Το Netflix βάζει τα βιβλία στο επίκεντρο και μεταφέρει τη συζήτηση για τις λογοτεχνικές διασκευές από την οθόνη στο Παρίσι. Από τις 16 έως τις 18 Οκτωβρίου 2026 η πλατφόρμα διοργανώνει στο Ground Control το πρώτο Netflix Book Festival, σε συνεργασία με το Centre National du Livre (CNL), το οποίο συμπληρώνει φέτος 80 χρόνια. Το τριήμερο θα περιλαμβάνει συναντήσεις, συνέδρια, αναγνώσεις, λέσχες βιβλίου, δραστηριότητες και μια προσωρινή βιβλιοθήκη με μυθιστορήματα, manga, κόμικς και graphic novels από δεκάδες γαλλικούς εκδοτικούς οίκους.
Η πλατφόρμα του Netflix υποστηρίζει ότι οι μυθοπλασίες που προέρχονται από λογοτεχνικά έργα συγκέντρωσαν περισσότερες από 9 δισεκατομμύρια προβολές παγκοσμίως το 2025, σχεδόν το 20% των συνολικών ωρών θέασης. Γι’ αυτό και οργανώνει στο Παρίσι ένα τριήμερο εκδηλώσεων που θα συγκεντρώσει σε φυσικό χώρο το κοινό και αφορά τα βιβλία.
Παράλληλα, θα παρουσιάσει την έρευνα που πραγματοποίησε το γαλλικό κέντρο βιβλίου για την επίδραση των οπτικοακουστικών διασκευών σε ολόκληρη την αγορά του βιβλίου. Για τρεις ημέρες, στο Παρίσι, το βιβλίο και η οθόνη θα βρεθούν στον ίδιο χώρο – όχι ως αντίπαλες μορφές τέχνης, αλλά ως δύο τρόποι να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία. Και η έρευνα της GfK που θα παρουσιαστεί εκεί θα εξετάσει και την αντίστροφη διαδρομή: όχι μόνο πώς ένα βιβλίο γίνεται σειρά ή ταινία, αλλά πώς μια επιτυχημένη διασκευή μπορεί να οδηγήσει τους θεατές πίσω στη σελίδα.
Η συγκυρία επαναφέρει το ερώτημα γύρω από το πότε είναι καλή η διασκευή ενός βιβλίου για τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση. Αν σχετίζεται με την πιστότητα στο πρωτότυπο και την ικανότητα του σκηνοθέτη να «μεταφέρει» με ακρίβεια τις λογοτεχνικές σελίδες στην οθόνη ή μήπως με την τόλμη της ευφυΐας του να παρέμβει στο λογοτεχνικό έργο και να αλλάξει όσα χρειάζεται στο όνομα της καλλιτεχνικής ελευθερίας.
Ο Ρίτσαρντ Μπρόντι, σε πρόσφατο άρθρο του στο «New Yorker», αντιμετωπίζει το ζήτημα της μεταφοράς του λογοτεχνικού έργου στην κινηματογραφική οθόνη με αφορμή την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν και τη διαμάχη γύρω από το πόσο πιστή πρέπει να είναι μια κινηματογραφική μεταφορά του Ομήρου. Η βασική ιδέα του Μπρόντι είναι ότι η ποιότητα μιας διασκευής δεν μπορεί να μετρηθεί αποκλειστικά με έναν χάρακα πιστότητας, καθώς ο κινηματογράφος είναι από τη φύση του τέχνη της μεταμόρφωσης.
Πέντε τύποι διασκευών
Ο Μπρόντι προτείνει, μάλιστα, μια ιδιότυπη ταξινόμηση πέντε τύπων. Οι «πλησιέστερες» διασκευές όπως το «Chimes at Midnight» (Φάλσταφ – Οι καμπάνες του μεσονυχτίου) του Ορσον Ουέλς, που αντλεί τον Φάλσταφ από διαφορετικά έργα του Σαίξπηρ. Οι «απομακρυσμένες» διασκευές σχεδόν δεν αναγνωρίζονται, όπως το «Honda» της Νια ντα Κόστα που αντλεί από το θεατρικό του Ιψεν «Εντα Γκάμπλερ». Ανάμεσα στα δύο άκρα υπάρχουν αμέτρητες δυνατότητες: μια ταινία μπορεί να κρατήσει τον βασικό σκελετό της ιστορίας αλλά να αλλάξει τον κόσμο της ή να διατηρήσει χαρακτήρες και διαλόγους ενώ μεταφέρει την ιστορία σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο «Αμλετ» του Μάικλ Αλμερέιντα με τον Ιθαν Χοκ, όπου ο Σαίξπηρ παραμένει στη γλώσσα και στους χαρακτήρες, αλλά το περιβάλλον γίνεται σύγχρονο. Υπάρχουν και διασκευές τόσο ελεύθερες ώστε το αρχικό έργο δύσκολα αναγνωρίζεται – όπως οι ιστορίες του Μοπασάν που χρησιμοποίησε ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ στο «Masculin Féminin». Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται η «Οδύσσεια» του Νόλαν: ο βασικός μύθος παραμένει, αλλά η κινηματογραφική εκδοχή μπορεί να αλλάξει διαλόγους, σκηνές, χαρακτήρες, ψυχολογία και ηθικές αποχρώσεις. Το πρωτότυπο, με άλλα λόγια, δεν είναι πατρόν που πρέπει να αντιγραφεί, αλλά υλικό πάνω στο οποίο ο κινηματογραφιστής καλείται να εργαστεί.
Επομένως, η ίδια η δημιουργία μιας ταινίας είναι σειρά από αλλεπάλληλες διασκευές. Σχεδόν κάθε μεγάλου μήκους ταινία ξεκινά από ένα σενάριο. Στη συνέχεια το γραπτό κείμενο μετατρέπεται σε εικόνες, ήχους, χώρους, κοστούμια, κινήσεις και ερμηνείες. Το σενάριο είναι ήδη μια μετάφραση μιας ιδέας σε κινηματογραφική γλώσσα. Η διασκευή ενός βιβλίου απλώς κάνει αυτή τη διαδικασία πιο ορατή, επισημαίνει ο κινηματογραφικός κριτικός του «New Yorker».
Μια καλή διασκευή δεν χρειάζεται να είναι «πιστή» σε κάθε λεπτομέρεια. Μπορεί, αντίθετα, να είναι πιστή στο πνεύμα μιας ιστορίας ενώ αλλάζει τη μορφή της. Αλλωστε ένα σπουδαίο βιβλίο δεν εγγυάται μια σπουδαία ταινία. Μερικές φορές, μάλιστα, η λογοτεχνική αριστεία μπορεί να κάνει τη διασκευή δυσκολότερη, επειδή ο κινηματογραφιστής φοβάται να απομακρυνθεί από το πρωτότυπο. Η παλιά διαμάχη ανάμεσα στην πιστότητα και την ελευθερία διατρέχει, άλλωστε, την ιστορία της κινηματογραφικής κριτικής. Ο Μπρόντι επιστρέφει και στο περίφημο κείμενο του Φρανσουά Τριφό του 1954 εναντίον της γαλλικής «Παράδοσης της Ποιότητας», που αντιμετώπιζε συχνά τη διασκευή ως άσκηση «ισοδυναμίας» ανάμεσα στη λογοτεχνία και το σινεμά. Για τον Τριφό, η αξία βρισκόταν περισσότερο στην προσωπική ματιά του δημιουργού παρά στην ευλαβική αναπαραγωγή του πρωτοτύπου.
Μια καλή διασκευή δεν είναι εκείνη που θα μας κάνει να ξεχάσουμε το βιβλίο ούτε εκείνη που προσπαθεί να το αναπαραγάγει καρέ καρέ. Είναι εκείνη που στέκεται αυτόνομα ως κινηματογράφος, ενώ ταυτόχρονα μας κάνει να θέλουμε να επιστρέψουμε στο βιβλίο. Να το ξαναδιαβάσουμε – όχι για να αποφασίσουμε αν η ταινία ήταν «πιστή», αλλά για να δούμε πώς η ίδια ιστορία μπορεί να υπάρξει, με διαφορετικό τρόπο, σε δύο διαφορετικούς κόσμους.