντιπαθούσαμε χωρίς να «ακυρώνουμε». Φλερτάραμε όποιον μας άρεσε και όχι όποιον είχε την καλύτερη φωτογραφία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μια τέτοια επιστροφή γεννά μεγάλες προσδοκίες και κατά συνέπεια μεγαλύτερες απογοητεύσεις.
Κι αυτός είναι ο λόγος που η έκθεση της Τέιτ Μπρίτεν «Τα 90s: Τέχνη και Μόδα» έχει διχάσει ειδικούς και κοινό. Οι διοργανωτές την παρουσιάζουν ως την πρώτη έκθεση για την τέχνη, τη φωτογραφία και τη μόδα της δεκαετίας του ’90.
Ο Τζόναθαν Τζόουνς, κριτικός της βρετανικής εφημερίδας «The Guardian», της έβαλε ένα αστέρι στα πέντε. Ο Βάλντεμαρ Γιανούσακ των «Times» μίλησε για «καταστροφή».
«Metalheadz Sunday Sessions in the Blue Note» (1995-96) του Εντι Οτσέρε
Ο Αλαστερ Σουκ της «Daily Telegraph» και ο Στίβεν Αρμστρονγκ της «Indepedent» τη βαθμολόγησαν με άριστα. Απόκλιση που δείχνει ότι τα 90s είναι από τις πιο μυθοποιημένες περιόδους της βρετανικής κουλτούρας.
Επιμελητής είναι ο Εντουαρντ Ενίνφουλ, πρώην αρχισυντάκτης της βρετανικής «Vogue», που το 1991, στα 18 του, έγινε ο νεότερος διευθυντής μόδας διεθνούς περιοδικού, του «i-D». Μαζί με επιμελητές της Τέιτ συγκέντρωσε σχεδόν 70 δημιουργούς και πάνω από 100 έργα, από φωτογραφίες και γλυπτά έως ρούχα. Το αφήγημα που έστησε έχει ως εξής: μια Βρετανία που βγαίνει από την ύφεση και στρέφεται στο «αληθινό», στο «φτιάξ’ το μόνος σου», στην ατέλεια. Η έκθεση ξεκινά με φωτογράφους όπως η Κορίν Ντέι και ο Γιούργκεν Τέλερ, που στα περιοδικά «i-D» και «Dazed» όρισαν μια «αντι-μόδα» με αισθητική γκραντζ. Περνά από τα κλαμπ και τον γοτθικό «τρόμο» του σχεδιαστή Αλεξάντερ Μακουίν και κλείνει με σχεδιαστές όπως η Βίβιαν Γουέστγουντ, που ξαναδιάβαζαν το βρετανικό παρελθόν.
Η Κέιτ Μος στη φωτογραφία του Γιούργκεν Τέλερ «Young Pink Kate», Λονδίνο 1998
Το πιο ενδιαφέρον στοίχημα είναι ότι δεν θέλει να γίνει έκθεση μόνο για τους YBAs, τους Νέους Βρετανούς Καλλιτέχνες που σφράγισαν τη δεκαετία, όπως ο Ντέμιαν Χερστ, η Σάρα Λούκας και η Τρέισι Εμιν. Η Τέιτ, όπως λέει ο Ενίνφουλ, του πρότεινε αρχικά ακριβώς αυτή την προσέγγιση κι εκείνος αρνήθηκε. Αντί γι’ αυτό, ισχυρίζεται, ανέδειξε όσους δεν πέρασαν από τα «σωστά σχολεία», όπως και το γεγονός ότι στα 90s ξεκίνησαν οι συζητήσεις για τη συμπερίληψη. Κατά συνέπεια η προσέγγισή του δεν έχει αποκλειστικά νοσταλγική διάθεση.
Δοκιμάζει να αγγίξει έναν μύθο. Η αίθουσα για τους μαύρους βρετανούς δημιουργούς δηλώνει ότι η Cool Britannia, η εικόνα μιας νέας, αισιόδοξης Βρετανίας, ήταν «πατριωτικός μύθος», σχεδόν αποκλειστικά λευκός, σύμφωνα με όσα γράφει ο Μπεν Λουκ στο περιοδικό «Nerve». Εκεί εκτίθεται και το «Οχι γυναίκα, όχι κλάμα» του Κρις Οφίλι, με το οποίο ο ζωγράφος τίμησε την Ντορίν Λόρενς και τον δολοφονημένο με ρατσιστικά κίνητρα γιο της Στίβεν.
«No Woman No Cry» (1998) του Κρις Οφίλι
Το κύριο πρόβλημα της έκθεσης φαίνεται να είναι ο τρόπος που προσεγγίζει και κατά συνέπεια παρουσιάζει τα πράγματα. «Δεν είναι πραγματική έκθεση. Είναι σαλόνι περιοδικού», έγραψε ο κριτικός της «Guardian». Και ένα παράδειγμα προς επίρρωση της συγκεκριμένης απόψης είναι ότι δίπλα στο «Chicken Knickers» της Σάρα Λούκας – μια φωτογραφία ενός ωμού κοτόπουλου πάνω σε ένα φορεμένο γυναικείο εσώρουχο – έχει τοποθετηθεί η φωτογραφία του Γιούργκεν Τέλερ με ένα γυμνό μοντέλο και τη λέξη «Βερσάτσε» γραμμένη με κραγιόν. Ο Ντέμιαν Χερστ, επίσης, που έγινε διάσημος τεμαχίζοντας πρόβατα και τοποθετώντας καρχαρίες σε φορμαλδεΰδη, εκπροσωπείται με δύο μικρούς καρχαρίες, που δεν επιτρέπουν στον επισκέπτη να κατανοήσει γιατί η πρώιμη δουλειά του «κακού παιδιού των ΥΒΑs» σόκαρε.
Σημαντικές παραλείψεις
Το Βραβείο Τέρνερ, το λεγόμενο «Οσκαρ» των εικαστικών, που έκανε τη Βρετανία να τσακώνεται για κοπριά ελεφάντων (Κρις Οφίλι) και για άστρωτα κρεβάτια (Τρέισι Εμιν), απουσιάζει ως φαινόμενο. Το εμβληματικό «Σπίτι» της Ρέιτσελ Γουάιτριν – της πρώτης γυναίκας που κέρδισε Τέρνερ το 1993 δημιουργώντας ένα εκμαγείο από τσιμέντο του εσωτερικού ενός μελλοντικά κατεδαφιστέου βικτωριανού σπιτιού στο Ανατολικό Λονδίνο – δεν είναι παρόν και η καλλιτέχνις εκπροσωπείται από ένα άλλο γλυπτό της, τον «Κορμό». Και γενικά η σημασία της σύγχρονης τέχνης, που βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τη δεκαετία του ’90 και έθεσε τα θεμέλια για τη δημιουργία της Τέιτ Μόντερν, δεν είναι επαρκώς παρούσα.
Στις ηχηρές απουσίες προσμετράται και η Γλασκώβη, που διατηρούσε μία από τις πιο ζωντανές κοινότητες καλλιτεχνών της εποχής, γι΄ αυτό και στις κριτικές επισημάνθηκε ότι με ελάχιστες εξαιρέσεις η έκθεση θα έπρεπε να τιτλοφορείται «Τα 90s στο Λονδίνο». Οι Oasis και οι Blur, η βρετανική ποπ που αναβίωσε τη δεκαετία, δεν έχουν θέση στην αφήγηση, παρότι στην είσοδο παίζουν Spice Girls και Jamiroquai. Απούσα και η αρχιτεκτονική – διά των Ρότζερς, Φόστερ, Στέρλινγκ – που άλλαξε το πρόσωπο της Βρετανίας.
Γιατί, λοιπόν, επιστρέφουμε στα 90s, μας αφορούν και τα νοσταλγούμε; Η έκθεση στην Τέιτ θυμίζει ότι ήταν η εποχή που τελείωνε ο Ψυχρός Πόλεμος και η Βρετανία έβγαινε από την ύφεση. Η δεκαετία που μπορούσε κάποιος να βρει τη δουλειά των ονείρων του με εφόδιά του την προσπάθεια και την αφοσίωση. Τα περιοδικά πλήρωναν τις νέες φωνές. Και η ροή του χρήματος έμοιαζε ανεξάντλητη. Δεν υπήρχαν Ιντερνετ, έξυπνα κινητά, ούτε η σημερινή αίσθηση διαρκούς επισφάλειας.
Η ειρωνεία είναι ότι μια έκθεση για το ακατέργαστο βγαίνει, κατά ορισμένους, καλογυαλισμένη αποτυπώνοντας την όψη της εποχής και όχι ουσιαστικά την αίσθησή της. Το αποτέλεσμα δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για μια αποστειρωμένη προσέγγιση ενός πολύχρωμου χάους και όχι για μια διεισδυτική ματιά σε μια δεκαετία που παραμορφώθηκε από τον ίδιο της τον μύθο. Και τελικά παρέμεινε εγκλωβισμένη σε μια παρουσίαση που εν μέρει θυμίζει έκθεση και εν μέρει περιοδικό της εποχής, όπου τέχνη και διαφήμιση συνυπήρχαν επί ίσοις όροις.