- Advertisement -

Η Ελίζαμπεθ Στράουτ επιστρέφει – και στην ελληνική γλώσσα – με ένα μυθιστόρημα για εκείνα που δεν λέμε, ακόμη και στους ανθρώπους που βρίσκονται πιο κοντά μας. Στο «Οσα δεν λέμε ποτέ», ένα από τα έξι βιβλία που συναγωνίζονται στη βραχεία λίστα των περίφημων Booker της φετινής χρονιάς, η ήδη βραβευμένη με Πούλιτζερ αμερικανίδα συγγραφέας παρακολουθεί τη ζωή ενός καθηγητή, του Αρτι Νταμ, που φαινομενικά έχει τα πάντα σε τάξη αλλά αισθάνεται όλο και πιο απομονωμένος από τους γύρω του.
Ο Αρτι Νταμ ζει μια διπλή ζωή. Τις ημέρες διδάσκει Ιστορία σε μαθητές Λυκείου διευρύνοντας τους ορίζοντές τους, διορθώνοντας τις μικρές, απερίσκεπτες σκληρότητές τους και προσφέροντας έναν καλό λόγο σε όσους τον χρειάζονται. Πηγαίνει σε γιορτές με τη σύζυγό του, πιάνει κουβέντα με τους γείτονες και τα Σαββατοκύριακα βγάζει το ιστιοπλοϊκό του στον όμορφο κόλπο της Μασαχουσέτης. Σε όποιον τον παρατηρεί, φαίνεται να είναι ένας άνθρωπος που ζει τη ζωή του.
Μέσα του, όμως, τον βασανίζει ένα αίσθημα απομόνωσης. Στριφογυρίζει διαρκώς στο μυαλό του ένα ερώτημα: Πώς γίνεται να γνωρίζουμε τόσο λίγα ο ένας για τον άλλον, ακόμη κι όταν πρόκειται για τους πιο οικείους μας;
Ωσπου, μια μέρα, ο Αρτι ανακαλύπτει ότι η ίδια η ζωή τού έκρυβε ένα μυστικό, ικανό να ανατρέψει όλα τα δεδομένα του. Η αποκάλυψη τον αναγκάζει να χαράξει νέα πορεία, να επανεξετάσει τις σχέσεις που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτόν και να συμφιλιωθεί με τα μυστήρια που βρίσκονται στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η κρίση του γίνεται αφορμή για μια ευρύτερη διερεύνηση της μοναξιάς, της φιλίας, της γονεϊκότητας και των μυστικών που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια ακόμη και των πιο συνηθισμένων ζωών.
Στο απόσπασμα του μυθιστορήματος, ένα βράδυ του Ιουνίου, η Φλόσσυ ΜακΝτόναλντ σκουπίζει τα δάκρυά της και ζητά από τον Αρτι να παραμείνει ο παλιός, κεφάτος εαυτός του. Εκείνος της το υπόσχεται. Η σκηνή εκτυλίσσεται σε ένα παραθαλάσσιο εστιατόριο, με τον κόλπο της Μασαχουσέτης γαλήνιο πίσω από τα παράθυρα και τα σκάφη ακίνητα στο νερό. Η ηρεμία του τοπίου έρχεται σε αντίστιξη με όσα συμβαίνουν στους ανθρώπους. Η Στράουτ δεν χρειάζεται δραματικές χειρονομίες για να υποδηλώσει ότι κάτι έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει.
Αυτή είναι και η ιδιαίτερη δύναμη της γραφής της: η ικανότητά της να εντοπίζει τις ρωγμές μέσα στην καθημερινότητα και να φωτίζει όσα μένουν ανείπωτα. Στον κόσμο της, οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ μόνο αυτό που δείχνουν. Κουβαλούν παλιές πληγές, κρυφές επιθυμίες, φόβους και ενοχές, συχνά χωρίς να μπορούν να τα μοιραστούν ούτε με τους οικείους τους. Η σιωπή δεν αφορά μόνο όσα επιλέγουν να αποκρύψουν, αλλά και όσα αδυνατούν να αναγνωρίσουν στον εαυτό τους.
Το «Οσα δεν λέμε ποτέ» είναι, σύμφωνα με την ίδια, μια ιστορία για την ανάγκη να κατανοήσουμε τους άλλους σε έναν κόσμο που μοιάζει να χάνει τον προσανατολισμό του. Η συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει τους ήρωές της με αυστηρούς ηθικούς όρους.
Τους παρατηρεί με συμπόνια, χωρίς να παραβλέπει τις αντιφάσεις τους. Από το «Ολιβ Κίττριτζ», το βιβλίο που της χάρισε το Πούλιτζερ το 2009, έως τα μεταγενέστερα μυθιστορήματά της, η συγγραφέας επιστρέφει συστηματικά στις ζωές των συνηθισμένων ανθρώπων, στις μικρές κοινότητες και στις σχέσεις που τους διαμορφώνουν. Η λογοτεχνία της υπενθυμίζει ότι η κατανόηση δεν είναι αυτονόητη και ότι η αλήθεια για έναν άνθρωπο σπάνια εξαντλείται σε όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν.
Στο νέο της βιβλίο που πρόκειται να βγει την επόμενη εβδομάδα στα ελληνικά βιβλιοπωλεία, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κρύβουν οι άλλοι από εμάς, αλλά και τι επιλέγουμε να μην πούμε, ακόμη κι όταν η σιωπή μάς απομακρύνει. Γιατί, μερικές φορές, η ανατροπή που αλλάζει τη ζωή μας δεν είναι απλώς η αποκάλυψη ενός μυστικού. Είναι η συνειδητοποίηση ότι δεν γνωρίζαμε ποτέ τόσο καλά όσο νομίζαμε τους ανθρώπους που αγαπάμε.
Απόσπασμα
«Μη χάσεις το κέφι σου, Αρτι!»
Ηταν μέσα Ιουνίου κι ο ήλιος δεν είχε πάψει να λάμπει όλη μέρα με μια επίμονη γλύκα. «Μη χάσεις το κέφι σου, Αρτι, σε παρακαλώ! Μόνο αυτό θέλω να μου υποσχεθείς. Πως θα παραμείνεις ο παλιός κεφάτος εαυτός σου!». Αυτό είχε πει η Φλόσσυ ΜακΝτόναλντ στον Αρτι Νταμ, σκουπίζοντας με την πετσέτα τα δακρυσμένα μάτια της, την τελευταία φορά που τον είδε, εκείνο ακριβώς το λαμπερό απόγευμα του Ιουνίου.
Είχαν πάει στο Spud’s, το ψητοπωλείο κοντά στο σπίτι του Αρτι, που ήταν πάνω στην παραλία, εκεί στην ακτή της Μασαχουσέτης· μέσα από τις τζαμαρίες ο κόλπος φαινόταν γαλήνιος, τα πλεούμενα κάθονταν ήσυχα στα νερά – ιστιοπλοϊκά, ψαράδικα, σκάφη αναψυχής που κοιμίζουν έως και οκτώ άτομα. Ο ήλιος, που δεν είχε αρχίσει ακόμη να δύει, σκορπούσε πάνω στο νερό μια χρυσή λάμψη, κι όταν ο Αρτι κοίταξε τη Φλόσσυ, τα μεγάλα της γυαλιά με τον χοντρό μαύρο σκελετό αντανακλούσαν τον ήλιο.
Ο Αρτι ερχόταν εδώ με τη Φλόσσυ κάθε δεύτερη Τρίτη βράδυ από τότε που πέθανε ο άντρας της Φλόσσυ, έναν χρόνο πριν· ο άντρας της ήταν συνταξιούχος καθηγητής μαθηματικών και – στα μάτια του Αρτι – ένας άντρας αδύνατος, με όψη αυτοκρατορική και διάθεση υπερβολικά κριτική.
Info: Elizabeth Strout, «Όσα δεν λέμε ποτέ», Μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδ. Αγρα, 2026, σελ. 247
Comments are closed.