Δύο κόσμοι, μια ψυχή

Ο άξονας Σκουφά – Ναυαρίνου είναι ίσως η συμβολικότερη ένδειξη, ότι τοπιογραφικά, κοινωνιολογικά, πολεοδομικά – αρχιτεκτονικά, οι δύο διαφορετικοί κόσμοι των Εξαρχείων και του Κολωνακίου έχουν στην πραγματικότητα την ίδια ψυχή. Ξεκινώντας η Σκουφά από την πλατεία Κολωνακίου, και συνεχίζοντας ως φυσική συνέχεια προς τη Ναυαρίνου, δημιουργεί ένα ίχνος που εξηγεί την πόλη καλύτερα από οποιονδήποτε χάρτη. Μέσα σε λίγες δεκάδες μέτρα, η Αθήνα αλλάζει ύφος, κοινωνική θερμοκρασία, ρυθμό και τρόπο κατοίκησης. Και όμως η μετάβαση δεν είναι απότομη, γιατί η κτιριακή εικονογραφία παραμένει σχεδόν ίδια.

Το Κολωνάκι δεν τελειώνει ξαφνικά για να αρχίσουν τα Εξάρχεια. Το ένα εισχωρεί σταδιακά στο άλλο, και αντίστροφα.

Η οδός Σκουφά – Ναυαρίνου έγινε η δική μου μικρογειτονιά για 25 χρόνια. Εκεί στο γεωμετρικό μέσο της, μεταξύ «Φίλιον» και Ιπποκράτους, εκεί όπου ο ευδαιμονισμός του Κολωνακίου ξεθωριάζει κάπως, και εκεί όπου η τραχύτητα των Εξαρχείων απαλύνεται.

Συνδέει ευθέως και διαγωνίως δύο κόσμους. Σε επίπεδο πολεοδομίας, κοινωνικής σημειολογίας αυτό έχει ένα μοναδικό ενδιαφέρον. Δείχνει πως το αστικό υποσυνείδητο της πόλης υπάρχει και συγκλίνει μερικές φορές πιο άμεσα, αδιαμεσολάβητα και ήπια, μεταξύ διακηρυγμένων και φαντασιακών κοινωνικών αντιθέσεων.

Ανεξάρτητα όμως από την ταξική και επαναστατική χρήση των συμβολισμών, η Σκουφά διαπραγματεύεται σκηνογραφικά τις αντιφατικές εκδοχές μέσα στο σώμα της, αλλά στο τέλος ενώνει σαν δρόμος ως όφειλε.

Πάνω στην ευθεία διαδρομή των 1.350 περίπου μέτρων, ξετυλίγεται ένα ζωντανό κατοικημένο μουσείο της αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου. Δεκάδες κτίρια εμβληματικής και υψηλής αξίας. Ο ύστερος νεοκλασικισμός, συναντά τον γαλλικό εκλεκτικισμό, την art deco, τον αθηναϊκό μοντερνισμό, και τις Bauhaus εκδοχές. Για τους μυημένους τα σχεδιαστικά αυτά ρεύματα είναι αναγνωρίσιμα. Για τους αμύητους αρκεί να κοιτάξουν ψηλά καθώς περπατούν για να αισθανθούν αυτήν την αισθητική φαντασμαγορία και τον κοσμοπολιτισμό του μοντερνισμού του μεσοπολέμου. Η πόλη είναι πάντα η διπλή κινούμενη σκηνογραφία, των ανωγείων και των ισογείων, που μόνο από τον πεζό γίνονται αισθητά, και έτσι εσωτερικεύονται ως εικόνες και συναίσθημα. Αν δεν κοιτάω ψηλά χάνω τη μισή γοητεία της πόλης.

Χειροποίητα σπίτια και installation art

Τότε, τη δεκαετία του 1920, ο δρόμος ήταν χωμάτινος. Τα σπίτια λίγα, ένα εδώ και ένα εκεί. Βοσκοί του Λυκαβηττού περνούσαν αραιά και πού. Εύποροι Ελληνες της διασποράς από τη Ρωσία, την Αίγυπτο, την Κωνσταντινούπολη, ανέθεσαν τη μελέτη και κατασκευή των νέων πολυκατοικιών σε σπουδαίους νέους αρχιτέκτονες που σπούδαζαν στο εξωτερικό – αφού η Αρχιτεκτονική Σχολή του Μετσόβιου, ιδρύθηκε το 1917 – και αυτοί έφεραν στην Αθήνα αυτόν τον φρέσκο αέρα. Την πρωτοπορία των αρχιτεκτονικών ιδεών.

Υπέροχα κτίρια του εκλεκτικιστικού κινήματος στη Σκουφά 1 στο 3 και στο 22, και Bauhaus κίνημα στη γωνία με Μαυρομιχάλη, στη Σίνα και στη Μασσαλίας. Στο κέντρο της οδού δεσπόζουν η εκκλησία του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου που κατασκευάστηκε μεταξύ 1923-1931 σε στυλ αναγεννησιακό και μπαρόκ ρυθμό, και απέναντι το Πειραματικό σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών που αποτελεί δείγμα ύστερης, λιτής νεοκλασικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα.

Οπως γράφει ο αρχιτέκτονας και κριτικός του Αθηναϊκού Μοντερνισμού Νίκος Καβαδάς: «Ολα αυτά τα κτίρια ήταν χειροποίητα. Τα πάντα φτιάχνονταν στο χέρι, τα μωσαϊκά, οι σιδερένιες πόρτες, σε αντίθεση με τη μαζική ανοικοδόμηση της επόμενης περιόδου».

Σήμερα, στα ισόγεια και στα πεζοδρόμια κυριαρχούν ακόμη αστικός αέρας και καλλιτεχνικότητα, installation art έως mainstream βιτρίνες σχεδιαστών. Καφέ και μπαρ μικρά αλλά όμορφα, εστιατόρια και καταστήματα ρούχων ευφάνταστα και ποιοτικά. Από την αίγλη της προ κρίσης εποχής, ο δρόμος οδηγήθηκε σε σημαντική απαξίωση, και σήμερα αναζητά μια νέα ισορροπία ήρεμης κομψότητας.

Ωστόσο, σε έναν δρόμο που διαθέτει διαμορφωμένο και πλούσιο αρχιτεκτονικό τοπίο, οφείλουμε να αναβαθμίζουμε τη ρυμοτομία και την περιβαλλοντική συνοχή του δημόσιου χώρου. Δεν μπορεί τα υπέροχα σκαλοπάτια της εκκλησίας του Αγ. Διονυσίου να οδηγούν σε πεζοδρόμιο του ενός μέτρου, ούτε το Πειραματικό Σχολείο και το πρώην Οικονομικό Πανεπιστήμιο να ασφυκτιούν μπροστά στις εισόδους τους. Επομένως, στον άξονα Σκουφά – Ναυαρίνου, όπως και σε εκατοντάδες δρόμους της Αθήνας, είναι η ώρα να διαμορφώσουμε ένα συνεκτικό πρόγραμμα αστικής αναβάθμισης με κριτήριο την περιβαλλοντική ποιότητα.

Τι χρειάζεται να κάνουμε; Ελαφρά επέκταση των πεζοδρομίων και μεγαλύτερες σημειακές επεκτάσεις που ταυτόχρονα θα επιτρέψουν σε 2 άτομα να προχωρούν παράλληλα και θα άρουν το συνεχιζόμενο μεταλλικό «τείχος» των παρκαρισμένων οχημάτων. Τοπικές διαπλατύνσεις σε όλες τις διασταυρώσεις και απομάκρυνση της παράνομης στάθμευσης, πυκνή δενδροφύτευση ανά 3 μέτρα, αισθητική και επαρκή σήμανση επί του οδοστρώματος κατά τα πρότυπα των ευρωπαϊκών πόλεων. Με τον τρόπο αυτό και χωρίς να χάσουμε την κυκλοφοριακή λειτουργικότητα θα προσθέταμε στον άξονα 2.500 τ.μ. νέου δημόσιου χώρου.

Δεν ξέρω αν κάποιος σχεδιάζει σήμερα με ενδιαφέρον σε τέτοια μικροκλίμακα για το μέλλον της Αθήνας. Αν όμως όχι, τα επόμενα χρόνια η συνεχιζόμενη απαξίωση του δημόσιου χώρου και της κυκλοφοριακής ασφυξίας θα μηδενίσει τα περιβαλλοντικά στάνταρ της πόλης και θα αφανίσει και την αρχιτεκτονική μνήμη. Υψηλή αρχιτεκτονική, βιώσιμη κινητικότητα και περιβαλλοντική συνοχή είτε συνυπάρχουν μαζί είτε δεν υφίστανται μεμονωμένα και χωριστά. Η πόλη ανασχεδιάζεται μόνο με επιμονή και μόνο δρόμο-δρόμο.