- Advertisement -

«Η Φόνισσα» ξαναδιαβάζεται

«Η Φόνισσα» ξαναδιαβάζεται
30

- Advertisement -

Το κακό στη «Φόνισσα» δεν ξεκινά με αίμα. Ξεκινά με ένα κλάμα. Είναι το παιδί που φωνάζει μέσα στη νύχτα κι ένα πρόσωπο – η Χαδούλα Φραγκογιαννού – που σκύβει επάνω του. «Εννόησε τότε η γραία ότι το βρέφος ήτο περιττόν εις τον κόσμον…» γράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και με αυτή τη φράση η ρωγμή ανοίγει και χάσκει από μέσα το βάραθρο μιας άγριας προσωπικής απόφασης.

Στον «αλάλητο στεναγμό» του Παπαδιαμάντη που κατανοεί και συμπάσχει με τα ανθρώπινα, στηρίζεται η νέα παράσταση της «Φόνισσας» του αρχιμουσικού Μάρκελλου Χρυσικόπουλου, «χτισμένη» πάνω στη μουσική σύνθεση του Γιώργου Κουμεντάκη. Μετά τη μακρά και επιτυχημένη πορεία, η ομώνυμη όπερα του Κουμεντάκη – η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε το 2014 – μετουσιώνεται σε αυτή τη συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το Εθνικό Θέατρο σε ένα μελόδραμα. Η ουσία της παπαδιαμαντικής νουβέλας αποδίδεται από ένα και μόνον πρόσωπο, μία ηθοποιό – την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη – που στέκεται ισότιμα δίπλα στο μουσικό σύνολο. Η μουσική του Κουμεντάκη ανασκάπτει το πολύτιμο λογοτεχνικό υλικό ακολουθώντας την ηρωίδα στη δική της «λογική σωτηρίας». Ο Χρυσικόπουλος, από την άλλη, μεταμορφώνει το έργο, αφήνοντας επί σκηνής μόνο το σώμα, τη φωνή, τη σιωπή.

Για τον Γιώργο Κουμεντάκη, η μουσική δεν σταμάτησε ποτέ. Τα δέκα χρόνια που παραμένει αφοσιωμένος στην καλλιτεχνική διεύθυνση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μπορεί να μην του άφησαν περιθώρια να γράψει νέα έργα, η σύνθεση όμως ήταν διαρκώς στο μυαλό του. «Ολη μέρα σκέφτομαι μουσική. Είναι μια διαρκής ενασχόληση, σχεδόν μια μορφή προσευχής, που γεμίζει το συνειδητό και το ασυνείδητό μου», λέει.

Η επιστροφή του στη σύνθεση έγινε φέτος με τη μελοποίηση τεσσάρων ποιημάτων του Καβάφη στο έργο «Τόσαις φορές τόσο κοντά να είμαι», στο οποίο η ποίηση του Αλεξανδρινού διαβάζεται μέσω της μουσικής. Στην παράσταση θυμάμαι μια γραμμή από αυτοσχέδια κρουστά που φουντώνει, κι εμείς οι θεατές σκεφτόμαστε, «Κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του ένα ολόκληρο σύμπαν πόνου, ομορφιάς και ανεκπλήρωτων ονείρων που στροβιλίζονται αδιάκοπα».

Εξευγενισμένη ελληνικότητα

Από αυτό το σημείο – τη δυνατότητα μεταμόρφωσης των κλασικών – αρχίζει η συζήτηση με τους δύο μουσικούς, συντρόφους στο ίδιο δημιουργικό ταξίδι, που τώρα κάθονται απέναντί μου. «Η μουσική του Γιώργου με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή για το έντονο ελληνικό στοιχείο της, χωρίς να γίνεται ποτέ φολκλόρ. Η ελληνικότητα είναι εξευγενισμένη, εκφρασμένη με έναν δημιουργικό τρόπο», λέει ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. «Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε όταν πρωτοάκουσα τη “Φόνισσα”, ένα μεγαλειώδες έργο που πιστεύω ότι δικαίως θα επανέρχεται στη σκηνή», σχολιάζει.

Η ιδέα να δουλέψει εκ νέου το έργο προέκυψε όταν συζητούσε με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη για την επόμενη συνεργασία τους. «Ωστόσο, δεν έβλεπα τον λόγο να επέμβει κανείς σε ένα έργο που θεωρούσα ολοκληρωμένο στη μορφή του», θυμάται. Εκείνο που άλλαξε τη σκέψη του ήταν η εμπειρία της πανδημίας και του εγκλεισμού. «Συνειδητοποίησα πόσο επίκαιρη μπορεί να γίνει με μια απλή εννοιολογική μεταφορά η κλειστή κοινωνία που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης και, κατ’ επέκταση, το συγκεκριμένο έργο», εξηγεί.

Η απόφαση ήταν να κρατήσουν το αυθεντικό κείμενο του Παπαδιαμάντη και να συνδυαστεί με τη μουσική της όπερας. Ο Χρυσικόπουλος επεξεργάστηκε το κείμενο ώστε να χωρέσει σε μία παράσταση, διατηρώντας την πορεία της αφήγησης αλλά επίσης τη γλώσσα και τη δραματουργία του συγγραφέα.

Ο Κουμεντάκης παρακολούθησε τη διαδικασία χωρίς να χρειαστεί να παρέμβει. «Τα αποσπάσματα της μουσικής της όπερας έχουν δεθεί μεταξύ τους με διαφορετικό τρόπο, δημιουργώντας ένα νέο μουσικό σενάριο. Θεωρούμε ότι πρόκειται για ένα νέο έργο, το οποίο δεν έφτιαξα εγώ αλλά ο Μάρκελλος, μέσα από τη δική του αισθητική και τις δικές του μουσικές προδιαγραφές», σχολιάζει ο συνθέτης. Οταν είδε την ολοκληρωμένη παράσταση στη Σκιάθο – το έργο ανέβηκε στο νησί τιμώντας τη γενέτειρα του συγγραφέα – και στη Θεσσαλονίκη, η αρχική του περιέργεια έγινε ενθουσιασμός. «Συγκινήθηκα βαθιά. Τα έργα μπορούν να έχουν ζωή και μακριά από τον δημιουργό τους. Μου αρέσει να βλέπω ταλαντούχους ανθρώπους να παίρνουν τη μουσική μου και να της δίνουν μια επόμενη ζωή. Δεν λέω ποτέ όχι σε αυτή τη διαδικασία. Με ενδιαφέρει να δοκιμάζεται η μουσική μου στον χρόνο».

Μουσική και γλώσσα

Η διαφορά με την όπερα, όπου ο λόγος περνά μέσα από το τραγούδι, είναι ουσιαστική. Εδώ η γλώσσα διατηρεί την αυτονομία της, αλλά συναντά τη μουσική σε μια κοινή σκηνική πράξη. «Η μουσική και η γλώσσα παράγουν μαζί πραγματικό θέατρο. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει: όχι να λειτουργούν παράλληλα, αλλά να ενώνονται και να δημιουργούν κάτι που δεν θα υπήρχε χωρίς τη συνάντησή τους», λέει ο μαέστρος.

Για τον Χρυσικόπουλο, η μουσική του Κουμεντάκη ήταν πρόσφορο υλικό ακριβώς επειδή μπορούσε να αντέξει αυτή τη μεταμόρφωση. «Εχει ταυτότητα, είναι γενναιόδωρη και συγχρόνως εύπλαστη. Δεν αισθάνεσαι ότι προσπαθεί να αποδείξει πως είναι σύγχρονη», εξηγεί ο αρχιμουσικός. Μεγαλωμένος στο Ρέθυμνο, ο Κουμεντάκης είχε από παιδί ένα ευρύ φάσμα ακουσμάτων. «Μεγάλωσα με ακούσματα από την παραδοσιακή και τη βυζαντινή μουσική μέχρι τη λαϊκή, την κλασική και τη σύγχρονη. Δεν θεώρησα ποτέ ότι κάποια από αυτές είναι ανώτερη από τις άλλες», λέει. Στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του, μέχρι περίπου τα τριάντα, κινήθηκε στον χώρο της αβανγκάρντ και του μοντερνισμού. Αργότερα ένιωσε ότι χρειαζόταν μια πιο προσωπική γλώσσα.

«Αφησα να αναδυθούν στοιχεία που υπήρχαν μέσα μου, όπως η τονικότητα και η παραδοσιακή μου ταυτότητα. Δεν με ενδιέφερε να μεταφέρω συγκεκριμένα παραδοσιακά μοτίβα ούτε να αναπαράγω τη φολκλορική τους διάσταση. Αφέθηκα στις μνήμες, στις μυρωδιές και στις αισθήσεις που κουβαλούσα. Ηταν σαν να με “επισκεπτόταν” μια μεγάλη παράδοση και να έβγαινε στο χαρτί μέσα από τη διαδικασία της μνήμης, όχι της αναπαραγωγής», μας λέει.

Η ίδια σχέση με τη μνήμη τον οδηγεί και στη λογοτεχνία. Ο Καβάφης και ο Παπαδιαμάντης ανήκουν σε έναν κόσμο που τον συνοδεύει από τα παιδικά του χρόνια. «Η λογοτεχνία ήταν για μένα ένα παιχνίδι της φαντασίας. Με τον Καζαντζάκη και άλλους συγγραφείς δημιουργούσα έναν παράλληλο κόσμο, ελεύθερο και γενναιόδωρο, τον οποίο δεν ήθελα να διαταράξει κανείς». Αυτός ο κόσμος δεν έμεινε πίσω με την ενηλικίωση. Για τον Κουμεντάκη, άλλωστε, η δημιουργία δεν ξεκινά ποτέ από το μηδέν. «Η μουσική που γράφουμε σήμερα βασίζεται σε μουσικές που προηγήθηκαν, σε μια συνεχή ροή συνθετών, επώνυμων και ανώνυμων, που διαμόρφωσαν τον δυτικό πολιτισμό. Κάθε εποχή φέρνει την επόμενη. Ακόμη και όταν ένα έργο παρουσιάζεται ως εντελώς πρωτογενές, υπάρχουν αναφορές και επιρροές. Οποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, λέει ψέματα», τονίζει. Η δική του επιθυμία είναι να ξεφύγει από τα στενά όρια της δυτικής μουσικής παράδοσης, χωρίς να αρνηθεί όσα έχει μάθει από αυτήν. «Είναι μια γλώσσα που γνωρίζω και μπορώ να χρησιμοποιήσω, αλλά δεν εκφράζει από μόνη της ολόκληρη την προσωπικότητά μου. Υπάρχουν και όλα τα άλλα ακούσματα που κουβαλώ από την παιδική μου ηλικία».

Ανάμεσά τους, μια εικόνα από το παλιό οικογενειακό σπίτι στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου. «Εβγαινα στο μπαλκόνι και άκουγα από τους δρόμους ανθρώπους να τραγουδούν λαϊκά τραγούδια της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Τραγουδούσε κάποιος και απαντούσε ένας άλλος· ύστερα μπορεί να τραγουδούσαν δέκα άνθρωποι μαζί. Ηταν ένα ανοιχτό ηχητικό τοπίο, που συμμετείχε όλη η γειτονιά».

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη – Με φωνή σαν μουσικό όργανο

Η συνάντηση του παπαδιαμαντικού λόγου με τη μουσική περνά αναπόφευκτα από την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Η ηθοποιός έχει ήδη συνδεθεί με τη «Φόνισσα» μέσα από την κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας που σκηνοθετησε η Εύα Νάθενα πριν από 3 χρόνια. Στη νέα σκηνική εκδοχή, στη συμπαραγωγή της ΕΛΣ με το Εθνικό Θέατρο, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται και στον τρόπο με τον οποίο η ερμηνεία και ειδικά η φωνή της συναντά τη μουσική.

«Είχα μελετήσει πάρα πολύ το έργο του Παπαδιαμάντη όταν έκανα την ταινία και τυχαίνει να ανήκω σε μια γενιά που γνωρίζει την καθαρεύουσα, καθώς τη διδασκόμασταν στο σχολείο», έχει πει η Καραμπέτη. «Εδώ, λοιπόν, η δυσκολία για μένα δεν ήταν η γλώσσα αυτή καθαυτήν, αλλά ο συγχρονισμός σε σχέση με τη μουσική».

Για τον συνθέτη και καλλιτεχνικό διευθυντή της ΕΛΣ, Γιώργο Κουμεντάκη, η ερμηνεία της ηθοποιού αναδεικνύει μια διάσταση του παπαδιαμαντικού έργου που δεν είναι αυτονόητη για τον σημερινό ακροατή. «Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη βρίσκεται στα όρια της καθαρεύουσας, κι όμως στην παράσταση ακούγεται σαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Βοηθά βέβαια τα μέγιστα η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε αυτό, που ερμηνεύει κάθε λέξη με απίστευτα χρώματα και νοήματα. Η φωνή της λειτουργεί σαν μουσικό όργανο», σχολιάζει. Αυτό που τον εντυπωσιάζει περισσότερο, ωστόσο, είναι η ικανότητά της να δίνει σε κάθε λέξη το δικό της βάρος. «Η Μαρία Κάλλας ήταν τόσο μεγάλη επειδή κάθε νότα και κάθε συλλαβή αποκτούσε τη δική της εκφραστική ποιότητα. Η Καρυοφυλλιά κάνει κάτι ανάλογο με τον θεατρικό λόγο. Είναι σαν μουσικός που δεν αφήνει καμία λέξη χωρίς να εκφράζει το βάρος του περιεχόμενου της».

Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος στέκεται τόσο στις τεχνικές δυνατότητες της ηθοποιού όσο και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τον ρόλο. «Η Καρυοφυλλιά ζει στο σήμερα και αγωνιά για το σήμερα. Δεν προσεγγίζει τον ρόλο με διάθεση μουσειακής αναβίωσης. Εκεί βρίσκεται και η ουσία της ερμηνείας της: η Χαδούλα δεν αντιμετωπίζεται ως μια μορφή εγκλωβισμένη σε ένα μακρινό, αγροτικό παρελθόν, αλλά ως ένας άνθρωπος του οποίου οι αντιφάσεις και τα αδιέξοδα εξακολουθούν να μας αφορούν».

Ο αρχιμουσικός θαυμάζει επίσης την αφοσίωση της ηθοποιού στη δουλειά της. «Μπορεί να κάνει μια δύσκολη πρόβα το πρωί, να παίξει το απόγευμα και την επόμενη ημέρα να επιστρέψει στη δουλειά δίνοντας το εκατόν δέκα τοις εκατό των δυνατοτήτων της. Αυτή η γενναιοδωρία και η συνέπεια είναι σπάνιες», μας λέει.

Ο Χρυσικόπουλος θεωρεί ότι αυτή η προσέγγιση δημιουργεί κάτι καινούργιο στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα, μια ερμηνευτική γλώσσα που συνδυάζει την τεχνική ακρίβεια με τον έντονο ψυχισμό. Στη «Φόνισσα», άλλωστε, η κάθε λέξη μετράει. Και η μουσικότητα του λόγου δεν βρίσκεται μόνο στον ρυθμό του, αλλά και σε όσα κρύβονται πίσω από αυτόν.

- Post Down -

Comments are closed.