- Advertisement -

Χωρίς ταμπέλες

Χωρίς ταμπέλες
2

- Advertisement -

Η θεματολογία του αγγίζει λεπτές πτυχές της γυναικείας ψυχολογίας, αναγνωρίσιμες και βιωμένες. Παράλληλα σχολιάζει, εμμέσως πλην σαφώς, το κόστος – μικρότερο ή μεγαλύτερο, που βαραίνει τις γυναίκες από τους πολλούς και ποικίλους ρόλους που επωμίζονται στην ζωή τους. Και χωρίς να διατυμπανίζει την φεμινιστική του ταυτότητα, το έργο αναδεικνύει τα σημάδια μιας χρόνιας κατάστασης που δύσκολα αλλάζει – αλλά αλλάζει.

Την ίδια στιγμή, όμως, φέρνει στο προσκήνιο δύο διαφορετικούς τύπους γυναικών, από τη μια την παραιτημένη, από την ζωή και τον εαυτό της, Σάρον, και από την άλλη, την δυναμική και αυτόνομη Ρόμπιν, που ίσως τελικά αποδειχτούν οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στη «Συγκάτοικο» («The Roommate») της Τζεν Σίλβερμαν (Jen Silverman) μπορεί τα πράγματα δείχνουν ξεκάθαρα και σαφή από την αρχή, αλλά συγχρόνως διαμορφώνουν τις συνθήκες για ενδεχόμενες μελλοντικές ανατροπές.

Γραμμένο στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά το 2015 και παρουσιάστηκε σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ. Το φθινόπωρο του 2024 η Μία Φάροου και η Πάτι Λουπόνε μοιράστηκαν τους ρόλους της Σάρον και της Ρόμπιν στο Μπρόντγουεϊ (Booth Theatre), σε σκηνοθεσία του Τζακ Ο’ Μπράιαν, προκαλώντας αυξημένο ενδιαφέρον από το κοινό και τους κριτικούς. Στην Ελλάδα «Η Συγκάτοικος» ανεβαίνει για πρώτη φορά.

Οταν η Ρόμπιν φτάνει με τις κούτες της από το Μπρονξ στο σπίτι της Σάρον στην Αϊόβα, για να αρχίσει η συγκατοίκησή τους, οι δύο γυναίκες είναι άγνωστες μεταξύ τους, ξένες – μια αγγελία τις έφερε κοντά. Με διαφορετικές νοοτροπίες και διαφορετικές συνήθειες, αρχίζουν σιγά – σιγά να ανακαλύπτουν τα κοινά τους σημεία. Είναι και οι δύο μητέρες, χωρισμένες κι έχουν και οι δύο προβληματική και δύσκολη σχέση με τα παιδιά τους. Η Ρόμπιν δηλώνει εξαρχής πως είναι χορτοφάγος και λεσβία. Η Σάρον συμμετέχει σε μια λέσχη ανάγνωσης και διαβάζει…

Η Βίκυ Βολιώτη, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική της πορεία, δίνει με τη «Συγκάτοικο» άλλο ένα δείγμα της δουλειάς της: Μια παράσταση καλοδουλεμένη, με αποχρώσεις που φωτίζουν και αναδεικνύουν την ουσία, μια παράσταση που καταφέρνει, σε κάποιες στιγμές, να ξεπεράσει τις ευκολίες του έργου που ηχούν με μια ελαφράδα στα αφτιά μας.

Οι ερμηνείες

Με μια εξαιρετικά επιτυχημένη διανομή, έδωσε τους ρόλους της Σάρον και της Ρόμπιν στη Γωγώ Μπρέμπου και τη Μαρίνα Ασλάνογλου, αντιστοίχως, δημιουργώντας από την πρώτη σκηνή του έργου μια ενδιαφέρουσα «χημική ένωση»: Γλυκιά και φαινομενικά αθώα, η πρώτη, καλωσορίζει τη συγκάτοικό της και στην αρχή τουλάχιστον μοιάζει να εκπλήσσεται με πολλές από τις συνήθειές της. Με τη διάθεση να δηλώσει την παρουσία της, η δεύτερη, επιχειρεί να αναγνωρίσει το περιβάλλον και να βάλει τα όριά της, χωρίς ωστόσο να προσπαθήσει να πιέσει καταστάσεις. Ανάμεσα στις δύο γυναίκες διαφαίνεται εξαρχής ότι αυτή η συνύπαρξη και συγκατοίκηση θα έχει μακρύ δρόμο. Βήμα – βήμα, μέσα από τυχαίες ανακαλύψεις και εκμυστηρεύσεις, θα συναντηθούν με τον τρόπο που επιθυμεί η κάθε μία: Η ανυποψίαστη Σάρον και η μυστηριώδης Ρόμπιν θα ξεκολλήσουν από πάνω τους τις ταμπέλες που έρχονται μαζί με το φύλο τους και θα συμφωνήσουν ότι το «συγκάτοικος» μπορεί να είναι μια «καλή λέξη», μια νέα εκδοχή του εαυτού τους.

Η φωνή των ημερών

Τέχνη έχει πολλούς τρόπους να αντιστέκεται, να αντιδρά, να δίνει το «παρών», να συμμετέχει στα κοινά. Κι αν στις μέρες μας η «μεγαλύτερη» αντίσταση γίνεται στα social και από τον καναπέ, με πικρόχολα σχόλια και δημόσια αναθέματα, κάποτε τα πράγματα γίνονταν αλλιώς… Οι μέρες που διανύουμε, με αποκορύφωμα την αυριανή εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, έχουν να επιδείξουν πραγματικά παραδείγματα αντίστασης μέσω της τέχνης, με τρανταχτό εκείνο της Σοφίας Βέμπο. «Σ’ εκείνον τον πόλεμο, όλοι έδωσαν την ζωή τους, τα μάτια τους, τα πόδια τους, τα χέρια τους, την υγειά τους. Εγώ τι έδωσα; Τη φωνή μου που, καλή ή κακή, την έχω ακόμα ακέραιη και ζωντανή. Δεν μου χρωστάει λοιπόν τίποτα ούτε το ελαφρό τραγούδι ούτε η Ελλάδα. Εγώ τους χρωστάω τα πάντα γιατί αυτά με κάνανε Βέμπο». Βέμπο: ένα φαινόμενο που άφησε ανεξίτηλο το ίχνος του, με τη φωνή της αλλά κυρίως με την προσωπικότητα και το σθένος της. Και σήμερα εξακολουθεί να συγκινεί με την πρώτη νότα εκείνων των τραγουδιών.

Οταν το 1940 και ενώ έπαιζε σε ένα από τα ελάχιστα θέατρα που είχαν παραμείνει ανοιχτά – το «Μοντρεάλ», ζήτησε από τον Μίμη Τραϊφόρο να δουλέψει λίγο πάνω στην «Ζεχρά» – το γνωστό τραγούδι σε μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ, δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε. Αυτό το «εμψυχωτικό» που του παράγγειλε στους στίχους οδήγησε στο «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά…». Κι όμως, ένας στίχος του που έλεγε «Αν δεν ’ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ» την έκανε να αντιδράσει έντονα. Τότε εκείνος τον άλλαξε και τον αντικατέστησε: «Με της Νίκης τα κλαδιά, σας προσμένουμε παιδιά»… Στην παράσταση, όταν η Σοφία Βέμπο ερμήνευσε το τραγούδι με τους επίκαιρους και τελικά διαχρονικούς στίχους, το κοινό ξεσηκώθηκε. Κάθε βράδυ η αίθουσα στο «Μοντρεάλ» γέμιζε ασφυκτικά με τα έσοδα να πηγαίνουν κατευθείαν στις ανάγκες του ελληνικού στρατού. Ακολούθησε το γνωστό «Κορόιδο Μουσολίνι», ένα ιταλικό τραγούδι σε στίχους του Γιώργου Οικονομίδη και η Σοφία Βέμπο έγινε η Τραγουδίστρια της Νίκης…

Στη συνέχεια λογοκρίθηκε, φυλακίστηκε, αποφυλακίστηκε μέχρι, μεταμφιεσμένη και με πλαστό διαβατήριο, να φυγαδευτεί στη Μέση Ανατολή. Τραγούδησε όπου υπήρχαν ελληνική κοινότητα και ελληνικός στρατός, εμψυχώνοντας στρατιώτες κι έναν ολόκληρο λαό. Γιατί όταν η τέχνη έχει κότσια, τότε, ναι, μπορεί να κάνει θαύματα…

- Post Down -

Comments are closed.