- Advertisement -

Στο επίκεντρο της ελληνικής στρατηγικής βρίσκεται αυτή την περίοδο η Αίγυπτος, ένας παραδοσιακός και πολύτιμος σύμμαχος, ο οποίος όμως δέχεται ισχυρές πιέσεις και δελεαστικές προτάσεις από την πλευρά της Αγκυρας.
Για την ελληνική διπλωματία, η διατήρηση του Καΐρου στον δικό της άξονα επιρροής δεν αποτελεί απλώς μια διμερή επιδίωξη, αλλά μια υπαρξιακή αναγκαιότητα. «Η σχέση Ελλάδας και Αιγύπτου είναι σταθερή, έχει βαθύ στρατηγικό χαρακτήρα και αντικατοπτρίζει μια συμμαχία που στέκεται πέρα και πάνω από πρόσκαιρες γεωπολιτικές συγκυρίες. Οι δύο χώρες αποτελούν τους βασικούς πυλώνες συναντίληψης για όλα τα κρίσιμα ζητήματα της ευρύτερης περιοχής» αναφέρουν στα «ΝΕΑ» διπλωματικές πηγές, με τις δύο πλευρές να διατηρούν πυκνές και τακτικές διπλωματικές επαφές σε ανώτατο επίπεδο.
Ο πρώτος και πιο κρίσιμος στόχος της Αθήνας είναι να αποτρέψει την ενσωμάτωση της Αιγύπτου σε μια αναδυόμενη στρατιωτική συμμαχία μεταξύ της Τουρκίας, του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας. Η συγκρότηση ενός τέτοιου άξονα, με έντονα σουνιτικά και στρατιωτικά χαρακτηριστικά, θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά τις ισορροπίες από τον Ινδικό Ωκεανό μέχρι το Αιγαίο. Το Πακιστάν, ως πυρηνική δύναμη με στενούς δεσμούς με την Αγκυρα, και η Σαουδική Αραβία, με την τεράστια οικονομική της επιφάνεια, δημιουργούν ένα πλαίσιο που η Τουρκία επιθυμεί να εκμεταλλευτεί για να εδραιώσει την ηγεμονία της.
Η συμμετοχή της Αιγύπτου, της πολυπληθέστερης αραβικής χώρας με τον ισχυρότερο στρατό στην περιοχή, θα προσέδιδε σε αυτή τη συμμαχία μια μη αναστρέψιμη δυναμική. Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, η ελληνική πλευρά παρακολουθεί με έκδηλη ανησυχία τη γενικότερη προσέγγιση μεταξύ Αιγύπτου και Τουρκίας. Ιδιαίτερο σημείο τριβής αποτελούν οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και οι ναυτικές συνεκπαιδεύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί ή σχεδιάζονται το τελευταίο διάστημα.
Για την Αθήνα, η διεξαγωγή τέτοιων ασκήσεων υποσκάπτει το πνεύμα της ελληνοαιγυπτιακής αμυντικής συμφωνίας και της μερικής οριοθέτησης της ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών. Η ανάσχεση αυτής της στρατιωτικής προσέγγισης αποτελεί άμεση προτεραιότητα, με την Αθήνα να προτάσσει την ήδη ισχυρή στρατιωτική συνεργασία που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στις δύο χώρες, μέσω εκτεταμένων κοινών προγραμμάτων και αμυντικών συμφωνιών.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια παίζει ο σταθερός άξονας της τριμερούς συνεργασίας με την Κύπρο και την Αίγυπτο, ένας μηχανισμός που έχει αποδείξει την αξία του ως παράγοντας ειρήνης και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η Ελλάδα λειτουργεί διαχρονικά ως η σταθερή και αξιόπιστη γέφυρα της Αιγύπτου με την Ευρωπαϊκή Ενωση, προωθώντας τα αιγυπτιακά συμφέροντα και εξασφαλίζοντας στρατηγικές ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Το πιο χειροπιαστό παράδειγμα αυτής της ευρωατλαντικής και περιφερειακής σύγκλισης είναι το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης (GREGY Interconnector). Πρόκειται για ένα έργο μεγάλου στρατηγικού και οικονομικού εκτοπίσματος που θα μεταφέρει «πράσινη» ενέργεια από την Αίγυπτο στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας, καθιστώντας τις δύο χώρες αλληλένδετους εταίρους στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη.
Η Μονή Σινά
Την ίδια στιγμή, ένα από τα πιο περίπλοκα, αλλά και γεωστρατηγικά κρίσιμα ζητήματα που θέτει επιτακτικά η Αθήνα στο τραπέζι είναι η οριστική διευθέτηση του ιδιοκτησιακού και νομικού καθεστώτος της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Το αρχαιότερο συνεχώς εν λειτουργία χριστιανικό μοναστήρι στον κόσμο, ένα μνημείο με βαθύ ελληνορθόδοξο χαρακτήρα, έχει βρεθεί στο επίκεντρο δικαστικών και διοικητικών πιέσεων από την πλευρά του Καΐρου, το οποίο αμφισβητεί την πλήρη κυριότητα των εκτάσεών του υπέρ του αιγυπτιακού δημοσίου. Η Αθήνα επιχειρεί να κλείσει αυτό το μέτωπο μέσω μιας συμβιβαστικής φόρμουλας ιδιοκτησίας, που θα διασφαλίζει την αέναη θρησκευτική χρήση και αυτονομία της Μονής, προστατεύοντας παράλληλα τα διάσπαρτα μετόχια της.
Comments are closed.