- Advertisement -

Θανάσης Δήμου στα «ΝΕΑ»: «Το γέλιο είναι μια μεγάλη συγκίνηση που έχουμε ανάγκη να μοιραστούμε»

Θανάσης Δήμου στα «ΝΕΑ»: «Το γέλιο είναι μια μεγάλη συγκίνηση που έχουμε ανάγκη να μοιραστούμε»
58

- Advertisement -

«Το Θαύμα» του Giuseppe Massa, που παίζεται σε σκηνοθεσία Νικολέτας Φιλόσογλου, πραγματεύεται ένα θέμα ακανθώδες όπως το Μεταναστευτικό, και γραμμένο για την κρίση της Λαμπεντούζα. Εχει αλλάξει, θεωρείτε, το περιβάλλον για το όλο θέμα σε Ελλάδα και Ευρώπη και μια παράσταση τι λειτουργία μπορεί να έχει; Θα είστε και τον Δεκέμβρη με το επίσης κωμικό έργο «Οι Γείτονες από Πάνω»…

Είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα αυτό με το οποίο καταπιάνεται ο Μάσα στο έργο του, κι όσο περνάει ο καιρός γίνεται και θα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο. Βρισκόμαστε σε μια στροφή της ιστορίας της Δύσης, της Ευρώπης, που τίποτα δεν μοιάζει με ό,τι ξέραμε. Και το ξένο, το διαφορετικό, μας τρομάζει.

Ο Μάσα το πιάνει πολύ καλά αυτό και ρίχνει μέσα σε αυτή τη συνθήκη τους δύο μεταμπεκετικούς παλιάτσους της Κάτω Ιταλίας που βάζει ήρωες του έργου του. Αυτούς τους φουκαράδες νεκροθάφτες που τους έχουν φορτώσει το πτώμα ενός μετανάστη που δεν το θέλει κανείς. Δεν υπάρχει χώρος ούτε για τους νεκρούς.

Tώρα στους «Γείτονες από Πάνω», με το οποίο θα είμαι τον Δεκέμβριο στο Πορεία, πάλι σε σκηνοθεσία της Νικολέτας, πάμε σε άλλο κλίμα. Εκεί έχουμε να κάνουμε με ένα κουαρτέτο ευρωπαίων μικροαστών, δύο αντιδιαμετρικά ζευγάρια μετά τα σαράντα και τα αδιέξοδά τους μέσα σε μια βραδιά που ξεκινάει όπως όλες οι βραδιές για να φτάσει στα άκρα. Η κωμωδία είναι σύγκρουση κι είναι, ναι, νομίζω, μια από τις ελάχιστες καλογραμμένες κωμωδίες των τελευταίων χρόνων. Κάτι σπάνιο δηλαδή.

Επιμένετε για το είδος μιας μπουφονικής κωμωδίας. Βλέπετε κάτι που επιτυγχάνεται με το εν λόγω είδος και κάποιον πυρήνα του ανθρώπου που αγγίζει και που δεν μπορούν άλλα είδη;

Το θέατρο είναι ένα. Και η κωμωδία είτε μπουφονική, είτε φαντεζιστική, είτε σοφιστικέ, είτε λαϊκή φάρσα, είναι μία. Αν για κωμωδία εννοούμε τη μεγάλη συγκίνηση. Αυτή που ενώνει τους ανθρώπους στο εδώ και τώρα του θεάτρου και δεν τελειώνει σε μια απλή ψυχαγωγική βραδιά.

Αν και πολλές φορές ακόμα και στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης το θαύμα συμβαίνει. Το έχω δει, τα χρόνια που φοιτητής έβλεπα πέντε παραστάσεις τη βδομάδα, σε λαϊκές απογευματινές επιθεωρήσεων. Αυτή λοιπόν η αρχαία ανάγκη ότι βρεθήκαμε μαζί και πήγαμε κάπου αλλού διά του γέλιου, είναι μια γεύση αθανασίας. Στο θέατρο – γενικά στο θέατρο – για αυτό πάμε. Για τη συγκίνηση. Και το γέλιο είναι μια μεγάλη συγκίνηση που έχουμε ανάγκη να τη μοιραστούμε. Εδώ προσπαθούμε με υποκατάστατα, με χιουμοριστικές ομάδες στο Instagram και στο FB και στέλνουμε βιντεάκια στους φίλους μας για να γελάσουμε κατά μόνας.

Αναφέρετε πάντα ως δάσκαλό σας τον Βασίλη Παπαβασιλείου. Τι βαθύτερο αποκομίζετε από τη σχέση αυτή και τι σας ξεκλείδωσε στο παίξιμό σας;

Ο Παπαβασιλείου ήταν μεγάλος. Δυστυχώς ο υπερθετικός βαθμός έχει γίνει πληθωριστικό νόμισμα αλλά αυτός ήταν πραγματικά μεγάλος. Είχε πει κάποτε ότι δεν μπορεί να καταλάβει πώς είναι δυνατόν να θέλει κανείς να βγει στο θέατρο χωρίς να θέλει να συναντηθεί με κάποιον παλιότερο που θαυμάζει και ζητάει να θητεύσει δίπλα του.

Εγώ όταν τον είδα να παίζει στην «Ελένη» του Ρίτσου κατάλαβα ότι πρέπει να τον συναντήσω. Ηξερε πολύ βαθιά το θέατρο, το κουβαλούσε. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ηταν ένα μυαλό, συνδυασμός λογιοσύνης και βαθιάς επαφής με το Ρωμαίικο, που σου έβαζε φωτιά, ήταν ένας εμπνευστής και ήταν κι ένας διανοούμενος με την έννοια ότι παρήγαγε πρωτότυπη σκέψη. Την ώρα της δουλειάς ήταν ένας ελευθερωτής, σε έσπρωχνε στη χαρά, την αναίτια χαρά, όπως έλεγε, του να είσαι στη σκηνή. Εκτός όλων των άλλων κι εγώ και πολλοί κοντινοί του τον αγαπούσαμε πολύ. Γιατί ήταν ένας άνθρωπος που σε έδενε με το συναίσθημα. Ακόμη κι όταν γινόσουν έξαλλος μαζί του, με τις ανθρώπινες αντιφάσεις του, τον αγαπούσες.

Διαβάζετε πολύ. Πώς αυτό υποβοηθάει ίσως και τη δουλειά σας;

Τώρα μου θυμίσατε μια ταινία όπου ο Σωτήρης Μουστάκας θέλει να γνωρίσει μια κοπέλα που είναι διανοούμενη ενώ ο ίδιος κάθε άλλο. Βάζει ψεύτικο μούσι, γυαλιά, κασκόλ παίρνει ύφος κ.λπ., κάποια στιγμή τραβάει την προσοχή της, πιάνουν κουβέντα, κάποια στιγμή ήδη εντυπωσιασμένη τον ρωτάει: «Διαβάζετε πολύ;». Κι αυτός απαντάει: «Τρεις φορές τη μέρα. Μετά το φαγητό». Το διάβασμα είναι η ξεκούρασή μου.

Είναι ο τρόπος μου για να χάσω την αίσθηση του χρόνου. Είναι τα λεγόμενα ταξίδια πολυθρόνας. Είναι ασφαλή και ανέξοδα και γι’ αυτό τα συστήνω. Η επαφή με τα μεγάλα κείμενα είναι μια παρηγοριά. Οι μεγάλοι συγγραφείς επικοινώνησαν με τα ανθρώπινα βάθη. Μας ανοίγουν μια πόρτα στο χάος δωρίζοντάς μας «τη μουσική» τους. Στη μελέτη της ιστορίας πάλι μου αρέσει η έρευνα, η ανασύνθεση μιας εποχής και των ανθρώπων της. Κι όσο πιο αντιφατική τόσο καλύτερα.

Εργάζεστε χρόνια ως σκιτσογράφος. Εχετε γράψει βιβλία αλλά και εικονογραφήσει πολλούς τίτλους. Ποια τα πρώτα ερεθίσματα και πώς βλέπετε το μέλλον αυτής της τέχνης;

Ξεκίνησα αντιγράφοντας τα σκίτσα του Καρλ Μπαρκς στα Μίκι Μάους του ’70 και του ’80. Τον ξεχώριζα χωρίς να ξέρω ποιος είναι, χρόνια αργότερα έμαθα τ’ όνομά του. Επίσης του Κώστα Μητρόπουλου στον «Ταχυδρόμο». Πώς έφτιαχνε τον Αντρέα, τον Καραμανλή, τον Μπρέζνιεφ. Θυμάμαι και την ανυπομονησία μου τη μέρα της κυκλοφορίας τους και τη μυρωδιά τους όταν τα έφερναν στο σπίτι ο πατέρας μου ή η μάνα μου. Μετά με επηρέασαν πολύ ο Goscinny κι ο Uderzo. Θαυμάζω απεριόριστα τον Goscinny. Και βέβαια ο Sempé κι ο Reiser είναι μεγάλες μου αγάπες. Γενικά οι επιρροές μου στο σκίτσο είναι γαλλικές. Εχω μελετήσει όλους τους έλληνες γελοιογράφους. Ξεχωρίζω τον Γιάννη Ιωάννου. Οσον αφορά το παρόν και το μέλλον του σκίτσου είναι άμεσα εξαρτημένο από την τύχη του Τύπου. Τα ξέρετε καλύτερα ως δημοσιογράφος. Δεν μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι.

Πώς θεωρείτε πως θα επανέλθει μια δυναμική του λαϊκού θεάτρου; Πώς θα ξαναμελετηθούν οι μεγάλοι μας κωμικοί;

Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι το λαϊκό σήμερα. Τουλάχιστον έτσι όπως το εννοούσαμε για μια παλαιότερη εποχή με μέσα διαφορετικά, συνθήκες άλλες. Από την άλλη ίσως σε κάποια γωνιά κάποιοι πιτσιρικάδες να φτιάχνουν ήδη κάτι τέτοιο και εμείς με τις προσλαμβάνουσες που έχουμε να μην το έχουμε πάρει είδηση. Ισως τώρα να επωάζεται.

Η γενιά των κωμικών στους οποίους αναφέρεστε βγήκε μέσα από πολέμους, εμφυλίους κ.λπ. Μήπως η εποχή της καταστροφής που διανύουμε γεννήσει το καινούργιο; Το προσδοκώ. Τώρα όσον αφορά τη μελέτη μορφών του κωμικού που διέσωσε ο κινηματογράφος – και που δεν έχει καμία σχέση με τη μόδα που δημιούργησε η ιδιωτική τηλεόραση με αυτούς τους ηθοποιούς και τις ταινίες τους και με την αποδοτική μπίζνα που επακολούθησε βασιζόμενη στον κομφορμισμό του «τι καλά που ήτανε τότε» – για εμένα είναι ένας δημιουργικός διάλογος. Είτε στο σκίτσο είτε στο θέατρο εγώ λειτουργώ διά του θαυμασμού – του παιδικού θαυμασμού –που σιγά σιγά μετά γίνεται προσπάθεια να διαλύσεις αυτό που σου αρέσει, να μάθεις τον μηχανισμό του, να προσπαθήσεις να το ανασυνθέσεις και να το αφομοιώσεις δημιουργικά. Αυτό είναι μια μακρά διαδικασία. Μέσω της αναμέτρησης με το άλλο ανακαλύπτεις ποιος είσαι. Και ισχύει για όλες τις μορφές της Τέχνης. Υπάρχει ποιητής που φύτρωσε;

- Post Down -

Comments are closed.