Είμαι σίγουρος ότι αυτή η φωτογραφία σε ξαφνιάζει. Την είχες ξεχάσει. Μοιάζει από άλλη εποχή, κοκκώδη, αναλογική, ασπρόμαυρη, που κάπως προοικονομεί τη φθορά της μνήμης. Σήμερα όλες οι αναμνήσεις είναι απαράλλαχτα έγχρωμες, ευκρινείς, γλιστράνε από εφαρμογή σε εφαρμογή με την αφή ενός δαχτύλου, δεν ξεθωριάζουν σε παλιά κουτιά παπουτσιών.
Θυμάσαι την περίσταση; Είναι τα εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης Μονόλογοι, στο φεστιβάλ Photosynkyria (νυν Photobenniale) που έγινε στη γκαλερί ΟΡΑΜΑ, στη Θεσσαλονίκη το 1996. Ποζάρουν οι συμμετέχοντες: Μαρία Θαμνίδου, δίπλα η μητέρα του Αλέξανδρου Αβραμίδη (στρατιώτης γαρ τότε), στη μέση εσύ, η Κατερίνα Νούκα που έφυγε πρόωρα, και ο πολυμήχανος στρατηγός του φεστιβάλ Αρις Γεωργίου. Καθιστοί από αριστερά ο άλλος πολυμήχανος Σίμος Σαλτιέλ και ο Ινγκο Ντινεμπίερ. Ο Σίμος θυμήθηκε ότι το κουτάβι είχε βρεθεί αζήτητο στον κήπο του Βυζαντινού Μουσείου και αναζητούσε γι’ αυτό φιλόξενη στέγη. Ο καιρός χειμώνας, Φεβρουάριος.
Τα βλέμματα χαμογελούν, με την παρορμητική ελπίδα της ύστερης νεότητας, όταν τα πατήματα αρχίζουν να γίνονται πιο στέρεα, αλλά δεν κρυσταλλώνονται ακόμη. Είναι πριν από το φωτεινό μιλένιουμ, πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, που σκοτείνιασε τον κόσμο μέσα σε μια μέρα. Είσαι λίγο πάνω από τριάντα, λίγα χρόνια αφότου επέστρεψες από τα μακρινά ξένα, έπιανες το νήμα της πόλης ξανά και η όρεξη περίσσευε. Ηταν λίγο πριν ιδρυθεί το μουσείο, όταν άρχιζες να εμπλέκεσαι με την επιμέλεια εκθέσεων, την έρευνα, τη συγγραφή, το φεστιβάλ.
Τριάντα χρόνια μετά αναγνωρίζεις τον εαυτό σου ως μελετητή και επιμελητή, όχι πια ως φωτογράφο, άσχετα αν φωτογραφίζεις καθημερινά. Τριάντα χρόνια μετά ξέρεις καλά πως κάποιες στροφές της ζωής επιτελούνται εσωτερικά και αθόρυβα, όχι πάντα ανώδυνα. Η γύμνωση της κεφαλής φαίνεται να προχωρά ακάθεκτη, χωρίς αναστολές ή αιδώ και το υπογένειο μοιάζει, ασυνείδητα έστω, ως σημειακή αντίστιξη του άνωθεν κενού.
Δεν θα φανταζόσουν πως θα επιβίωνε μέχρι σήμερα, κάτασπρο πλέον. Δείχνεις διαφορετικός, με έναν ευδιάθετο αέρα προσδοκίας, καθώς οι διαψεύσεις δεν είχαν ακόμη χοντρύνει, ο αέρας των πραγμάτων έμοιαζε να σε παρασέρνει, ενώ είχες αρχίσει να εμβολιάζεσαι, χάρη κυρίως στον Νίκο Παναγιωτόπουλο, με έναν ιδεαλισμό για την ανάπτυξη και τη χειραφέτηση της ελληνικής φωτογραφίας. Μου μοιάζεις άλλος εαυτός. Ισως πάλι να είσαι καλά κρυμμένος μέσα στον σημερινό. Οσο μεγαλώνει κανείς άλλωστε γίνεται ένα σύμπλεγμα εαυτών. Πόσοι χωράνε άραγε μέσα σε έναν; Και με ποιον πρώτα να κλείσεις λογαριασμούς; Να τα ξαναπούμε καμιά φορά. Ισως όλοι οι εαυτοί μαζί.