- Advertisement -

Αλέκος Λεβίδης: Πέντε πίνακες, πέντε ιστορίες από έναν κόσμο καθηλωτικό

Αλέκος Λεβίδης: Πέντε πίνακες, πέντε ιστορίες από έναν κόσμο καθηλωτικό
50

- Advertisement -

Οξυδερκής αφηγητής που αντιμετωπίζει την ζωγραφική πράξη ως μια βαθιά πνευματική περιπέτεια και ως ένα διά βίου παιχνίδι, ο Αλέκος Λεβίδης χτίζει έναν κόσμο με πρώτη ύλη την κλασική παιδεία, την Ιστορία της Τέχνης και τη μυθολογία. Ακαδημαϊκός και ζωγράφος, είναι και ο μεταφραστής και σχολιαστής του 35ου Βιβλίου της Φυσικής Ιστορίας του Πλίνιου του Πρεσβύτερου. Από τα σχέδια με μολύβι έως τις συνθέσεις με χρώμα και από τις τοιχογραφίες έως το πλούσιο σκηνογραφικό του έργο, ο κόσμος του παραμένει παραστατικός, χαμηλόφωνος και βαθιά καθηλωτικός. Στο σύνολό του, ο κόσμος αυτός θα παρουσιαστεί μέσα από 500 και πλέον έργα, που συγκροτούν την αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη.

Μια πρώτη ματιά σε αυτή την παρουσίαση, που θα περιλαμβάνει συνθέσεις με χρώμα, σχέδια, ζωγραφικές μακέτες εξωφύλλων βιβλίων, τοιχογραφίες, εγκαταστάσεις και σκηνικά, σε επιμέλεια του ίδιου και της συζύγου του, Μαρίκας Ρόμπου-Λεβίδη, προσφέρουν «ΤΑ ΝΕΑ» μέσα από εικαστικά σημειωματάρια του, που συνοδεύουν τα αντίστοιχα έργα και περιλαμβάνονται στο βιβλίο της έκθεσης, σε συνέκδοση της Ακαδημίας Αθηνών και των Εκδόσεων Αγρα.

«Τσαρουχικό τοπίο, αισθηματικό τοπίο»

30.4.2008. Περιμένοντας στην Πύλη Ε1 να επιβιβαστούμε στο «Blue Star Ferry» για Πάτμο. 6 μ.μ., ένα λαμπρό απόγευμα, ο ήλιος χρυσός, οι σκιές νέτες, το αεράκι της θάλασσας, στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου κατά τύχη Χατζιδάκις. Ολα συνηγορούν.

Πριν λίγο περάσαμε μπροστά από το σημείο της Δραπετσώνας όπου ήταν το «Σιμιτοποιείον» με τον σημαιοστολισμό του Ολυμπιακού. Κάτι χοροπήδησε μέσα μου. Αυτά τα κατατόπια που γύρναγα πιτσιρικάς, για μένα ποιητικοί «τόποι», λίγο παρακάτω, πίσω από τα μπετά της λεωφόρου που οδηγεί στις νέες εγκαταστάσεις του λιμανιού, μεγάλη έκταση με βραχάκια, γαϊδουράγκαθα και σπαράγματα του τείχους. Τσαρουχικό τοπίο, αισθηματικό τοπίο.

Νιώθω πως θα ήθελα να έγραφα και να ζωγράφιζα, να ιστορούσα, μιαν αισθηματική γεωγραφία του Λεκανοπεδίου, εικόνες που «ανακάλυψα» και με ακολουθούν, ορίζουν τον χώρο πέρα από το διάβα του χρόνου, εικόνες που όρισαν την ευαισθησία μου. Αίσθημα, η μαγική λέξη, τελικό απόσταγμα της τέχνης μας. Πάσχα και Πρωτομαγιά.

«Με αγαπούν τα χρώματα»

Ιούνιος 2006. Με αγαπούν τα χρώματα γιατί ξέρουν πως χρόνια τα φοβόμουν και δεν τ’ άγγιζα μα τα ποθούσα. Κι ακόμα όταν άρχισα να τα θωπεύω το έκανα με συγκράτηση και σεβασμό και ο πόθος μου ήταν γεμάτος συναίσθημα, όπως ταιριάζει σ’ έναν πραγματικό έρωτα. Κι έτσι όταν η σχέση μας άρχισε να ωριμάζει κι είχα πειστεί πια για τη βαθύτητα των αισθημάτων μου θέλησαν και μου κάναν ένα δώρο. Ας πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή.

Πριν από αρκετά χρόνια αγοράσαμε με τη Μαρίκα στο Πήλιο μια γλάστρα (μπουκαμβίλια;) και τη φέραμε στην ταράτσα της Νίκης. Σιγά-σιγά έσκασε μύτη και μεγάλωσε ένα πουρνάρι αγκαθωτό (βελανιδιά που σε λίγο μονοπώλησε τη γλάστρα). Αυτόν το μήνα, ίσως και νωρίτερα, πάνω στο πουρνάρι φάνηκαν κάτι κόκκινες μπαλίτσες. Τις είχα δει, αλλά δεν είχα δώσει σημασία, ώσπου κάποια στιγμή τις εξέτασα και κατάλαβα! Οι μπαλίτσες, τα κόκκινα αυτά «μπιζέλια», δεν ήταν άλλο από τον κόκκο τον βαφικό.

Αντιγράφω τον σχολιασμό μου από τον Πλίνιο, σ. 226: «Ο πρίνος είναι η δρυς η κοκκοφόρος (Quercus coccifera) κοινώς πουρνάρι που πάνω του αναπτύσσεται ο κόκκος ο βαφικός (Coccus ή Chermes ilicis), ο γνωστός σαν κρεμέζι ή πρινοκόκκι.

Πρόκειται για ένα έντομο (ημίπτερο της οικογένειας των κοκκιδών που ζει παρασιτικά πάνω στη δρυ την κοκκοφόρο). Το θηλυκό προσκολλάται πάνω στους βλαστούς και τα φύλλα, γεννάει τ’ αβγά του και πεθαίνει μένοντας προσκολλημένο στο φυτό. Το αποξηραμένο σώμα του έχει το μέγεθος και το σχήμα μπιζελιού και απ’ αυτό βγαίνει το χρώμα, ένα κόκκινο βαθύ προς το πορφυρό». Δεν είναι θαύμα που αυτό το εντομάκι ήρθε κι έγινε χρώμα πάνω στον «πρίνο» μου στην άγονη και μολυσμένη ταράτσα μου;

«Αυτό το κομματάκι γης σαν αφρικανική όαση»

6.2.1994. Ακτή Σαλαμινομάχων. Περίλαμπρο, στ’ αλήθεια, όνομα. Φέρνει κατά νου τους τάφους των αιγινητών Σαλαμινομάχων τους λαξεμένους στον βράχο εκεί αντίκρυ στην αττική γη μπροστά στο σπίτι του Καζαντζάκη για να θωρούν από κει τη Σαλαμίνα.

Είναι κάμποσα χρόνια που βρέθηκα μπροστά σ’ αυτό το κομματάκι γης σαν αφρικανική όαση. Από τη μια, μία απλωσιά με βούρλα και σκουπίδια, από την άλλη μια αλάνα, στο βάθος ευκάλυπτοι. Οποτε ξαναγύριζα κάτι είχε αλλάξει. Περισσότερα σκουπίδια, η αλάνα περιφράχτηκε κι έγινε γήπεδο ποδοσφαίρου, ο Δήμος έφερε μπουλντόζες και στοίβαξε μπάζα, ανοίγει χρόνια τώρα παραλιακό δρόμο (Δισέλιδο από το εικαστικό σημειωματάριο αρ. 30, 10.1993-3.1995), οικοδομές, αυτές οι άσπρες, οι άχαρες, οι αείποτε ημιτελείς (μα δεν νιώθουν ανασφάλεια αυτοί οι ένοικοι ή είναι η υλοποιημένη ελπίδα για ένα «καλύτερο» μέλλον;).

Σε κάθε νέα επίσκεψη η «όασή» μου θύμα και νέων βανδαλισμών. Το μικρό σαθρό οίκημα κάθε φορά και πιο καταρρακωμένο. Μέσα γκραφίτι, αυτά που συνοδεύουν τις σύριγγες και τα ξεραμένα προφυλακτικά. Στη γωνιά ακαθαρσίες. Στον τόπο μας τα ερείπια δεν προκαλούν δέος ή ρομαντικές διαθέσεις, προσφέρονται σαν απόπατοι, το ίδιο και οι κρυψώνες της φύσης. Είμαστε νέος λαός, σεβόμαστε τον φρέσκο σοβά, το πλακάκι και το μωσαϊκό. Αλήθεια, αυτή η καταφρονεμένη λέξη ετυμολογικά προέρχεται από τις Μούσες, λέει, είναι κόρες της Μνημοσύνης. Ας είναι.

«Σκηνή από νεορεαλιστική ιταλική ταινία»

9.6.1999. Απόγευμα μπάνιο στην tonneria της Σκοπέλου (σ.σ. ιστορικό ψαροχώρι στη Σικελία). Ωραία θάλασσα, ωραίος χώρος. 20.7.1999. Στην άκρη της παραλίας, ο βράχος με κάστρο πάνωθέ του μοιάζει ολωσδιόλου ακίνδυνος και μακρινός από τη σικελική ακτή.

Βέβαια, πλήρης νηνεμία και ζέστη, και τα διάφορα σκάφη και σκαφάκια κινούνται πια με μηχανές. Πίσω από τα βράχια σπίτια παλιά, χτισμένα πάνω στη θάλασσα, με σκάλα και καμάρες όπου τραβιούνται έξω οι ψαρόβαρκες, γαΐτες, γερές και σβέλτες για το ψάρεμα του τόνου και του ξιφία.

Σκηνή από νεορεαλιστική ιταλική ταινία. Γυναίκα, παιδιά, σκυλιά τσαλαβουτούν στα νερά όπου καθρεφτίζονται οι προσόψεις των σπιτιών και τα βραχάκια, γέροι λιάζονται στο βημόθυρο και τα πόδια τους μουσκεύουν στον ανασασμό της θάλασσας. Κάνουμε μια γρήγορη βουτιά και φεύγουμε.

«Εργο που υπάρχει στο μυαλό μου από καιρό»

Αγορά. Πρόκειται για έργο που υπάρχει στο μυαλό μου από καιρό. Τον Δεκέμβριο του 2014 σχεδίασα σε χαρτί, με χρωματιστά μολύβια, το όρθιο γυμνό σε πίσω όψη από φωτογραφία μαυρόασπρη μοντέλου που είχε ποζάρει στην Αχαιού, το 1982, για ένα σχέδιο life-size με μολύβι. Τον Φεβρουάριο του 2015 σχεδίασα δύο γυμνά από καθιστές πόζες της Μαρίκας (φωτογραφίες χρωματιστές, περίπου αρχές της δεκαετίας του 1990) πάλι με χρωματιστά μολύβια, στις ίδιες αναλογίες (περίπου ύψος του όρθιου μοντέλου 110 εκ.).

Η ιδέα ήταν να συνδυαστούν αυτά τα γυμνά στο πρώτο επίπεδο, και στο δεύτερο να εκτυλίσσεται η σκηνή του λιθοβολισμού του αγίου Στεφάνου όπως την είχα σχεδιάσει με φόντο μια αλάνα που είχα φωτογραφίσει το 2013 στην Ελευσίνα ή ένα οικόπεδο χέρσο με γκραφίτι στους γύρω τοίχους από το Γκάζι. Εκανα κάποια προσχέδια σε σχήμα περίπου 50 x 70 εκ. και τα έδειξα στον Σ. Φέλιο μαζί με τις μεγάλες μελέτες των γυμνών. Είπα ότι το έργο θα έπρεπε να γίνει μεγάλο για να προβληθεί η ζωγραφική ποιότητα των γυμνών.

Ο Σωτήρης έδειξε αμέσως το ενδιαφέρον του. Επεξεργάστηκα εκ νέου το προσχέδιο και άλλαξα το φόντο ώστε να πρωταγωνιστεί στη σύνθεση όπου πια τα γυμνά δεν θα ξεπερνούσαν τα 40-45 εκ. στο ύψος. Διάλεξα το εσωτερικό της Αγοράς του Πύργου – έργο του Τσίλλερ – αντί της αλάνας. Σαν πρότυπο χρησιμοποίησα μια φωτογραφία του Δημήτρη Παπαδήμου από το βιβλίο Νεοκλασική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα των εκδόσεων της Εμπορικής Τράπεζας.

Οταν πια είχα τελειώσει και το πέρασμα του προσχέδιου στον πίνακα με verdaccio, ανακάλυψα τυχαία τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει στον Πύργο το 1993, όταν είχα επισκεφθεί το κτίριο με τον Νίκο Αλιβιζάτο. Παρόλο που ήδη τότε είχαν κάνει κάποια αναπαλαίωση και το κτίριο δεν το χρησιμοποιούσαν πια, φάνηκαν στοιχεία της δομής του.

- Post Down -

Comments are closed.