- Advertisement -

Είκοσι οκτώ χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση της παράστασης που σημάδεψε τη θεατρική του διαδρομή, ο Σωτήρης Χατζάκης ξαναπιάνει το νήμα της «Φόνισσας» και από την 1η Οκτωβρίου την οδηγεί στη νέα της σκηνική ζωή στο θέατρο Εργον, που εγκαινιάζει φέτος τη λειτουργία του.
Με τη Λυδία Κονιόρδου να αναμετράται ξανά με τον απαιτητικό ρόλο της Φραγκογιαννούς κι έναν οκταμελή θίασο επί σκηνής, επιχειρεί μια επιστροφή στις βαθύτερες ρίζες του παπαδιαμαντικού κόσμου, στο λαϊκό δρώμενο, στην τελετουργία, στο αρχαίο δράμα αλλά και στη θρησκευτική και κοινωνική συνείδηση ενός ολόκληρου τόπου.
Γιατί, όπως υποστηρίζει ο ίδιος μιλώντας στο «Νσυν», «ο Παπαδιαμάντης είναι ένας ναός, στην οδοιπορία της υπάρξεως, χτισμένος από αρχαία ελληνικά και από χριστιανικά υλικά, σ’ έναν θαυμαστό συγχρωτισμό. Το αρχαίο δράμα και η χριστιανική χαρμολύπη, σε ένα μοναδικό μείγμα αυτογνωσίας και συνειδητότητας του ελληνικού έθνους». Με αφορμή την πρεμιέρα του, μοιράστηκε τις σκέψεις του για την παράσταση και τη σύγχρονη Φραγκογιαννού.
Οταν επιστρέφετε σε μια παράσταση που υπήρξε τόσο σημαντική για την πορεία σας, το κάνετε ως ο ίδιος σκηνοθέτης ή ως ένας άλλος άνθρωπος που κοιτάζει το ίδιο έργο με διαφορετικά μάτια;
Ετσι κι αλλιώς είμαι ένας άλλος άνθρωπος. Αλίμονο σε εκείνον που δεν αλλάζει. Η συγκίνηση – βασικό στοιχείο της τέχνης και της θεατρικής πράξης – το λέει ετυμολογικά. Συγκινούμαι, συν-κινούμαι από κάτι, προς κάτι, για κάτι, με κάτι, χωρίς κάτι. Αρα μετατοπίζομαι ψυχικά. Ποιος δεν το έχει ζήσει αυτό; Ενα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι να ακούσεις, και να παραμείνεις ο ίδιος; Αυτοαποκαλύπτεσαι. Δεν είσαι χλωρός, δεν έχεις χλωρά μάτια. Είσαι ξερός. Ομως, στη Μάνη, ξερούς λένε τους πεθαμένους.
Ο Παπαδιαμάντης γράφει με γλώσσα, ρυθμό κι εσωτερικότητα που μοιάζουν δύσκολα μεταφέρσιμα στη σκηνή. Τι χρειάστηκε να «προδοθεί» από το διήγημα για να σωθεί η ουσία της διασκευής σας;
Ενας από τους στόχους της θεατρικής διασκευής είναι να αποτελέσει κίνητρο για τους θεατές, έτσι ώστε να διαβάσουν τη νουβέλα. Εκεί θα δουν το όλον. Η κατανόηση του κειμένου, η βαθύτερη επικοινωνία μαζί του, η επαφή με όρους πνευματικότητας, ο συγχρονισμός του βιορυθμού σου με αυτόν του συγγραφέα είναι το ευλογημένο ζητούμενο. Δεν είμαστε πιο έξυπνοι από τους μεγάλους συγγραφείς. Δεν τους διορθώνουμε. Δεν εμποδίζουμε το νόημα, την ψυχή του έργου με φόρμες αυθαίρετες ή ερμηνείες δήθεν σύγχρονες. Για να αποδομήσεις κάτι κλασικό, πρέπει να το γνωρίζεις καλά. Αλλιώς αυθαιρετείς. Το έργο, ή ό,τι έχει απομείνει από αυτό, φέρνει σύγχυση, ο θεατής δυσπνοεί και ο σκηνοθέτης εξευτελίζεται. Μεγάλη ιστορία η ταπεινότητα, το σέβας, η διαυγής πνευματικότητα. Και δεν διδάσκονται. Αποτελούν άθλους των καλλιτεχνών στο πεδίο του πνεύματος.
Δεν αντιμετωπίσατε τη «Φόνισσα» ως παράσταση με κλασικούς όρους αλλά ως λαϊκό δρώμενο. Γιατί κάνατε αυτή την επιλογή;
Τα λαϊκά δρώμενα προϋπήρχαν του θεάτρου. Ηταν τελεστικές πράξεις που αφορούσαν τη λειτουργία της κοινότητας. Στις τελετουργίες, στις διαβατήριες τελετές, στα μυητικά περάσματα. Στα ορυκτά της δημοτικής ποίησης ανιχνεύονται αμέτρητα λαϊκά δρώμενα. Χοϊκά, πρωτογενή, ενστικτικά, πανζωικά, διονυσιακά, μαγικοθρησκευτικά, δεν ενδιαφέρονται για την έκφραση αλλά για την πράξη. Ο εξπρεσιονισμός είναι μακριά ακόμη. Οι πράξεις αποφόρτισης της κοινότητας, οι αποδιοπομπαίοι φαρμακοί, η αντιστροφή των φύλων, η εξύμνηση της γονιμότητας, η εκστατική λατρεία του φαλλού έρχονται σε θραύσματα επιβίωσης ακόμη και σήμερα, να μας θυμίζουν μια σχέση με τη φύση αρμονική. Οχι κυριαρχική. Ζούμε με τη φύση, όχι επί της φύσης. Βλέπε τα Αναστενάρια στην Αγία Ελένη Σερρών και στον Λαγκαδά, τις Μπούλες στη Νάουσα, το Μπουρανί στη Θεσσαλία και τόσα άλλα. Στο λαϊκό δρώμενο δεν παίζουμε, είμαστε. Αυτό καθιστά κυρίαρχη την παρουσία. Είμαστε παρόντες και αυτό αποτελεί την αισθητική μας. Δεν χρειάζεται να εκφραστούμε γιατί αυτό γίνεται μόνο του. Μαγικό και τόσο μα τόσο γοητευτικό.
Υπάρχει κάτι που η σημερινή Λυδία Κονιόρδου μπορεί να δώσει στη Φραγκογιαννού και δεν μπορούσε τότε;
Η Λυδία με το υπερχειλίζον ταλέντο, το τάξιμό της, τη διακονία της, την πειθαρχία στη θεατρική πράξη είναι μια οικουμενική τραγωδός. Οπως η Παξινού και η Μανιάνι. Καθώς σφυρηλατείται ακόμα με σεμνότητα και θάρρος, αποπνέει αθωότητα και αγνισμό. Είναι πια μια αγία του θεάτρου μας. Τότε, το 1998, ήταν μια νέα γυναίκα. Τώρα έχει την εμπειρία να κάνει την καταβύθιση στα σκοτάδια του έργου. Και να αναδυθεί φωτεινή και πάναγνη, όπως η ηρωίδα που υποδύεται.
Η Φραγκογιαννού είναι θύτης, αλλά υπήρξε προηγουμένως θύμα. Για εσάς ποια από τις δύο ιδιότητες είναι τελικά πιο καθοριστική για την τραγωδία της;
Πολλές φορές ο θύτης είναι πρώην θύμα. Ο κακοποιημένος κακοποιεί, αν δεν δουλέψει πάνω στο τραύμα του, σε μια επίπονη και μακροχρόνια απόπειρα ανασύνθεσης του όλου ψυχισμού. Δείτε σε ιστορικό επίπεδο. Δείτε την τραγωδία του Ολοκαυτώματος των Εβραίων και τώρα οι απόγονοι αυτών των ανθρώπων διαπράττουν γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Η πληγή θέλει γενναιότητα για να κλείσει, αν κλείσει ποτέ. Η Φραγκογιαννού ζει σε εποχές και τόπους απόλυτης φτώχειας, αδικίας, εξαθλίωσης, ευτελισμού και των πιο μικρών ανθρώπινων ονείρων. Το κορίτσι, στις οικογένειες τότε, ταυτίζεται με στρίγγλα που μέσω της προίκας θα «ρουφήξει» το βιος της οικογένειας. Γι’ αυτό και η γέννηση ενός θηλυκού έφερνε θρήνο στην οικογένεια. Οι γυναίκες είναι μέρος κτηματολογίου στην πατρογραμμική δομή. Η Φραγκογιαννού αναλαμβάνει λοιπόν τον ρόλο του Εξολοθρευτή Αγγέλου, σκοτώνει τα κορίτσια για να τα προστατέψει από τα βάσανα μιας άθλιας ζωής. Οπως και ο πνευματικός του αδελφός, ο Ντοστογέφσκι, ο Παπαδιαμάντης βάζει απέναντι στον Ρασκόλνικοφ τη Φόνισσα, σε έναν ταυτισμό δύο παγκόσμιων μορφών της λογοτεχνίας αλλά και της ζωής.
Λέτε ότι οι παθογένειες της «Φόνισσας» έχουν επιστρέψει με άλλες μορφές. Ποια σύγχρονη μορφή της Φραγκογιαννούς σάς τρομάζει περισσότερο;
Με τρομάζει η γυναίκα που ακυρώνει τη μήτρα της. Παύει να είναι Ρέα, Μητέρα Γη, μήτρα. Με τρομάζουν η απάθεια, το κρύο αίμα, η μάσκα μίσους του θηλυκού εγκληματία. Η γυναίκα ήρθε σε αυτόν τον κόσμο για να γεννάει τη ζωή, να τη φροντίζει, να την ομορφαίνει, όχι να τη σκοτώνει. Ανθρωπος που σκοτώνει τα σπλάχνα του έχει πάψει να ζει. Απλώς αναπνέει.
Η Φραγκογιαννού βλέπει τη γέννηση ενός κοριτσιού ως καταδίκη σε μια ζωή πόνου. Πόσο έχει αλλάξει πραγματικά η κοινωνική αντίληψη για το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα;
Σήμερα που μιλάμε, ζούμε μία ακόμα γυναικοκτονία. Ανεπαρκές θεσμικό πλαίσιο, άβουλο και μοιραίο πολιτικό προσωπικό, δικαστές και αστυνομικοί που κλείνουν στον θύτη το μάτι (κι αυτή τα ‘θελε) έχουν φτάσει την κοινωνία στα όριά της. Η γυναίκα δεν είναι κτήμα κανενός. Το ίδιο και ο άνδρας και τα παιδιά. Και ποιος είναι εκείνος που αποφασίζει να πάρει μια ζωή, τι είναι, ο Θεός; Μέγιστη ύβρις. Αλλά τα ισόβια ποτέ δεν είναι ισόβια. Υπάρχει βεβαίως και η παράμετρος της οικονομικής, άρα και ηθικής, κρίσης. Ο λαός μας είναι εύφλεκτος. «Δι’ ασήμαντον αφορμήν», όπως έλεγαν παλιά, θα προχωρήσει στη φρικώδη πράξη. Από την άλλη, το lifestyle μάς προτείνει, όχι όμορφες γυναίκες, αλλά έναν στρατό ομοιόμορφης πρόκλησης, συνήθως κακόγουστης. Πολύ δύσκολο για μια γυναίκα – που είναι μάνα, σύζυγος, φροντίστρια των παιδιών, έχοντας και την ευθύνη της εστίας ταυτόχρονα, επαγγελματίας στον εργασιακό στίβο, που αγωνίζεται σκληρά – να βρει τον σωστό τόνο θηλυκότητας, τη δική της ομορφιά και να την υποστηρίξει με αυτοσεβασμό και αυτοεκτίμηση. Ο πιο σκληρός σύγχρονος συγγραφέας είναι – κατά τη γνώμη μου – ο Τενεσί Ουίλιαμς. Γιατί στα έργα του γκρεμίζονται οι γυναίκες. Ας το συνειδητοποιήσουμε: όταν καταρρέει ένας άνδρας, αυτό είναι ένα δράμα. Οταν καταρρέει μια γυναίκα, τραντάζεται το θεμέλιο του κόσμου.
Comments are closed.