Tο όνομα «Ασπίδα του Αχιλλέα» δόθηκε πρόσφατα στο νέο πολυεπίπεδο αντιαεροπορικό, αντιβαλλιστικό και anti-drone σύστημα άμυνας της Ελλάδας, το οποίο αποσκοπεί στη θωράκιση του Αιγαίου και ολόκληρης της χώρας. Ωστόσο, η ομηρική ασπίδα του Αχιλλέα έχει καθιερωθεί στη συλλογική αντίληψη κυρίως ως καλλιτεχνικό αντικείμενο, χάρη στον θαυμάσιο διάκοσμό της, τον οποίο φιλοτέχνησε ο θεός Ηφαιστος (Ιλιάδα Σ 478-608). Ηταν, όμως, η ασπίδα και λειτουργικά αποτελεσματική ως αμυντικό όπλο;
Υπενθυμίζω ότι ο Ηφαιστος κατασκεύασε νέα πανοπλία για τον Αχιλλέα ύστερα από παράκληση της Θέτιδας, υπό τις εξής περιστάσεις. Ο Αχιλλέας είχε παραχωρήσει προσωρινά στον Πάτροκλο την πανοπλία του, με τη ρητή εντολή να εμφανιστεί ως άλλος Αχιλλέας και να απωθήσει τους Τρώες, οι οποίοι είχαν πλησιάσει απειλητικά το αχαϊκό στρατόπεδο. Ο Πάτροκλος, όμως, τον παράκουσε, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του και η πανοπλία να περιέλθει στην κατοχή του Εκτορα.
Από τον Ομηρο στον Βιργίλιο και στον Luís de Camões Ο διάκοσμος της ασπίδας αποτελείται από πέντε ομόκεντρους κύκλους και η περιγραφή εξελίσσεται από το κέντρο προς την περιφέρεια. Στο κέντρο απεικονίζονται η γη, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη και οι αστερισμοί. Στον δεύτερο κύκλο απεικονίζονται δύο πόλεις: η πρώτη σε κατάσταση ειρήνης, με μια σκηνή γάμου και τη διευθέτηση μιας αντιδικίας για φόνο· η δεύτερη σε κατάσταση πολιορκίας, με μια ενέδρα σε εξέλιξη και σκηνές μάχης.
Ο τρίτος κύκλος χωρίζεται σε τρεις ζώνες, στις οποίες απεικονίζονται οι εποχές του έτους μαζί με τις αντίστοιχες γεωργικές και ποιμενικές δραστηριότητες: ο θερισμός, ο τρύγος και η βοσκή. Στον τέταρτο κύκλο νεαροί άνδρες και γυναίκες χορεύουν, κρατώντας ο ένας τον άλλον από τους καρπούς, ενώ ένα πλήθος παρακολουθεί και απολαμβάνει το θέαμα. Ο πέμπτος κύκλος απεικονίζει τον ποταμό Ωκεανό, ο οποίος περιτρέχει την εξωτερική περίμετρο της ασπίδας.
Ο παραπάνω διάκοσμος αποτελεί την παλαιότερη και διασημότερη «περιγραφή» έργου τέχνης στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία· ο ρητορικός όρος για αυτό το είδος περιγραφής ήταν «έκφρασις». Οι καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις της ομηρικής ασπίδας στην αρχαιότητα ξεκινούν από την ασπίδα του Ηρακλή στην ψευδό-ησιόδεια Ασπίδα (6ος αιώνας π.Χ.) και καταλήγουν στην ασπίδα του Διονύσου στα Διονυσιακά του Νόννου (5ος αιώνας μ.Χ.). Μέσω της ασπίδας του Αινεία, του κεντρικού ήρωα της Αινειάδας του Βιργιλίου και μυθικού γενάρχη των Ρωμαίων, η ομηρική ασπίδα θα καταστεί εμβληματική έκφραση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Ο νέος διάκοσμος δεν απεικονίζει μυθικά συμβάντα και σκηνές του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, αλλά την εξέλιξη της ρωμαϊκής ιστορίας μέσα από επιλεγμένα εικαστικά επεισόδια, από τις απαρχές της Ρώμης έως τη θριαμβευτική επικράτηση του Αυγούστου στην εποχή του ποιητή. Η διαμόρφωση μιας εθνικής ιστορικής συνείδησης υπήρξε ίσως η σημαντικότερη συμβολή των Ρωμαίων στον κλασικό πνευματικό πολιτισμό.
Ενώ ο Αχιλλέας, καθώς παραλάμβανε την ασπίδα, είχε τον νου του στην εκδίκηση για τον νεκρό Πάτροκλο, αντίθετα, στον Βιργίλιο προτάσσεται η εθνική ιστορική προοπτική:miratur rerumque ignarus imagine gaudet
attollens umero famamque et fata nepotum. Θαυμάζει και χαίρεται τις παραστάσεις ο Αινεία, ανίδεος όμως για την ιστορία τους, καθώς σηκώνει στον ώμο του τη δόξα και το πεπρωμένο των απογόνων του.
Στην ιταλική Αναγέννηση, η ασπίδα του Αινεία, δηλαδή η μετεξέλιξη της ασπίδας του Αχιλλέα, θα συνεχίσει να λειτουργεί ως όχημα ιστορικής συνέχειας, όπως συμβαίνει με την ασπίδα του Rinaldo στην
Gerusalemme liberata του Torquato Tasso (1581), όπου, ωστόσο, η ιστορική αναφορά περιορίζεται στη γενεαλογία των προγόνων του ήρωα. Η σημαντικότερη αναδημιουργία του ιστορικού διακόσμου της ασπίδας του Αινεία
θα πραγματοποιηθεί το 1572, με το έπος Os Lusíadas του εθνικού ποιητή της Πορτογαλίας Luís de Camões.
Το έπος γράφτηκε για να εξυμνήσει τον Vasco da Gama, στον οποίο αποδίδεται η θεμελίωση της παγκόσμιας εμπορικής πορτογαλικής αυτοκρατορίας μέσω της ανακάλυψης του θαλάσσιουδρόμου από την Ευρώπη προς την Ινδία γύρω από την Αφρική (1497-1499), αλλά σύντομα διευρύνεται σε εθνικό έπος, το οποίο περιλαμβάνει την ιστορίατης Πορτογαλίας και τα κατορθώματα των «Λουζιτανών», των κατοίκων της χώρας και κληρονόμων του αρχαίου ρωμαϊκού ονόματος.
Το γενεαλογικό εθνωνύμιο Os Lusíadas («Οι Λουσιάδες») προέρχεται από το λατινικό «Lusiadae», που πλάστηκε για να δηλώσει τους Πορτογάλους ως «απογόνους του Λούσου», του μυθικού εθνάρχη τους, κατ’ αναλογία προς το «Aeneadae», «οι απόγονοι του Αινεία». Πρόκειται, βέβαια, για μια κατασκευή χωρίς αντίστοιχη μυθολογική αφετηρία στην αρχαιότητα. Τη θέση του Αινεία, ο οποίος ταξιδεύει από την Τροία στην Ιταλία και γίνεται ο γενάρχης του ρωμαϊκού έθνους, καταλαμβάνει τώρα ο Βάσκο ντα Γκάμα, ο οποίος αναζητεί τον θαλάσσιο δρόμο προς την Ινδία. Σύμφωνα με το προοίμιο, το συλλογικό έπος των Lusíadas επισκιάζει όχι μόνο τους θαλασσοπόρους Οδυσσέα και Αινεία και τα κατορθώματά τους, αλλά ακόμη και τις νίκες του Αλεξάνδρου και του Τραϊανού.
Στο δέκατο βιβλίο του έπους, η Τηθύς παρουσιάζει στον Vasco da Gama τη «Μηχανή του Κόσμου» («Máquina do Mundo»), ένα ανάλογο της ασπίδας του Αινεία. Η περιγραφή της προσφέρει μια μικρογραφική εποπτείατου σύμπαντος και της γης και αποκαλύπτει στον ήρωα τις περιοχές του κόσμου όπου οι Πορτογάλοι πρόκειται να πραγματοποιήσουν τα μελλοντικά τους κατορθώματα: η περιγραφή ξεκινά από την Ευρώπη και την Αφρική, συνεχίζεται προς την Ασία και την Ινδία και, στη συνέχεια, επεκτείνεται σε περιοχές του Νέου Κόσμου. Την εποχή που γράφει ο Camões, η πορτογαλική θαλάσσια αυτοκρατορία αποτελεί, βέβαια, ήδη πραγματικότητα, όπως ακριβώς η ρωμαϊκή αυτοκρατορία αποτελεί πραγματικότητα κατά την εποχή του Βιργιλίου.
Ο Auden και η ανατροπή
Ο Luís de Camões χρησιμοποίησε τη μετεξελιγμένη ασπίδα του Αινεία για να νομιμοποιήσει την πορτογαλική αποικιοκρατία, παρουσιάζοντάς την μάλιστα ως σχέδιο της Θείας Πρόνοιας, κατά το πρότυπο των ρωμαϊκών
fata. Η πορτογαλική αυτοκρατορική επέκταση συνδέθηκε, βέβαια, με μία από τις πιο εκτεταμένες και καταστροφικές μορφές δουλεμπορίου στην παγκόσμια ιστορία.
Τριακόσια ογδόντα χρόνια αργότερα, ο W. Η. Auden, με το ποίημά του «The Shield of Achilles» (1952, 1955), φαίνεται να αντιπαραθέτει στον Camões μια ανατρεπτική ανάγνωση του ομηρικού ασπιδογραφικού προτύπου: αντί για παραστάσεις συλλογικής ζωής, ανθρώπινης συμβίωσης και αντιπαράθεσης, η Θέτιδα βλέπει ότι ο θεός έχει απεικονίσει πάνω στην ασπίδα που προορίζεται για τον γιο της την ερήμωση, τη φρίκη, τη βαρβαρότητα και
τη μαζική βία, εικόνες που αντανακλούν την πρόσφατη εμπειρία του παγκόσμιου πολέμου. Το ποίημα καταλήγει με τη διαπίστωση ότι ο νέος διάκοσμος της ασπίδας ταιριάζει απόλυτα στον «σιδηρόκαρδο και ανθρωποκτόνο» γιο της, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν άλλωστε προορισμένος να πεθάνει σύντομα:
Thetis of the shining breasts
Cried out in dismay
At what the god had wrought
To please her son, the strong
Iron – hearted man – slaying Achilles
Who would not Live long.
Η ασπίδα του Αχιλλέα ως αμυντικό υπερόπλο
Ενώ ο διάκοσμος της ασπίδας του Αχιλλέα κατέστη κοινός τόπος στη λογοτεχνία και υπέστη διαχρονικά αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, δεν συνέβη το ίδιο με την πρωταρχική της λειτουργία, δηλαδή την προστασία που προσέφερε στον κορυφαίο πολεμιστή της Ιλιάδας. Στο ομηρικό έπος ο γιος της Θέτιδας δεν είναι άτρωτος· γι’ αυτό, άλλωστε, χρειάζεται την πανοπλία του. Το θέμα ήλθε εκ νέου στην επικαιρότητα, όπως ανέφερα στην αρχή, με τη χρήση του ονόματος «Ασπίδα του Αχιλλέα» για το αντιαεροπορικό και αντιβαλλιστικό σύστημα που δημιουργείται σταδιακά πάνω από την ελληνική επικράτεια.
Ο Ομηρος αφιερώνει είκοσι τέσσερις στίχους στη σκηνή κατά την οποία ο Αχιλλέας φορά τη θεϊκή πανοπλία και παίρνει στο χέρι του το βαρύ δόρυ από μελιά, το οποίο μόνο ο ίδιος μπορούσε να χειριστεί. Η ασπίδα θα
αποδειχθεί σωτήρια για τον Αχιλλέα σε τρεις πολεμικές αναμετρήσεις. Στην πρώτη, το δόρυ του Αινεία διαπερνά τις δύο πρώτες στρώσεις της ασπίδας, οι οποίες ήταν από χαλκό, καθώς και τις δύο επόμενες, που ήταν από κασσίτερο, και σταματά στην πέμπτη, η οποία ήταν από χρυσό. Στην επόμενη αναμέτρηση, ο ήρωας Αστεροπαίος χρησιμοποιεί δύο δόρατα εναντίον του Αχιλλέα: το πρώτο σταματά και πάλι στην πέμπτη, χρυσή στρώση της ασπίδας, ενώ το δεύτερο τον τραυματίζει στο δεξί χέρι και του προκαλεί αιμορραγία.
Στην τελευταία αναμέτρηση, ο Εκτορας πλήττει με το δόρυ του την ασπίδα του Αχιλλέα, αλλά το δόρυ αναπηδά και τινάζεται μακριά. Στην πρώτη περίπτωση αναφέρεται ρητά ότι κανείς θνητός δεν μπορεί να νικήσει ένα θεϊκό
δώρο. Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι, από ολόκληρη την πανοπλία που κατασκεύασε ο Ηφαιστος, μόνον η ασπίδα του Αχιλλέα υποβάλλεται σε δοκιμασία, και μάλιστα τρεις φορές. Παρόλο που η καλλιτεχνική διάσταση της ασπίδας του Αχιλλέα αποτέλεσε διαχρονικά το πλέον εμβληματικό λογοτεχνικό της αποτύπωμα, η λειτουργία της ως αμυντικού όπλου υπήρξε εξίσου σημαντική. Αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι η ασπίδα ήταν θεϊκή κατασκευή και προσέφερε στον Αχιλλέα υπερφυσική προστασία, η επιλογή του ονόματός της για ένα σύγχρονο αμυντικό υπερόπλο αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος.
Ο Μιχαήλ Πασχάλης είναι ομότιμος καθηγητής κλασικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης