- Advertisement -

To Ύφος ως Καθρέφτης του Ανθρώπου

To Ύφος ως Καθρέφτης του Ανθρώπου
2

- Advertisement -

*Από τον Μπυφόν στον Καβάφη: Δύο πρεσβευτές, δύο διαφορετικές αισθητικές της δημόσιας παρουσίας και η διαχρονική αναμέτρηση της Ουσίας με την Εικόνα

                  «Το Ύφος είναι ο ίδιος ο Άνθρωπος» (Μπυφόν)

           Στην εποχή της επικοινωνιακής υπερβολής, της κατασκευασμένης εικόνας και της δημόσιας προβολής, το πώς εμφανίζεται κάποιος συχνά επισκιάζει το ποιος πραγματικά είναι. Η πολιτική, μάλιστα, φαίνεται να έχει μετατρέψει την εικόνα σε εργαλείο επιρροής και το θέαμα σε μέτρο αξιολόγησης προσώπων και αξιωμάτων.

          Είναι, όμως, η εικόνα ασφαλές κριτήριο για την αξιολόγηση ενός ανθρώπου; Ή μήπως το Ύφος, ως έκφραση ενός βαθύτερου Ήθους και μιας ιδιαίτερης Αισθητικής, αποκαλύπτει περισσότερα από όσα επιδιώκει να προβάλει η δημόσια παρουσία του; Η σύγκριση δύο ξένων πρεσβευτών που υπηρέτησαν στη χώρα μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα αφορμή για να αναζητήσουμε τις απαντήσεις.

           Ο Ιάπωνας διπλωμάτης Τακάακι Νεμότο μάς αποχαιρέτησε με τον Καβάφη, επιλέγοντας την ποίηση ως γέφυρα πολιτισμού και ως διακριτικό αποτύπωμα της θητείας του. Η χειρονομία του παρέπεμπε σε έναν διπλωματικό λόγο χαμηλών τόνων, όπου η γνώση, η ευαισθησία και ο σεβασμός προηγούνται της προσωπικής προβολής.

          Αντίθετα, η δημόσια εικόνα της Αμερικανίδας πρέσβειρας Κίμπερλι Γκίλφόιλ έδινε συχνά την εντύπωση μιας παρουσίας περισσότερο προσανατολισμένης στη λάμψη, στις φωτογραφίες και στη σκηνοθεσία της εμφάνισης, σαν πασαρέλα. Η σύγκριση δεν ακυρώνει τους θεσμικούς ρόλους ούτε αποτιμά συνολικά τους ανθρώπους. Φωτίζει, όμως, δύο διαφορετικές αντιλήψεις εκπροσώπησης: Η μία κερδίζει με το βάθος των συμβόλων, η άλλη κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στην επιφάνεια του θεάματος. 

            Από τις 25 Αυγούστου 1753, όταν ο Ζαν Λουί-Λεκλέρκ Μπυφόν (Buffon), σε ομιλία του, διατύπωσε την εμβληματική θέση «Το Ύφος είναι ο ίδιος ο Άνθρωπος» (Le style est l’homme même), μέχρι σήμερα, πολλοί είναι εκείνοι που πασχίζουν να αποδείξουν αν το Ύφος του ανθρώπου διαμορφώνει και τον χαρακτήρα του-Ήθος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την όλη συμπεριφορά του, ή αν συμβαίνει το αντίθετο. Δηλαδή, αν τα σταθερά και μόνιμα στοιχεία του Ήθους-Χαρακτήρα ενός ανθρώπου αντανακλώνται στο Ύφος του, αν δεν το διαμορφώνουν καταλυτικά. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια αμφίδρομη σχέση, όπου το εσωτερικό στοιχείο αποτυπώνεται στο εξωτερικό και το εξωτερικό γίνεται ο καθρέφτης του εσωτερικού κόσμου.

                            Η ρήση του Μπυφόν δεν αφορά μόνο τον γραπτό ή τον προφορικό λόγο. Το Ύφος εκδηλώνεται και στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και εκπροσωπεί τον θεσμικό του ρόλο.
            Κι αν ισχύουν τα παραπάνω, έστω και οι δύο εκδοχές (Ύφος → Ήθος / Ήθος → Ύφος), τότε εύλογα διερωτάται κανείς αν και η Αισθητική ενός ανθρώπου συνιστά παράγωγο αυτών των δύο ανθρωπολογικών στοιχείων. Γιατί η Αισθητική δεν περιορίζεται στην εξωτερική εμφάνιση, στην ενδυματολογική επιλογή ή στην καλλιέργεια μιας ευχάριστης εικόνας. Εκφράζεται στον τρόπο που μιλάμε, που στεκόμαστε απέναντι στους άλλους, που διαχειριζόμαστε την εξουσία, που αποχαιρετούμε και, κυρίως, που αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Είναι, με άλλα λόγια, και ο τρόπος με τον οποίο το Ήθος αποκτά ορατή μορφή.

                Οι παραπάνω προβληματισμοί επωάστηκαν από δύο εκδηλώσεις-εκφράσεις του Ύφους δύο ανθρώπων που θήτευσαν στην Ελλάδα ως πρεσβευτές των χωρών τους. Ο τρόπος που αποχώρησαν από τη χώρα μας, μετά την «ευδόκιμη» υπηρεσία τους, αλλά και ο τρόπος που επέλεξαν να αποχαιρετήσουν τον ελληνικό λαό αντανακλούν όχι μόνον το προσωπικό τους Ύφος-Ήθος και την Αισθητική τους, αλλά, ενδεχομένως, και ορισμένες όψεις της πολιτικής και πολιτισμικής κουλτούρας των χωρών τους.

           Βεβαίως, η συμπεριφορά ενός προσώπου δεν αρκεί από μόνη της για να χαρακτηρίσει έναν ολόκληρο λαό. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει αφορμή για συγκρίσεις, προβληματισμούς και αξιολογήσεις σχετικά με τις αξίες που προβάλλει κάθε κοινωνία και τον τρόπο με τον οποίο αυτές εκφράζονται στην πράξη.

                  Η Αμερικανίδα πρέσβειρα Κίμπερλι Γκίλφόιλ και ο Ιάπωνας πρεσβευτής Τακάακι Νεμότο, με την αποχώρησή τους από τη χώρα μας, αλλά και με την όλη συμπεριφορά-εικόνα τους κατά τη διάρκεια της παραμονής τους, έδωσαν αφορμή να επανέλθει στο προσκήνιο η εμβληματική θέση του Μπυφόν: «Το Ύφος είναι ο ίδιος ο Άνθρωπος». Η παρουσία τους, ο τρόπος επικοινωνίας τους και, κυρίως, η διαφορετική επιλογή τους για τον αποχαιρετισμό του ελληνικού κοινού έγιναν αντικείμενο σύγκρισης.

                Όλες αυτές οι συγκρίσεις και αξιολογήσεις ίσως να μην είχαν την ίδια ένταση, αν δεν συνέπιπτε χρονικά η αποχώρησή τους και, κυρίως, αν δεν υπήρχε ο ποιητικός και ανθρώπινος τρόπος αποχώρησης του Ιάπωνα πρεσβευτή. Η επιλογή του γνωστού ποιήματος του Κωνσταντίνου Καβάφη «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», με τον εμβληματικό στίχο «Αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις», σε άπταιστα προφορικά ελληνικά, συγκίνησε το ελληνικό κοινό και κατέδειξε όχι μόνον το βάθος και την ποιότητα του εσωτερικού του κόσμου, αλλά και τη δύναμη του πολιτισμού να δημιουργεί γέφυρες ανάμεσα σε λαούς.             

                 Ο Ιάπωνας πρεσβευτής δεν επέλεξε έναν τυπικό, διπλωματικό αποχαιρετισμό, γεμάτο από τις αναμενόμενες ευχαριστίες και τις συμβατικές διαβεβαιώσεις. Επέλεξε την ποίηση, τη μνήμη, τη συγκίνηση και τον συμβολισμό. Και μέσα από τον Καβάφη έδωσε στον αποχαιρετισμό του μια άλλη διάσταση: Η αναχώρηση δεν ήταν απλώς η λήξη μιας υπηρεσιακής θητείας, αλλά μια ανθρώπινη στιγμή με πολιτισμικό βάθος. Η «Αλεξάνδρεια» του Καβάφη μετατράπηκε σε σύμβολο κάθε τόπου που αφήνουμε πίσω μας, κάθε εμπειρίας που μας σημάδεψε και κάθε σχέσης που δεν εξαντλείται στα τυπικά όρια ενός αξιώματος.
             Απέδειξε, δηλαδή, περίτρανα πως η ευγένεια και ο σεβασμός προς τους άλλους μπορούν να αποτελούν στοιχεία βαθιά ριζωμένα στην ιαπωνική ζωή και κουλτούρα. Το συγκινησιακό στοιχείο και η ανθρώπινη μορφή του Ιάπωνα προκάλεσαν τον θαυμασμό των Ελλήνων, που μοιραία σύρθηκαν στις συγκρίσεις και αξιολογήσεις με την παρουσία-συμπεριφορά και την αποχώρηση της Αμερικανίδας πρέσβειρας.

             Η αντίθεση, δηλαδή, δεν προέκυψε μόνο από όσα ειπώθηκαν, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο ειπώθηκαν και από το συναίσθημα που γεννήθηκε στο κοινό. Άλλο είναι να επιδιώκεις να εντυπωσιάσεις και άλλο να καταφέρνεις να συγκινήσεις. Στην πρώτη περίπτωση, το κέντρο βάρους βρίσκεται στην εικόνα, ενώ στη δεύτερη, στην ανθρώπινη σχέση που υπερβαίνει την εικόνα.
        Μια τέτοια σύγκριση-αξιολόγηση των δύο αυτών προσώπων καταυγάζει με τον πιο εμφανή τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στο «ΕΙΝΑΙ» και στο «ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ», στην «ΟΥΣΙΑ» και την «ΕΙΚΟΝΑ». Η εικόνα μπορεί να κατασκευαστεί, να προβληθεί και να αναπαραχθεί από τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα. Η ουσία, όμως, δοκιμάζεται στον χρόνο και αποκαλύπτεται στις λεπτομέρειες της συμπεριφοράς.

               Δεν αρκεί, δηλαδή, να φαίνεται κάποιος ευγενικός· σημασία έχει να εκφράζει έμπρακτα τον σεβασμό. Δεν αρκεί να διαθέτει αξίωμα, αλλά χρειάζεται να γνωρίζει και το βάρος της ευθύνης που αυτό συνεπάγεται.

                     Πολλοί είναι εκείνοι που, μετά τις αναφορές και τις συζητήσεις γύρω από τις οικονομικές «αταξίες» της Γκίλφόιλ, θεώρησαν πως η υπόθεση αυτή συνιστά και μια «προσβολή» ή υποτίμηση για τη χώρα μας, αφού η επιλογή της συγκεκριμένης πρέσβειρας ήταν προσωπική επιλογή του προέδρου Τραμπ. Μια επιλογή που ερμηνεύθηκε ως προσφορά του Τραμπ προς την Γκίλφόιλ για τις υπηρεσίες της στο πολιτικό όραμα και πρόγραμμα του MAGA.

               Ανεξάρτητα, ωστόσο, από τις πολιτικές εκτιμήσεις και τις επιμέρους καταγγελίες, το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει: Με ποια κριτήρια επιλέγονται οι εκπρόσωποι μιας μεγάλης δύναμης σε μια άλλη χώρα και σε ποιον βαθμό το προσωπικό κύρος, η επαγγελματική επάρκεια και η θεσμική σοβαρότητα αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες αυτής της επιλογής;       

                Δεν είναι τυχαίες, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, οι δηλώσεις του κ. Ρούμπιο για την ανάγκη μιας καλύτερης επιλογής πρεσβευτή στην Ελλάδα, ενός προσώπου που θα απολαμβάνει την απόλυτη εμπιστοσύνη του προέδρου Τραμπ, ενόψει της επιλογής και αποστολής νέου πρεσβευτή στη χώρα μας.

          Η διπλωματία, άλλωστε, δεν είναι απλώς μια διαδικασία εκπροσώπησης κρατικών συμφερόντων. Είναι και μια μορφή πολιτισμικής εκπροσώπησης. Ο πρεσβευτής δεν μεταφέρει μόνο τις θέσεις της κυβέρνησής του, αλλά μεταφέρει, με τη συμπεριφορά του, και μια εικόνα για τη χώρα που εκπροσωπεί. Γι’ αυτό και το προσωπικό του Ύφος μπορεί να ενισχύσει ή να αποδυναμώσει το κύρος του αξιώματος που υπηρετεί. 

                Εκτός των παραπάνω, πολλοί “ψέγουν” το πολιτικό προσωπικό της χώρας μας, που άκριτα εξαντλήθηκε σε ανούσιους εναγκαλισμούς, φωτογραφίσεις και διαχυτικότητες με την Αμερικανίδα πρέσβειρα, δίνοντας λαβή σε πικρόχολα σχόλια πως οι διεθνείς σχέσεις και η πολιτική προβολή-αναρρίχηση μπορούν να επιτευχθούν μέσα από τέτοιες εικόνες.

              Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται σε μια φωτογραφία ή σε έναν τυπικό εναγκαλισμό, αλλά στην υπερβολή και στην άκριτη υποκατάσταση της πολιτικής ουσίας από την επικοινωνιακή προβολή. Όταν, δηλαδή, η φωτογραφία επισκιάζει το έργο, όταν η δημόσια διαχυτικότητα υποκαθιστά τη θεσμική σοβαρότητα και όταν η εγγύτητα με τον ισχυρό εκλαμβάνεται ως απόδειξη πολιτικής αξίας, τότε η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε θέαμα και οι θεσμοί σε σκηνικό δημόσιων σχέσεων.

                  Και για να επιστρέψουμε στην αρχική μας διαπίστωση περί μιας αιτιοκρατικής σχέσης Ύφους και Ήθους και, κατ’ επέκταση, Αισθητικής, θα πρέπει ως άτομα και λαός, ως πολιτική ηγεσία και θεσμοί, να εκπαιδευτούμε σε μια άλλη» «Πολιτική Αισθητική, όπου η ουσία θα υπερτερεί της εικόνας και του «θεαθήναι». Μια αισθητική του μέτρου, της αξιοπρέπειας, της αυτοσυγκράτησης και του σεβασμού, που δεν θα συγχέει τη σοβαρότητα με την ψυχρότητα ούτε την ευγένεια με την επιτήδευση.

           Γιατί η πολιτική αισθητική δεν είναι ένα διακοσμητικό στοιχείο της δημόσιας ζωής, αλλά αποκαλύπτει την ποιότητα των σχέσεων ανάμεσα στην εξουσία και στους πολίτες, ανάμεσα στον εκπρόσωπο και στον εκπροσωπούμενο.                 

              Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονούμε πως ο άνθρωπος πολλά μπορεί να μάθει, όχι όμως και να αποκτήσει κατά παραγγελία το Ύφος. Γιατί αυτό προϋποθέτει μια διαρκή και επίμονη ζύμωση του υποκειμένου με τις εμπειρίες, τις αξίες και τις επιλογές του, σε συνδυασμό με τα ενδογενή στοιχεία της προσωπικότητάς του. Γι’ αυτό και δεν αντιγράφεται εύκολα ούτε κατασκευάζεται με επικοινωνιακές τεχνικές. Μπορεί, δηλαδή, κανείς να μιμηθεί έναν τρόπο ομιλίας, να υιοθετήσει μια χειρονομία ή να αναπαραγάγει μια εικόνα ευγένειας. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει με τέτοιες μιμήσεις τη βαθύτερη καλλιέργεια που δίνει στο Ύφος αυθεντικότητα και διάρκεια.

              Η σύγκριση, επομένως, του Ιάπωνα πρεσβευτή και της Αμερικανίδας Γκίλφόιλ μάς δίδαξε πως το Ύφος του ανθρώπου, στον βαθμό που εκφράζει και επηρεάζει το Ήθος του, συνιστά ένα σημαντικό αξιολογικό κριτήριο, με βάση το οποίο θα πρέπει να ρυθμίζουμε τις επιλογές μας, τις ευαρέσκειες ή τις απαρέσκειές μας, σε επίπεδο ανθρώπων, ανεξάρτητα από το αξίωμα που κατέχουν.

               Ασφαλώς, η συνολική αξιολόγηση ενός προσώπου δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε μία δημόσια εμφάνιση ή σε έναν αποχαιρετισμό. Μπορεί, όμως, μια τέτοια στιγμή να αποκαλύψει πλευρές της προσωπικότητάς του και να μας υπενθυμίσει ότι η αξία του ανθρώπου δεν εξαντλείται στον τίτλο, στη δύναμη ή στην προβολή του.

              Το δίδαγμα-προτροπή είναι ένα: Ως πολιτική ηγεσία και λαός ας εστιάσουμε στην ποιητικότητα και στη στοχαστικότητα του Ιάπωνα πρεσβευτή κι ας είμαστε επιφυλακτικοί και σκεπτικιστές απέναντι σε παρουσίες-συμπεριφορές που παραπέμπουν σε θεατρικές ατραξιόν.

            Ας μάθουμε, επίσης, να διακρίνουμε τη γνήσια ευγένεια από την επιτηδευμένη οικειότητα, τη θεσμική αξιοπρέπεια από την επικοινωνιακή επίδειξη και την ουσιαστική παρουσία από την πρόσκαιρη εντύπωση. Γιατί, τελικά, δεν είναι το πόσο έντονα κάποιος εμφανίζεται στη δημόσια σκηνή που καθορίζει το αποτύπωμά του, αλλά το τι αφήνει πίσω του όταν αποχωρεί.     

                 Γιατί, εκτός από τα άτομα ως μοναδικές οντότητες, και τα αξιώματα έχουν ή θα πρέπει να έχουν το ανάλογο και αρμόζον Ύφος. Κάθε αξίωμα εμπεριέχει μια ηθική και θεσμική υποχρέωση. Δεν αρκεί να το κατέχεις αλλά οφείλεις και να το τιμάς. Και η τιμή ενός αξιώματος δεν απορρέει μόνο από τη δύναμη ή την εξουσία που προσφέρει, αλλά και από το μέτρο, τη διακριτικότητα και τον σεβασμό με τον οποίο το υπηρετείς.    

            Όλα, λοιπόν, είναι Ύφος. Αυτό είναι ο καθρέφτης και το κάτοπτρό μας, που άλλοτε μας προβιβάζει κι άλλοτε μας υποβιβάζει στα μάτια, στη συνείδηση και στις επιλογές ή στην αποδοχή των άλλων. Είναι η σιωπηλή γλώσσα της προσωπικότητας, που συχνά αποκαλύπτει όσα οι λέξεις προσπαθούν να αποκρύψουν.

         Κι ας μην ταμπουρωθεί κάποιος πίσω από το «Έτσι είμαι εγώ και σε όποιον-ους αρέσω». Γιατί το Ύφος δεν είναι άλλοθι για κάθε συμπεριφορά ούτε η επίκληση της προσωπικότητας απαλλάσσει κανέναν από την ευθύνη των πράξεών του. Ο άνθρωπος δεν κρίνεται μόνο από το πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον εαυτό του, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο στέκεται απέναντι στους άλλους.
         Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα της σύγκρισης των δύο πρεσβευτών: Η πραγματική Αισθητική της δημόσιας παρουσίας δεν βρίσκεται στην επιφάνεια, αλλά στη συνάντηση του Ύφους με το Ήθος. Εκεί όπου η εικόνα παύει να είναι σκηνοθεσία και γίνεται έκφραση της ουσίας. Εκεί όπου ο αποχαιρετισμός δεν αποτελεί μια τελευταία δημόσια εμφάνιση, αλλά μια πράξη πολιτισμού και ανθρωπιάς. 

Blog   “ΙΔΕΟπολις”

Ηλία Γιαννακόπουλου

Φ ι λ ο λ ό γ ο υ

- Post Down -

Comments are closed.