- Advertisement -

Γνωρίζουν ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία αλλά δεν το κόβουν. Αναγνωρίζουν τη σοβαρότητα των καρδιαγγειακών νοσημάτων αλλά ξορκίζουν τη σκέψη του ατομικού κινδύνου, πείθοντας τον εαυτό τους ότι δεν τους αφορά.
Συμφωνούν ότι η πρόληψη σώζει ζωές, αλλά η θεωρία από την πράξη απέχει μακράν στην καθημερινότητά τους. Αυτά είναι μόνον μερικά από τα οξύμωρα συμπεράσματα της πανελλαδικής έρευνας που πραγματοποίησε η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία (ΕΚΕ) –την οποία ανάθεσε στην εταιρεία MARC – από τις 4 έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2026, σε δείγμα 1.211 ατόμων ηλικίας 18 ετών και άνω από όλη τη χώρα.
Η έρευνα καταγράφει μια σημαντική αντίφαση: οι πολίτες δηλώνουν ότι γνωρίζουν βασικούς παράγοντες κινδύνου και συμπτώματα, αλλά σε κρίσιμα σημεία εξακολουθούν να εμφανίζουν κενά γνώσης, υποτίμηση του προσωπικού κινδύνου και περιορισμένη πρακτική ετοιμότητα. Οπως μάλιστα, ενδεικτικά ανάφερε ο πρόεδρος της ΕΚΕ – καθηγητής Καρδιολογίας, Κώστας Τούτουζας, κατά τη χθεσινή συνέντευξη Τύπου, τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν την απόσταση ανάμεσα στο «ξέρω» και στο «κάνω».
Είναι ενδεικτικό ότι παρότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου παγκοσμίως, μόλις ένας στους τέσσερις πολίτες το γνωρίζει. Αντιθέτως, η πλειονότητα βάζει στις πρώτες θέσεις τον καρκίνο και τα τροχαία, γεγονός που δείχνει την άγνοια κινδύνου.
Ενας ακόμη όμως, μύθος που συντηρείται είναι ότι το 50,7% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα αφορούν κυρίως τους άνδρες.
ΙΕΡΆΡΧΗΣΗ. Επιπρόσθετα, οι πολίτες φαίνεται να δυσκολεύονται στην ιεράρχηση των παραγόντων κινδύνου. Πιο συγκεκριμένα, το κάπνισμα βρίσκεται στην πρώτη θέση με 64,3%, ακολουθεί η παχυσαρκία με 61%, όμως το άγχος συγκεντρώνει 45,3% και κατατάσσεται πάνω από την LDL χοληστερόλη, η οποία συγκεντρώνει 40%, και τον διαβήτη με 26,3%.
Παράλληλα, όταν εξετάζεται η απλή σύνδεση της χρόνιας νεφρικής νόσου με την καρδιαγγειακή νόσο, μόλις το 55,4% την αναγνωρίζει, ενώ το 20,2% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τι να απαντήσει. Η ίδια έρευνα αποκαλύπτει ότι ένα μεγάλο ποσοστό θεωρεί μικρό τον προσωπικό του καρδιαγγειακό κίνδυνο ή δηλώνει ότι δεν τον γνωρίζει.
Οταν οι πολίτες ερωτώνται για την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν καρδιαγγειακό πρόβλημα μέσα στην επόμενη δεκαετία, το 29,9% τη θεωρεί ελάχιστη ή καθόλου πιθανή, ενώ ένα επιπλέον 11,9% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει. Ισως, μάλιστα, έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι το 42% των ερωτηθέντων καπνίζει, το 48,3% καταναλώνει κόκκινο ή επεξεργασμένο κρέας τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, το 17% δηλώνει ότι καταναλώνει περισσότερα από πέντε ποτά την εβδομάδα και το 23,7% ασκείται μόνον μία φορά την εβδομάδα ή λιγότερο.
Υπό τα δεδομένα αυτά και όπως τόνισε από την πλευρά του ο αντιπρόεδρος της ΕΚΕ – καθηγητής Καρδιολογίας, Λάμπρος Μιχάλης, «η πρόκληση δεν είναι μόνο η μετάδοση περισσότερης πληροφορίας. Είναι η μετατροπή της πληροφορίας σε προσωπική επίγνωση, σε αλλαγή καθημερινών συνηθειών, σε συστηματικό έλεγχο των παραγόντων κινδύνου και, κυρίως, σε ικανότητα άμεσης αντίδρασης όταν κάθε λεπτό μπορεί να έχει σημασία».
Εν τω μεταξύ, κενό γνώσης προκύπτει και σε πρακτικά ζητήματα άμεσης ανάγκης. Είναι ενδεικτικό ότι το 77,8% των πολιτών δηλώνει ότι θα καλούσε αμέσως το ΕΚΑΒ σε ένα επείγον περιστατικό. Ωστόσο, μόνο το 59,3% γνωρίζει τον αριθμό 166. Το 29,1% δηλώνει ότι δεν θυμάται τον αριθμό και θα αναζητούσε ποιον πρέπει να καλέσει, ενώ μόλις το 4,4% αναφέρει το 112.
ΠΡΟΤΕΡΑΙΌΤΗΤΕΣ. Οταν καλούνται να προσδιορίσουν τις προτεραιότητες της πολιτείας στον τομέα της καρδιαγγειακής πρόληψης, οι πολίτες αναδεικνύουν ως πρώτη επιλογή τη συνέχιση και ενίσχυση των προληπτικών εξετάσεων και του προγράμματος «Προλαμβάνω», με ποσοστό 58,4%. Ακολουθούν η εκπαίδευση από το σχολείο με 51,7% και η τοποθέτηση περισσότερων απινιδωτών σε συνδυασμό με εκπαίδευση στην ΚΑΡΠΑ, με 42,5%.
Σε χαμηλότερα επίπεδα βρίσκονται η βελτίωση της πρόσβασης στην πρωτοβάθμια φροντίδα, με 25,1%, η προώθηση υγιεινότερων τροφίμων, με 24,2%, και οι εκστρατείες ενημέρωσης, με 11,2%. «Η έρευνα της ΕΚΕ αποτυπώνει με σαφήνεια την ανάγκη για ενημέρωση των πολιτών από την παιδική ηλικία. Ταυτόχρονα καταγράφει μια ισχυρή κοινωνική προσδοκία για περισσότερη πρόληψη, περισσότερη εκπαίδευση και πιο αποτελεσματική προστασία της καρδιαγγειακής υγείας στην οποία όλοι από κοινού, πολιτεία, επιστημονικοί φορείς και η κοινωνία των ασθενών οφείλουν να συνεργαστούν και να δράσουν αποτελεσματικά», κατέληξε κ. Τούτουζας.
Comments are closed.