- Advertisement -

Διονύσης Χαριτόπουλος: Το παιδί της χελιδόνας

Διονύσης Χαριτόπουλος: Το παιδί της χελιδόνας
37

- Advertisement -

Την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου πέθανε (όπως επιθυμούσε να λέγεται) ο Διονύσης Χαριτόπουλος στα 79 του χρόνια· ο Διονύσης του Πειραιά και της Μάνης που αγάπησε τον περήφανο τρόπο ζωής του ορεσίβιου, στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας. Στη διαδρομή από τη γητεύτρα θάλασσα στο μέτρο του βουνού, άφησε ανεξίτηλο σημάδι στη σύγχρονη νεοελληνική πεζογραφία.

Οταν εμφανίστηκε στα γράμματα με τη συλλογή διηγημάτων «Δανεικιά γραβάτα» το 1976, και λίγο αργότερα με το «525 τάγμα πεζικού» (για το άνευ μάχης «πολεμικό έπος» του ’74), η εγχώρια λογοτεχνική σκηνή βρισκόταν στα κάτω της. Οι επιδραστικοί πεζογράφοι του πρόσφατου τότε παρελθόντος, όπως ο Στρατής Τσίρκας, άφηναν την κεντρική σκηνή κάτω από μια «Χαμένη Ανοιξη». Στο κατώφλι των 80s, ο κόσμος γύριζε την πλάτη του στη στρατευμένη διανόηση που κυριαρχούσε έως τότε. Το σπέρμα ενός κακοχωνεμένου εκσυγχρονισμού, η εξωστρέφεια, αλλά και η «απαίτηση» για έναν καλλιτεχνικό λόγο, πιο ευθύ και καθημερινό, γιγαντώνονταν.

Σε αυτό το μετέωρο βήμα της κοινωνικής αντίληψης που αφορούσε και τον πεζογραφικό λόγο, πολλοί δεν κατάφεραν να αφουγκραστούν τους καιρούς που άλλαζαν. Ο Χαριτόπουλος, έτοιμος από καιρό, μπήκε σαν σίφουνας σ’ ένα γήπεδο που ερήμωνε. Δεν άντεχε την μεγαλεπήβολη αφήγηση. Αντίθετα, έπαιξε με το νεύρο του άμεσου υλικού του.

Η μυθιστορηματική του ουσία εκπορευόταν από τους αμείλικτους δρόμους που περπάτησε, φτιάχνοντας παράλληλα κόσμους που περιείχαν μια αδιανόητη επιθυμία για ύπαρξη. Πέταξε από πάνω του το πομπώδες και έφτιαξε έργα (πεζό, θέατρο, δοκίμιο, μαρτυρία), σκέτα βέλη, που δεν άφηναν περιθώρια για παρερμηνίες. Ο Χαριτόπουλος ήταν πανκ και ρεμπέτης μαζί. Υμνητής του έρωτα και της κατάρρευσής του.

Στα στενά του μεγάλου λιμανιού

Ο Πειραιάς σε μεγαλώνει αλλιώς· έχει σύνορα (στην εποχή του) και μια ανθρωπογεωγραφία που δεν σε αποδέχεται εύκολα. Ομως είναι μια κοινωνία του νόστου της θαλερής μνήμης και της κατά μέτωπον αγάπης. Εκεί, στα στενά του μεγάλου λιμανιού, γεννιέται ο συγγραφέας το 1947. Δούλεψε παντού: σε μηχανουργεία, φορτοεκφορτώσεις, λαμαρινάδικα – εκεί όπου θρέφεται ο ρεφενές της κοινωνίας. Ηθελε να είναι ανεξάρτητος από τις επιταγές της εφ’ όρου ζωής εξαρτώμενης εργασίας. Σίγουρα θα τον βλέπαμε τυλιγμένο με το κασκόλ του Ολυμπιακού να τριγυρίζει στο Καραϊσκάκη, τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι.

Σύμφωνα με τις μελέτες, ο Χαριτόπουλος απευθυνόταν κυρίως σε άντρες αναγνώστες – ένα κοινό που απουσιάζει εμφατικά και από την εγχώρια εκδοτική πραγματικότητα. Οι χαρακτήρες των βιβλίων του υπήρξαν μετενσαρκώσεις του ιδίου. Το βλέμμα του, οξύ. Αργασμένο μέσα στις αντιθέσεις που παράγει αλλά και έλκεται. Μέσα από τη βαθιά κατανόηση του πόνου και της άγριας χαράς των ανθρώπων· που μιλούν λίγο, γιατί έχουν καημούς άλυτους εντός τους.

Ο Χαριτόπουλος ήταν με τους ξυπόλυτους και τους άτακτους παρέα. Κοντά εκεί και ο «Αρης, ο αρχηγός των ατάκτων», που συμβόλιζε το ανολοκλήρωτο ’21. Αν μια λέξη μάς κατατρέχει έως σήμερα ανάμεσα σε άλλες, είναι ο διχασμός.

Τόσα έχουν γραφτεί· μα αν διαβάσουμε τα περίφημα «Παιδιά της χελιδόνας», βλέπουμε τις επιπτώσεις του. Ενα έργο που ακόμη και σήμερα παραμένει οδηγός για όσους έχουν τα κότσια να παραδεχτούν την αλήθεια: Εξι αδέλφια. Τα τρία με τους αντάρτες και τα άλλα τρία στην πόλη να βιώνουν τις συνέπειες. Οι σημαδεμένες ζωές που κουβαλούν για πάντα ένα άχτι. Από κοντά και τα «Αυγά μαύρα», το θεατρικό. Εδώ τα αδέλφια προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάος που τους έδερνε μια ζωή· χωρισμένα από του Εμφυλίου τη θύελλα.

Η Ελλάδα που αδυνατεί να ξεφύγει από την αυτοπαγίδευσή της· η Ελλάδα του λερού αίματος που μετατρέπεται σε ξενότητα. Ο Χαριτόπουλος παρέμεινε ακατάτακτος μέχρι τέλους· δεν έγραφε για να κάνει χατίρια. Ο εκ Πειραιώς συγγραφέας, διέθετε το ακατάλυτο πάθος, για να πιει τη ζωή.

- Post Down -

Comments are closed.