- Advertisement -

Πολλά και διάφορα είναι τα φεστιβάλ κλασικής μουσικής που διεξάγονται κάθε καλοκαίρι ανά τη Γηραιά Ήπειρο, αλλά λίγα διαθέτουν το κύρος, την ιστορία και τη μαζικότητα που χαρακτηρίζουν τους δύο μεγαλύτερους θεσμούς της γηραιάς Αλβιώνας: τα BBC Proms και το Φεστιβάλ του Glyndebourne.
Τα περίφημα Proms συνιστούν μία σειρά συμφωνικών, κυρίως, συναυλιών που λαμβάνουν χώρα από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο στο επιβλητικό Royal Albert Hall του κεντρικού Λονδίνου και μεταδίδονται ζωντανά – επί εκατό χρόνια! – από το Τρίτο πρόγραμμα του BBC. Αντίστοιχα, το Φεστιβάλ του Glyndebourne αποτελεί την ιστορική «Μέκκα» του οπερατικού κόσμου, η οποία εδρεύει στην ειδυλλιακή εξοχή της νότιας Αγγλίας και στην οποία συρρέουν μελομανείς, αριστοκράτες, εκδρομείς για να απολαύσουν υψηλού επιπέδου παραγωγές σε ιδανικό περιβάλλον.
Φέτος, παρακολουθήσαμε τρεις σημαντικές συναυλίες των BBC Proms, όπως και την εμβληματική όπερα «Η Αριάδνη στη Νάξο» στο Φεστιβάλ του Glyndebourne, από τις 22 έως τις 27 Ιουλίου 2026.
Η πρώτη βραδιά (22/7) αναμενόταν ιδιαιτέρως, καθώς θα εκτελούνταν η μνημειώδης «Τραγική» Συμφωνία αρ. 6 σε λα ελάσσονα του Γκούσταφ Μάλερ από τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC υπό τον Φινλανδό μαέστρο Sakari Oramo. Προηγήθηκε η παρουσίαση του σύντομου ορχηστρικού έργου «Στήλη» τού – αιωνόβιου πλέον -σύγχρονου Ούγγρου συνθέτη György Kurtág. Ένα πραγματικό κομψοτέχνημα με πρωτότυπες ηχοχρωματικές υφές, τις οποίες ανέδειξαν με διαφάνεια ιδίως τα χάλκινα πνευστά του συνόλου.
Έπειτα, η ορχήστρα στην πλήρη ανάπτυξή της ήρθε αντιμέτωπη με την κυκλώπεια 6η Συμφωνία του Μάλερ, εντός της κολοσσιαίας ροτόντας του Royal Albert Hall, με τη μεγάλη ακουστική.
Ευθύς, από το εμβατηριακό πρώτο μέρος, το γοργό και κοφτό τέμπο που επέλεξε ο Oramo συνέδραμε ιδιαιτέρως στην επίτευξη μίας ρέουσας δραματουργικής αφήγησης, με πειστική και γλαφυρή ανάπτυξη του μουσικού θεματικού υλικού. Εξαιρετικές υπήρξαν οι επιδόσεις των τόσο κομβικών ξύλινων πνευστών, ενώ κατά τα λοιπά ικανοποίησε με την ορθοτονία της η συνεισφορά της κορυφαίας α’ τρομπέτας. Τα δε τύμπανα υπογράμμισαν με τον ακριβή παλμό τους τον ρυθμικό χαρακτήρα του σκέρτσο, εκπληρώνοντας την ερμηνευτική ένδειξη «wuchtig» του συνθέτη. Στο μεγαλόπνοο αντάντε, όμως, τα έγχορδα και ιδίως τα βιολιά δεν διέθεταν το αναγκαίο «σώμα» και απέτυχαν να γεμίσουν πλήρως με πλούσιο, βελούδινο ήχο τα ασύλληπτου κάλλους λυρικά πασάζ στην κορύφωση του γ’ μέρους.
Στο φινάλε αναδείχθηκε τόσο η υποδόρια μελαγχολία όσο και ο μυστηριώδης χαρακτήρας της γραφής, οδηγώντας σε έκτακτης έντασης και νεύρου ξεσπάσματα, που εκτονώθηκαν από το ωστικό κύμα που προκάλεσε η τριπλή κρούση του πελώριου ξύλινου σφυριού, συμβολίζοντας τρία τραγικά «χτυπήματα» που επιφύλαξε η ζωή για τον Μάλερ.
Τη μεθεπομένη (24/7), ο Βρετανός αρχιμουσικός John Wilson διηύθυνε τη Sinfonia of London σε ένα ιταλικής απόχρωσης πρόγραμμα που περιλάμβανε τη «Ρωμαϊκή Τριλογία» του Οττορίνο Ρεσπίγκι και το Κοντσέρτο για τσέλο του Ουίλιαμ Ουόλτον. Η βραδιά ξεκίνησε με μία καταιγιστική εκτέλεση της ουβερτούρας από τη «Δύναμη του πεπρωμένου» του Τζουζέπε Βέρντι, με ολοκάθαρες ατάκες από τα χάλκινα πνευστά.
Το κοντσέρτο, που συνέθεσε ο Ουόλτον στην Ίσκια, ερμήνευσε ως σολίστ ο εξάρχων Νορβηγός βιολοντσελίστας της ορχήστρας Jonathan Aasgaard. Διακρίθηκε για την ωραία πλαστικότητά του και τη στρωτή παρουσίαση των θεμάτων, αλλά υστερούσε σε μέγεθος ήχου και εκφραστική λάμψη, ώστε να καθιστά την παρακολούθηση ενός ήδη στρυφνού έργου έτι δυσκολότερη.
Αντίθετα, η London Sinfonia υπό τον Wilson έλαμψε στο τρίπτυχο του Ρεσπίγκι, ξεκινώντας με το συμφωνικό ποίημα «Ρωμαϊκές γιορτές», όπου ξεχώρισαν ιδίως οι τρομπέτες χάρη στις καθαρές, σαρκαστικές φανφάρες και τον έντονα δυναμικό διάλογο που ανέπτυξαν με τα έγχορδα. Ιδιαίτερα εκφραστικό υπήρξε το παίξιμο του όμποε και του φλάουτου στα «Σιντριβάνια της Ρώμης», πλάθοντας με ζηλευτή διαφάνεια ένα ανάγλυφο μουσικό ακρόαμα. Τέλος, στα «Πεύκα της Ρώμης» εντυπωσίασαν τα γεμάτα μπάσα της ορχήστρας και ιδίως το κόντρα φαγκότο στην ερεβώδη σκηνή «κατακόμβες», ενώ η αντοχή των μουσικών στο εκρηκτικό φινάλε αποδείχθηκε ανεξάντλητη, με τα χάλκινα πνευστά να παιανίζουν με τέτοιο σθένος και τόση διαύγεια, που δίκαια απόλαυσαν την αποθέωση του κοινού.
Μεγάλη μέρα αποτέλεσε η αυθημερόν εξόρμηση από το Λονδίνο στο Glyndebourne μέσω τρένου, για την παρακολούθηση της όπερας «Αριάδνη στη Νάξο» του Ρίχαρντ Στράους, την Κυριακή 26/7. Ο σχετικά σύντομος πρόλογος διαδραματίζεται στο σπίτι του πλουσιότερου ανθρώπου στη Βιέννη, όπου γεννάται το δίλημμα της επιλογής τρόπου ψυχαγωγίας των προσκεκλημένων, εισάγοντας την κεντρική θεματική σύγκρουση ανάμεσα στην υψηλή τέχνη και την εφήμερη διασκέδαση.
Το Glyndebourne συνδυάζει και τα δύο, διότι έπειτα από ένα ωριαίο διάλειμμα για πικ-νικ και συζητήσεις στην πανέμορφη αγγλική εξοχή, οι θεατές επέστρεψαν στις θέσεις τους για να απολαύσουν το κύριο μέρος της όπερας. Σε αυτό διέπρεψε, δίχως άλλο, η Αμερικανίδα υψίφωνος Rachel Willis-Sørensen, η οποία είναι η κορυφαία Αριάδνη της εποχής μας, και ως τέτοια εντυπωσίασε στον πρωταγωνιστικό ρόλο, με την υποκριτική της άνεση, με την ευρεία έκταση του τραγουδιού της και την αταλάντευτα καθαρή άρθρωση στην απαιτητική φωνητικά υψηλή περιοχή.
Πειστική φωνητικά στάθηκε η Γερμανίδα υψίφωνος Alina Wunderlin ως Ζερμινέτα, ενώ ικανοποίησαν, ειδικά με τη σκηνική τους παρουσία, οι τρεις νύμφες (Ναϊάς, Δρυάς και Ηχώ). Οπωσδήποτε, κλιμάκωση του όλου μουσικού δράματος υπήρξε το αριστουργηματικό φινάλε, με τον σπαρακτικό διάλογο Αριάδνης-Βάκχου, τον οποίον ενσάρκωσε ο Βρετανός τενόρος David Butt Philip. Ο τελευταίος, σε μία υποβλητική φωνητικά και υποκριτικά ερμηνεία, έδωσε πνοή με προσεγμένους υφολογικούς χρωματισμούς στο λιμπρέτο του Χόφμανσταλ και ανέπτυξε διάλογο σπάνιας φυσικότητας και χημείας με την Αριάδνη της Willis-Sørensen, προσφέροντας τα πιο συνταρακτικά και αξιομνημόνευτα καταληκτικά μέτρα.
Η επιτυχία αυτή διασφαλίστηκε εξίσου χάρη στην ισορροπημένη μουσική διεύθυνση του Robin Ticciati, ο οποίος ανέδειξε μεν τη συμφωνική διάσταση της παρτιτούρας του Στράους – με μία Φιλαρμονική του Λονδίνου σε άριστη φόρμα -, ενώ συνόδευσε τις φωνές με εξαιρετική προσοχή, ώστε να αναδεικνύει τις ποιότητές τους και όχι να τις υπερκαλύπτει. Την παραγωγή υπέγραψε ο έμπειρος Γάλλος σκηνοθέτης Laurent Pelly, ο οποίος έδωσε έμφαση στο κωμικό στοιχείο, που όμως ενέδυσε άκαιρα το όλο έργο με κάποια υπερβάλλουσα ελαφρότητα και με πεζά κοστούμια, που διέθεταν μικρό οπτικό ενδιαφέρον.
Την επομένη και τελευταία ημέρα (28/7) ακούσαμε πάλι Ρίχαρντ Στράους με την Φιλαρμονική του Λονδίνου, αλλά αυτή τη φορά με τον μόνιμο αρχιμουσικό της Edward Gardner να διευθύνει την περίφημη «Αλπική Συμφωνία» του Γερμανού συνθέτη στο Royal Albert Hall. Προηγήθηκε η εκτέλεση του έργου «Between Trees» της σύγχρονης Νορβηγίδας συνθέτριας Kristine Thøgersen, το οποίο είχε ως κεντρική θεματική τη μίμηση ενός φυσικού ηχοτοπίου. Ακολούθησε η ερμηνεία αποσπασμάτων από τον κύκλο «Τραγούδια της Ωβέρνης» του Γάλλου συνθέτη και εθνομουσικολόγου Ζοζέφ Καντελούμπ από τη Βρετανίδα υψίφωνο Louise Alder.
Η ίδια φάνηκε να έχει μελετήσει το γλωσσικό ιδίωμα – καθότι τα τραγούδια είναι γραμμένα στην οξιτανική διάλεκτο – και συνεπώς τα ερμήνευσε με επιθυμητή αυτοπεποίθηση, τσαχπινιά, φωνητική φρεσκάδα και χορευτική διάθεση. Το δεύτερο μέρος της συναυλίας κατέλαβε η «Συμφωνία των Άλπεων», το σημαντικότερο δείγμα προγραμματικής μουσικής του Στράους, που περιγράφει εικονοπλαστικά μία ημέρα ανάβασης ενός ορειβάτη στην κορυφή των βουνών. Το πέρασμα από την πρώτη νύχτα στη χαραυγή έγινε με σωστό έλεγχο των δυναμικών και με ένα σταθερό κρεσέντο, που ωραία εκτόνωσαν τα κρουστά.
Η έναρξη της αναρρίχησης και η δειλή εισαγωγή του βασικού μουσικού θέματος υπήρξαν επιτυχείς χάρη στην πλαστικότητα, τον συντονισμό και το υπολογίσιμο μέγεθος ήχου των εγχόρδων. Οι παρεμβάσεις των ξύλινων πνευστών διέθεταν το διαφανές τίμπρο που χρειάζεται μία επιτυχής μίμηση του κελαηδίσματος και του καλλιεπούς τραγουδιού των πουλιών. Η ευχάριστη αναρρίχηση, όμως, έφτασε σε τέλμα πάνω ακριβώς στην κλιμάκωσή της (auf dem Gipfel), όταν δηλαδή η μεγαλειώδης άφιξη στην κορυφή, με τη συμμετοχή της όλης ορχήστρας, προδόθηκε από την επίδοση των εξαιρετικά κομβικών χάλκινων πνευστών.
Συγκεκριμένα, σε αυτό το πασάζ που απαιτεί μεγάλες αντοχές, οι τρομπέτες λύγισαν, φάλτσαραν, ενώ ο Gardner προσπαθούσε να επιταχύνει βεβιασμένα μία κορύφωση που απαιτεί αναπνοή και άπλωμα της παλέτας των ορχηστρικών χρωμάτων, με αποτέλεσμα να «μουτζουρώσει» την πλέον κομβική στιγμή του έργου. Η αφηγηματική ροή της συνέχειας υπήρξε αρκετά καλή, αν και πάλι στην «καταιγίδα» παρατηρήθηκε αστάθεια στα κλιμάκια των χάλκινων πνευστών, παρά την προσπάθεια των κόρνων, που συνοδεύονταν από τα απολαυστικά εφέ της μηχανής ανέμου. Η προσγείωση και κατάληξη στο αρχικό σημείο έναρξης της νύχτας υπήρξε ομαλή, με ωραίο κράτημα στα πιανίσιμι από τα βιολιά έως το τελικό σβήσιμο.
Comments are closed.