- Advertisement -

Ζαχαρίας Καρούνης στα «ΝΕΑ»: «Στον Καβάφη, το συναίσθημα φωνάζει στη σιωπή»

Ζαχαρίας Καρούνης στα «ΝΕΑ»: «Στον Καβάφη, το συναίσθημα φωνάζει στη σιωπή»
34

- Advertisement -

Για τον Ζαχαρία Καρούνη «η τέχνη του αναστεναγμού είναι ο παραδοσιακός αμανές». Είναι ένας ορισμός που ο σημαντικός ερμηνευτής τον φέρει μέσα του χρόνια. Πρόκειται για μια παρατήρηση η οποία μοιάζει να συμπυκνώνει το πνεύμα ολόκληρου του νέου έργου του Γιώργου Κουμεντάκη, «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι». Η λιτότητα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη και ο στεναγμός του αμανέ, σώματα, ήχοι και κινούμενα γλυπτά προτείνουν μια νέα ανάγνωση στο ποιητικό μεγαλείο του σπουδαίου Αλεξανδρινού.

Τέσσερα ποιήματά του, μελοποιημένα σε ρυθμό αμανέ, εννέα χορευτές του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, τρεις χορογράφοι, δύο μουσικά σύνολα και μια κινούμενη γλυπτική εγκατάσταση συνθέτουν το νέο έργο του καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ. Στο κέντρο αυτού του πολυσυλλεκτικού σύμπαντος βρίσκεται η φωνή του Ζαχαρία Καρούνη, ο οποίος καλείται να ερμηνεύσει επί σκηνής τον λόγο του Καβάφη μέσα από το ιδίωμα του αμανέ, συνοδευόμενος από ισοκρατήματα χορευτών και μουσικών. Μιλώντας μας λίγο πριν από την πρεμιέρα, ο τραγουδιστής άνοιξε την πόρτα σε μια δημιουργική διαδρομή γεμάτη ανατροπές, φόβο, αποκάλυψη και, όπως ο ίδιος ομολόγησε, αρκετές στιγμές όπου η φωνή του «έσπασε».

Οταν οι λέξεις δεν αρκούν

Για τον Ζαχαρία Καρούνη, η συνάντηση δύο φαινομενικά αταίριαστων κόσμων μπορεί να δημιουργήσει έναν κοινό τόπο έκφρασης του συναισθήματος. «Οταν οι λέξεις αρχίζουν, δεν αρκούν για να εκφράσουν το συναίσθημα.

Ο παραδοσιακός αμανές έχει τη δυνατότητα να πάρει μία συλλαβή και να ανοίξει γύρω της έναν ολόκληρο συναισθηματικό κόσμο. Από την άλλη, η λιτότητα και η εσωτερικότητα του λόγου του Καβάφη δημιουργούν ακριβώς την ιδανική συνθήκη πάνω στην οποία ο λόγος μπορεί να μεταμορφωθεί και να ταξιδέψει σε άλλους μυστικούς δρόμους του νου, που ίσως ποτέ δεν φανταστήκαμε πως υπάρχουν. Το συναίσθημα δεν επεξηγείται στα ποιήματα του Καβάφη, φωνάζει στη σιωπή και εκεί ακριβώς είναι και το σημείο συνάντησης του αμανέ με τον λόγο του».

Μιλώντας για τη σκηνική συνθήκη, όπου χορευτές και μουσικοί τον συνοδεύουν ζωντανά με ισοκρατήματα, ο σημαντικός ερμηνευτής αναφέρθηκε στη μακρά και προσωπική του σχέση με αυτή την πρακτική, θυμίζοντας πως τη γνωρίζει καλά από την ψαλτική παράδοση, με την οποία έχει, όπως χαρακτηριστικά είπε, «σχέση σωματική».

Αποκάλυψε μάλιστα πως πριν καν ψάλει τη δική του πρώτη μουσική φράση, σε ηλικία εννέα ετών, στο χωριό όπου μεγάλωσε, χρειάστηκε να κάνει ισοκράτημα επί τρία ολόκληρα χρόνια δίπλα στον ηλικιωμένο πρωτοψάλτη της εκκλησίας του. Γι’ αυτό και δεν βιώνει το ισοκράτημα ως ένα απλό μουσικό υπόβαθρο, αλλά, όπως το περιέγραψε, ως «μια συμπαντική δόνηση που προειδοποιεί ή ετοιμάζει το σώμα σου για κάτι σημαντικό».

Μέσα σε αυτή τη λογική, ο ίδιος αισθάνεται τον εαυτό του, τους χορευτές και τους μουσικούς σαν μέλη ενός και μόνου σώματος που δονείται και παράγει συναίσθημα, κουβαλώντας – άλλοτε με πόνο, άλλοτε με κόπο και άλλοτε με πλήρη συντριβή, όπως είπε – την ποίηση του Καβάφη και τη μουσική του Κουμεντάκη.

Και όπως αναφέρει και ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Λυρικής, ζητά μια «φωνή που δεν σπάει». Πόσο δύσκολο είναι για έναν ερμηνευτή να ελέγξει το συναίσθημα σε ένα τόσο φορτισμένο είδος; «Ο έλεγχος του συναισθήματος ήταν για μένα ο μεγάλος μου εφιάλτης.

Με τον Γιώργο Κουμεντάκη κάναμε οι δυο μας πολλές και πολύωρες πρόβες, πριν συναντήσω τους μουσικούς και πριν ακόμη ακούσω τη μελωδία. Η μελωδία γεννήθηκε στις πρόβες, από τις ίδιες τις λέξεις. Ο συνθέτης την είχε ήδη στο μυαλό του και μου την αποκάλυπτε καθημερινά, σε μια διαδικασία πρόβας που ήταν για μένα απίστευτη εμπειρία. Οταν λοιπόν ένας τόσο χαρισματικός και πηγαίος συνθέτης είναι δίπλα σου και σε καθοδηγεί, οι δυσκολίες μετριάζονται. Για να μη “σπάει” η φωνή μου και να μάθει να ελέγχει το συναίσθημα, να είστε σίγουρη πως “έσπασε” πολλές φορές στις πρόβες».

To «κούμπωμα» της φωνής

Ενδιαφέρουσα είναι και η απάντηση που δίνει ο ερμηνευτής και ψάλτης σχετικά με τον τρόπο που κουμπώνει η φωνή του με τον ασυνήθιστο ηχητικό συνδυασμό, όπως το σαντούρι, τα σαξόφωνα και τα κρουστά: «Θα έλεγα πως η φωνή μου βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους. Αλλωστε ως τραγουδιστής έχω κινηθεί ανάμεσα στην ψαλτική, το δημοτικό και λαϊκό τραγούδι και στη σύγχρονη δημιουργία. Επομένως δεν προσπάθησα να προσαρμόσω τη φωνή μου στα όργανα. Προσπάθησα να ανοίξω τις συναισθηματικές και αντιληπτικές μου κεραίες και να βρίσκω κάθε φορά τη θέση μου μέσα σε αυτό το σύμπαν με το οποίο για πρώτη φορά ήρθα σε επαφή. Ξέρεις, επειδή μεγάλωσα σε χωριό, έμαθα να παρατηρώ πολύ. Σε μία από τις πρόβες και ενώ είχα αφεθεί να ακούω και να μεταφράζω τον κάθε ήχο από τα όργανα, από τα κρουστά, βλέποντας το σκηνικό να αλλάζει και εγώ να προσπαθώ να υπάρξω και να αρθρώσω την ποίηση του Καβάφη, ξαφνικά γυρίζω το βλέμμα μου και βλέπω τον Κουμεντάκη να έχει σηκώσει το δεξί του χέρι και να μετράει 4/4 στον αέρα κοιτώντας τη σκηνή. Ηταν σαν να “σταυρώνει” τον χώρο, σαν να έχει πάρει μια κλωστή και μια βελόνα και να ράβει τις αποστάσεις μας. Με αυτόν τον τρόπο κουμπώνει και η φωνή μου και “οι φωνές” όλων των συντελεστών αυτής της παράστασης».

- Post Down -

Comments are closed.