- Advertisement -

30άρηδες στο πατρικό: Το στεγαστικό αδιέξοδο των νέων στην Ελλάδα – 40% του εισοδήματος για ενοίκιο

30άρηδες στο πατρικό: Το στεγαστικό αδιέξοδο των νέων στην Ελλάδα – 40% του εισοδήματος για ενοίκιο
2

- Advertisement -

Η ανεξαρτητοποίηση των νέων στην Ευρώπη δεν έρχεται την ίδια στιγμή για όλους. Στον ευρωπαϊκό Βορρά η έξοδος από το σπίτι γίνεται αρκετά νωρίς, ενώ στον Νότο και σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης οι οικογενειακοί δεσμοί, αλλά και κυρίως οι οικονομικές συνθήκες, κρατούν τους νέους στο οικογενειακό σπίτι για πολλά περισσότερα χρόνια.

Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν την εικόνα διαφορετικών χωρών, ενώ για την Ελλάδα γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν συνδυαστεί με τα δεδομένα για το κόστος στέγασης, τα εισοδήματα και την οικονομική δυσκολία των νοικοκυριών.

Πάνω από τα 30 η έξοδος από το πατρικό σε Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η μέση ηλικία στην οποία οι νέοι εγκαταλείπουν την οικογενειακή εστία βρίσκεται περίπου στα 26 χρόνια. Ο μέσος όρος, ωστόσο, κρύβει ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ των κρατών-μελών.

Στη Φινλανδία οι νέοι φεύγουν από το πατρικό περίπου στα 21, στη Δανία στα 22, ενώ στην Εσθονία και τη Σουηδία περίπου στα 23 χρόνια. Στον αντίποδα βρίσκονται χώρες της Νότιας Ευρώπης. Στην Ιταλία, την Ισπανία, την Ελλάδα και την Κροατία, η αποχώρηση από την οικογενειακή κατοικία μετατίθεται κατά πολύ και συχνά φτάνει ή ξεπερνά τα 30 χρόνια.

Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι στη δεύτερη θέση μεταξύ των χωρών όπου οι νέοι καθυστερούν περισσότερο να εγκαταλείψουν το πατρικό τους.

Η εξάρτηση από την οικογένεια δεν σταματά στη συγκατοίκηση

Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat προσθέτουν μια σημαντική διάσταση στην εικόνα. Το 2025, σχεδόν ένας στους δύο νέους ηλικίας 18 έως 34 ετών στην ΕΕ, ποσοστό 49,8%, είτε ζούσε με τουλάχιστον έναν γονέα είτε εξακολουθούσε να συνδέεται οικονομικά με το οικογενειακό νοικοκυριό.

Στην Κροατία το ποσοστό αυτό έφτανε το 75,3%, ενώ στις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά ήταν πολύ χαμηλότερο, περίπου μεταξύ 16,6% και 25,1%. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η εξάρτηση από την οικογένεια δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά στο αν ένας νέος κοιμάται κάτω από την ίδια στέγη με τους γονείς του. Μπορεί να αφορά και την οικονομική σχέση με το οικογενειακό νοικοκυριό.

Η εργασία δεν αρκεί για την ανεξαρτητοποίηση

Η παραμονή στο πατρικό δεν αφορά μόνο φοιτητές ή ανέργους. Από τους νέους 18-34 ετών στην ΕΕ που εξακολουθούν να ζουν με γονέα ή να συνδέονται οικονομικά με το νοικοκυριό, το 36,7% εργάζεται πλήρες ωράριο, ενώ ακόμη 7,2% εργάζεται μερική απασχόληση.

Το 9% είναι άνεργο, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό, 47,1%, είναι φοιτητές ή βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η καθυστέρηση της στεγαστικής ανεξαρτητοποίησης δεν εξηγείται μόνο από την ανεργία. Ακόμη και νέοι που εργάζονται παραμένουν σε σημαντικό βαθμό συνδεδεμένοι με το οικογενειακό νοικοκυριό.

Η Ελλάδα έχει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στεγαστικού κόστους στην Ευρώπη

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν εξεταστεί το κόστος της κατοικίας. Το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε το 2025 σε νοικοκυριό όπου τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος δαπανούνταν στη στέγαση.

Πρόκειται για ποσοστό πολλαπλάσιο του αντίστοιχου ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο οποίος διαμορφωνόταν στο 7,7%.

Με άλλα λόγια, για ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού, η κατοικία απορροφά ένα πολύ μεγάλο μέρος των διαθέσιμων χρημάτων. Αυτό αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που μπορούν να κάνουν δυσκολότερη την οικονομική και στεγαστική ανεξαρτητοποίηση των νεότερων γενεών.

Ο μισθός στην Ελλάδα δεν επαρκεί για ένα αυτόνομο σπίτι

Το πρόβλημα γίνεται πιο σαφές αν εξεταστεί και η πορεία του διαθέσιμου εισοδήματος. Το 2025, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα διαμορφωνόταν στις 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), έναντι 22.630 PPS στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η διαφορά δεν είναι μόνο σημερινή. Σε πραγματικούς όρους, σε σύγκριση με το 2010, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ είχε αυξηθεί κατά 25,4%, ενώ στην Ελλάδα είχε μειωθεί κατά 22,3%. Η εξέλιξη αυτή βοηθά να γίνει κατανοητό γιατί η μετάβαση ενός νέου σε αυτόνομη κατοικία μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολη, όταν πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, λογαριασμούς και καθημερινά έξοδα.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν εξεταστεί το κόστος της κατοικίας. Το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε το 2025 σε νοικοκυριό όπου τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος δαπανούνταν στη στέγαση.

Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται και σε έναν ακόμη δείκτη της Eurostat. Το 2025, το 42,5% του πληθυσμού στην ΕΕ δήλωσε ότι αντιμετώπιζε τουλάχιστον κάποια δυσκολία για να τα βγάλει πέρα οικονομικά. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 87,1%.

Η διαφορά είναι ιδιαίτερα μεγάλη και δείχνει ότι η συζήτηση για την καθυστερημένη ανεξαρτητοποίηση των νέων δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη συνολικότερη οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.

Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι Έλληνες αντιλαμβάνονται την οικονομική τους κατάσταση. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 67,2% του πληθυσμού στην Ελλάδα θεωρούσε τον εαυτό του φτωχό, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σχεδόν ένας στους πέντε δεν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκή θέρμανση

Σημαντική είναι και η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία για την ενεργειακή επιβάρυνση. Το 18,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε το 2025 ότι δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά το κόστος για επαρκή θέρμανση της κατοικίας του.

Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 8,8%. Έτσι, πέρα από το κόστος αγοράς ή ενοικίασης ενός σπιτιού, τα ελληνικά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν σημαντικές πιέσεις και από τα έξοδα που απαιτούνται για τη διατήρηση μιας κατοικίας.

Από το πατρικό στην ιδιοκτησία

Υπάρχει, ωστόσο, μια ιδιαίτερη διαφορά ανάμεσα στον ευρωπαϊκό Νότο και τον Βορρά. Σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, οι νέοι που παραμένουν περισσότερα χρόνια στο πατρικό δεν επιλέγουν απαραίτητα στη συνέχεια μια μακρά περίοδο ενοικίασης.

Σε πολλές περιπτώσεις, η αποχώρηση από την οικογενειακή εστία συνδέεται χρονικά με την απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται στην ευρωπαϊκή έρευνα για τις τάσεις στην αγορά κατοικίας, η πρώτη ιδιόκτητη κατοικία αποκτάται κατά μέσο όρο περίπου στα 31 χρόνια στην Ισπανία, στα 33 στην Ιταλία και στα 35 στην Ελλάδα.

Αντίθετα, σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Ελβετία, η ενοικίαση αποτελεί πολύ πιο συνηθισμένο τρόπο στέγασης.

Η οικογένεια γίνεται ο «χρηματοδότης» της πρώτης κατοικίας

Η οικογένεια παίζει καθοριστικό ρόλο στην πρόσβαση των νεότερων γενεών στην ιδιοκτησία. Στην Ελλάδα, περίπου το 75% των ιδιοκτητών κατοικίας έχει λάβει κάποιου είδους οικογενειακή βοήθεια.

Το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 72% στην Ιταλία και την Κροατία, ενώ στη Βουλγαρία αγγίζει το 78%. Η βοήθεια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι γονείς δίνουν απευθείας χρήματα. Μπορεί να αφορά κληρονομιά, οικονομική συνεισφορά για την αγορά κατοικίας ή ακόμη και ένα ακίνητο που είχε αποκτηθεί από προηγούμενη γενιά και περνά στη συνέχεια στα παιδιά.

Οι νεότερες γενιές χρειάζονται περισσότερη οικογενειακή στήριξη

Η οικογενειακή υποστήριξη φαίνεται να αυξάνεται από γενιά σε γενιά. Η Generation Z, ηλικίας περίπου 18 έως 27 ετών, εμφανίζεται να έχει λάβει τη μεγαλύτερη οικογενειακή βοήθεια, σε ποσοστό 74%. Ακολουθούν οι Millennials με 68% και η Generation X με 59%. Αντίθετα, στους Boomers το ποσοστό όσων έλαβαν αντίστοιχη στήριξη ήταν 49%, ενώ στη Silent Generation μόλις 37%.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η οικογένεια αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία ως μηχανισμός στήριξης για την απόκτηση κατοικίας.

- Post Down -

Comments are closed.