- Advertisement -

Όχι πολύ κουτσομπολιό, παρακαλώ

Όχι πολύ κουτσομπολιό, παρακαλώ
50

- Advertisement -

Μπορούμε να ξεκινήσουμε όπως και ο δημοσιογράφος του Harper’s Magazine, από το τέλος. Από εκείνη τη νύχτα του Αυγούστου του 1950, δηλαδή, που αφού τηλεφώνησε σε διάφορες γυναίκες χωρίς να πάρει απάντηση, έβγαλε τα παπούτσια του, ξάπλωσε με τα ρούχα στο κρεβάτι του δωματίου του Hotel Roma που είχε νοικιάσει, στο Τορίνο, και αποχαιρέτισε τον μάταιο τούτο κόσμο. Όπως έγραψε η φίλη του η Νατάλια Γκίνζμπουργκ, «ήθελε να πεθάνει σαν ξένος στην πόλη όπου ανήκε». Ηταν 42 ετών παρά κάτι μέρες. Τον έλεγαν Τσέζαρε Παβέζε.

Ή μπορούμε να ξεκινήσουμε από κάτι πιο αισιόδοξο: ένα κείμενο που έγραψε πέρυσι ένας απόφοιτος του Κέιμπριτζ στην εφημερίδα του Πανεπιστημίου, τη Varsity, για το πώς τα βιβλία του Παβέζε τον είχαν βοηθήσει να τα βγάλει πέρα όταν δίδασκε σε ένα σχολείο του Τορίνο. Διάβασε πρώτα το «La bella estate» (Το ωραίο καλοκαίρι, εκδ. Πατάκη), όπου μια νεαρή κοπέλα σαν κι αυτόν προσπαθούσε να κοινωνικοποιηθεί σε έναν κύκλο μποέμ καλλιτεχνών. Κι ύστερα έπιασε τα Ημερολόγια της περιόδου 1935 – 1950, το Il mestiere di vivere (Η τέχνη της ζωής, εκδ. Στιγμή), όπου ο ποιητής περιγράφει τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για σύνδεση με τους άλλους ανθρώπους και τη δυσκολία να κατανοήσει πραγματικά τον εαυτό του. «Το βασικό πρόβλημα της ζωής», γράφει, «είναι πώς να σπάσεις τη μοναξιά σου, πώς να επικοινωνήσεις με τους άλλους».

Ο Αλμπέρτο Μοράβια είπε κάποτε για τον Παβέζε πως, επειδή απέτυχε να δημιουργήσει μύθους στη σελίδα, αυτοκτόνησε για να δημιουργήσει έναν μύθο γύρω από τον εαυτό του. O Παζολίνι τον χαρακτήρισε «μέτριο» και «επαρχιώτη». Αλλά δεν μπορεί, κάτι πρέπει να είχε αυτός ο άνθρωπος για να εξακολουθεί να γοητεύει τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, για να εκδίδονται ξανά και ξανά τα βιβλία του (τρία κυκλοφόρησαν πρόσφατα στις Ηνωμένες Πολιτείες), για να αναζητούνται στην απαισιοδοξία του στοιχεία για το ευ ζην. «Συγχωρώ τους πάντες και ζητώ συγχώρεση απ’ όλους», έγραψε σε ένα σύντομο σημείωμα που άφησε στο κομοδίνο του, δίπλα σε 16 άδεια κουτιά με βαρβιτουρικά. «Εντάξει; Οχι πολύ κουτσομπολιό, παρακαλώ».

Χωρίς κουτσομπολιό, βέβαια, δεν γίνεται. Ο Μαξ Νόρμαν θυμίζει στο Harper’s Magazine τι γράφει στα Ημερολόγιά του ο Παβέζε για το πρόβλημα που του στοίχισε τη σχέση του με τη γυναίκα της ζωής του, την Μπατιστίνα Πιτζάρντο, γνωστή ως Τίνα: «Ενας άνδρας που εκσπερματώνει πρόωρα καλύτερα να μην είχε γεννηθεί». Η περιπέτεια αυτή τον οδήγησε να κηρύξει πόλεμο στις γυναίκες, χαρακτηρίζοντάς τις «εχθρικό είδος, σαν τους Γερμανούς», και να δηλώσει ότι «όσο έχεις όρχεις και οι γυναίκες έχουν μήτρα, τα βάσανά σου θα συνεχίζονται». Όμως τι αξία έχουν αυτές οι κακίες μπροστά σ’ αυτούς τους στίχους:

«Θα γυρίζω στους δρόμους μέχρι να πεθάνω από την κούραση / θα μάθω να ζω μοναχικά και ν’ αντικρίζω κατευθείαν στα μάτια / κάθε πρόσωπο που περνά και να μην αλλάζω./ Αυτή η αύρα που ‘ρχεται για να βρει τις φλέβες μου / είναι ένα ξύπνημα πρωινού που ποτέ δεν δοκίμασα / τόσο αυθεντικό· νιώθω μόνο πιο δυνατό / το κορμί μου, κι ένα τρεμούλιασμα ακόμη πιο κρύο συντροφεύει / το πρωινό.» («Αγωνία», σε μετάφραση Βασίλη Ρούβαλη, από το Δέντρο, τεύχος 183-184, Οκτώβριος 2011).

Το 1923, έναν χρόνο μετά την Πορεία του Μουσολίνι προς τη Ρώμη, ο Παβέζε μπήκε στο liceo, όπου είχε καθηγητή Λατινικών τον χαρισματικό Αουγκούστο Μόντι. Εκείνος τον γνώρισε στον Νορμπέρτο Μπόμπιο (γνωστό μας από το «Δεξιά και Αριστερά»), τον Λεόνε Γκίνσμπουργκ (που αργότερα θα παντρευόταν τη Νατάλια), τον Τζούλιο Εϊνάουντι (που ο εκδοτικός του οίκος έγινε το λογοτεχνικό σπίτι του Παβέζε). Εκείνος προσπάθησε να τον μυήσει στην πολιτική και στο αντιφασιστικό κίνημα. Αλλά ο Παβέζε τού έγραψε το 1928 ότι δεν καταλαβαίνει τίποτα από πολιτική. «Μουτζουρώνω, φτύνω ποιήματα, ώστε να έχω μια επικράτεια, ένα μέρος όπου να μπορώ να σταματάω και να λέω: “Αυτός είμαι εγώ”».

Το 1936 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή «Η δουλειά κουράζει». Αγνοήθηκε πλήρως από την κριτική, με αποτέλεσμα ο Παβέζε να χαρακτηρίσει τον εαυτό του «μια από τις πιο απομονωμένες φωνές στη σύγχρονη ποίηση». Το ποίημα όμως με το οποίο ανοίγει η συλλογή, οι «Θάλασσες του Νότου», αποτυπώνει όλα τα πάθη του, όλες τις αγωνίες του: «Περπατάμε ένα βράδυ στην πλαγιά ενός λόφου, σιωπηλοί. Στη σκιά του προχωρημένου δειλινού ο ξάδελφός μου είναι γίγαντας ντυμένος στα λευκά, που κινείται γαλήνιος, πρόσωπο ηλιοκαμένο, λιγομίλητος. Δεν μιλάμε, είναι η αρετή μας. Κάποιος δικός μας πρόγονος θα πρέπει να υπήρξε πολύ μόνος – μεγάλος άνθρωπος μες σε χαζούς ή έστω ένας φτωχός τρελός – για να διδάξει στους δικούς του τόση σιωπή» («Η δουλειά κουράζει», μετάφραση Σωτήρη Χαλικιά, εκδ. Ινδικτος, 2025).

Εννοεί φυσικά την Τίνα

Eντεκα μέρες πριν αφαιρέσει τη ζωή του, ο Παβέζε έγραψε στο ημερολόγιό του κάτι που θυμίζει Λέοναρντ Κοέν από το Αλληλούια: «Το δημόσιο χρέος μου το έπραξα – αυτό που μπορούσα. Δούλεψα, έδωσα ποίηση στον κόσμο, μοιράστηκα τον πόνο πολλών». Την παραμονή της πράξης, έγραψε στον φανταστικό του βιογράφο: «Αν θέλεις να καταλάβεις ποιος είμαι τώρα, ξαναδιάβασε το Θηρίο στους “Διαλόγους με τη Λευκοθέα”» (εκδ. Καστανιώτης, 2023). Η Αρτεμις, το Θηρίο, συναντά τον Ενδυμίωνα, τον μυθικό βοσκό, τον ερωτεύεται, τον αφήνει να περιπλανιέται, μαγεμένο από τη «βραχνή» φωνή της, και για να τον κρατήσει δικό της τον καταδικάζει σε έναν αιώνιο ύπνο. «Η Θεά ήταν γνωστή για τον νοσηρό της χαρακτήρα», σαρκάζει ο Παβέζε στην εισαγωγή του διαλόγου. Μιλάει για την Αρτεμη, αλλά εννοεί φυσικά την Τίνα.

- Post Down -

Comments are closed.