- Advertisement -

Αν γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, ποιες στιγμές νιώθεις ότι άλλαξαν τη διαδρομή σου και σου ζήτησαν να επαναπροσδιορίσεις τα πάντα;
Συνολικά, υπήρξαν τρεις ισχυροί κλυδωνισμοί στην ζωή μου, που ήταν ταυτόχρονα και τα μεγαλύτερα μαθήματά μου. Ο πρώτος ήταν ο χωρισμός των γονιών μου όταν ήμουν 13 ετών. Το ότι έφτιαξαν τις ζωές τους αυτόνομα μου άφησε έναν ελεύθερο χώρο: ένιωσα ότι δεν με τσεκάρει κανείς και συνειδητοποίησα απότομα ότι δεν είμαι το κέντρο του κόσμου. Ο δεύτερος ήταν μια σοβαρή περιπέτεια υγείας στην εφηβεία, στα 16 μου.
Στην Ελλάδα με είχαν για ξεγραμμένο. Θυμάμαι οι γονείς μου πήγαν στον Αγιο Σάββα και ο γιατρός τους είπε: «Αυτό το παιδί πέθανε, θα κάνετε άλλο». Ευτυχώς, βρήκαν έναν φωτισμένο γιατρό στο ΚΑΤ που τους είπε: «Το παιδί έχει σάρκωμα, μπορεί να γίνει καλά, αλλά όχι σε αυτή τη χώρα». Ετσι, παρατήσαμε τα πάντα και πήγαμε στο Λονδίνο. Ημουν στη Δευτέρα Λυκείου – μεγάλη υποστήριξη οφείλω τότε στο σχολείο μου, τη Σχολή Γείτονα. Στο Λονδίνο, ο γιατρός ζήτησε από τους γονείς μου να βγουν έξω και μου είπε στα ίσα: «Εχεις σάρκωμα, συνήθως σκοτώνει, αλλά έχεις 70% πιθανότητες να ζήσεις. Μπορεί να χρειαστεί να σου κόψουμε το πόδι. Είσαι 16 και βάσει πρωτοκόλλου αποφασίζεις εσύ αν προχωράμε στη θεραπεία». Του είπα: «Προχωράμε».
Πώς περνάει ένα παιδί από μια τέτοια οριακή εμπειρία πίσω στην κανονικότητα και στα επόμενα μεγάλα στοιχήματα;
Μπήκα σε πανεπιστημιακή κλινική με βαριές χημειοθεραπείες. Δίπλα μου, πίσω από μια κουρτίνα, υπήρχαν παιδιά που δεν τα κατάφεραν. Εκεί αναρωτήθηκα: «Γιατί να ζήσω εγώ κι όχι αυτό το παιδί;». Η απάντηση ήταν: για κανέναν λόγο. Κι έτσι σκέφτηκα: «Αν τη γλιτώσω και πάρω μια δεύτερη ευκαιρία, πρέπει να φτιάξω εγώ έναν λόγο ύπαρξης». Και ο τρίτος κλυδωνισμός ήρθε στα 26 μου, όταν συνέβησαν όλα μαζί: η αναζήτηση της επαγγελματικής μου ταυτότητας και ο ερχομός του πρώτου μου παιδιού.
Η είδηση της πατρότητας πώς σας βρήκε σε εκείνη τη φάση;
Ηταν μεγάλη ανατροπή. Ημουν με part-time δουλειά στο τέλος των σπουδών μου στη σκηνογραφία και τη σκηνοθεσία στο Λονδίνο, ζώντας μόνο με υποτροφίες, οι οποίες τελείωναν. Ξαφνικά, συνειδητοποιώ ότι φέρνω ένα παιδί στον κόσμο. Ξαφνικά, από εκεί που ήμουν ένας ελεύθερος, μποέμ καλλιτέχνης, βρέθηκα να είμαι ένας νέος πατέρας χωρίς περιουσιακά στοιχεία, χωρισμένος από τη μαμά του παιδιού, που έπρεπε να χτίσει μια καριέρα έχοντας την ευθύνη μιας νέας ζωής. Το Λονδίνο δεν κατόρθωσε να με κρατήσει. Αποφασίζω να γυρίσω πίσω στην Αθήνα να βρω την τύχη μου, να βγάλω χρήματα.
Πώς ήταν η επιστροφή στην Αθήνα με ένα παιδί καθ’ οδόν και χωρίς επαγγελματικές εγγυήσεις;
Ξεκινάω να κάνω τα πρώτα μου βήματα παντού, διότι δεν είχα τίποτα. Μέχρι τότε έβγαζα το ψωμί μου ως σχεδιαστής (interior designer) σε αρχιτεκτονικά γραφεία. Σκέφτηκα να ξαναπάω εκεί ή να διδάξω σε σχολές. Αλλά για τη σκηνογραφία και το θέατρο στην Ελλάδα δεν με ήξερε κανένας. Αποφάσισα να πάω να βρω ανθρώπους που σέβομαι, να τους δείξω τη δουλειά μου, να μου πουν αν έχει νόημα.
Να τους ρωτήσω στα ίσα: «Ακούστε με, γιατί θα μεγαλώσω ένα παιδί, μη με στείλετε στον Καιάδα. Αν θεωρείτε ότι είμαι ψωνάρα ή ότι δεν το έχω, πείτε το μου να μην επιμείνω». Συνάντησα τον Πετρόπουλο – τον περίφημο σκηνογράφο – καθώς και τον Θόδωρο Τερζόπουλο στο θέατρο Αττις, αλλά και τον Τσελέντη. Δεν είχαμε ατζέντηδες τότε. Είπα απλώς: «Γεια σας, ονομάζομαι Πάρις Μέξης, έχω σπουδάσει σκηνογραφία και σκηνοθεσία στο Saint Martins και θέλω να σας μιλήσω». Δεν με ήξεραν. Προς τιμήν τους, και οι τρεις δέχτηκαν ένα άγνωστο παιδάκι. Ηθελα να μάθω αν έχω κάποιον λόγο ύπαρξης μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Γιְ’ αυτό πήγα σε ανθρώπους που κινούνταν στη δική μου «σφαίρα», οι οποίοι ήταν υπεράνω πάσης υποψίας. Δεν έψαχνα μια απλή ενθάρρυνση, αλλά τη διαβεβαίωση ότι μπορώ να μείνω. Και το μήνυμα που μου έδωσαν ήταν απόλυτα θετικό. Μου είπαν: «Ναι, τρέχα!».
Αυτές οι συναντήσεις λειτούργησαν ως επιβεβαίωση για τη συνέχεια;
Δεν θεωρούσα ποτέ ότι ένας μόνο άνθρωπος θα μου έδινε το «χρίσμα». Ηταν ένας συνδυασμός. Θα σου αναφέρω όμως κάτι που έζησα αργότερα με τον Στέφανο Λαζαρίδη. Ημουν βοηθός του στο Λονδίνο. Οταν έφυγα, μου είχε πει: «Πού πας; Στην Αθήνα δεν έχεις τίποτα να κάνεις». Χρόνια μετά, ο Στέφανος ήταν στην Αθήνα πια και ήξερε ότι θα πεθάνει. Με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει: «Εχω κάτι πράγματα για σένα, έλα να στα δώσω». Πάω εκεί και μου δείχνει ένα σακβουαγιάζ γεμάτο με όλες τις σημειώσεις και τις μελέτες του για έργα που δεν είχε προλάβει να κάνει. Παραδοσιακή, βαθιά έρευνα προ Ιντερνετ. Του λέω: «Στέφανε, αυτά είναι θησαυρός, αλλά δεν έχουν γίνει!». Μου απαντάει: «Δεν τα θέλω, πάρ’ τα εσύ». Για εμένα αυτό ήταν ένα τεράστιο δώρο.
Πώς συνδέεται όλη αυτή η πορεία με τον τρόπο που βλέπετε πλέον την τέχνη και τη δημιουργία;
Ολος ο πολιτισμός, η ανθρώπινη δημιουργία και η τέχνη είναι μια σκυταλοδρομία. Αυτή είναι η θεώρησή μου. Δεν μας έχει ανάγκη η τέχνη, εμείς την έχουμε ανάγκη. Θα σου πω μια ιστορία για τον Miles Davis που αναφέρω συχνά: Σε μια συναυλία, ο Herbie Hancock παίζει κατά λάθος μια εντελώς λάθος νότα στο πιάνο. Ο Miles Davis, αντί να κολλήσει στο λάθος, παίζει αμέσως μια άλλη νότα που κάνει τη λάθος νότα του Hancock να ακούγεται απόλυτα σωστή!
Ο Davis δεν είδε το λάθος ως αποτυχία, αλλά ως ένα γεγονός. Αυτό είναι όλη η ζωή. Το σφάλμα, ο ανασχηματισμός, ο χωρισμός, η αρρώστια είναι απλώς συμβάντα. Το θέμα είναι πώς θα διαβάσεις το γεγονός και πώς θα παίξεις τη «σωστή νότα» μετά. Ολοι αυτοί οι ανασταλτικοί παράγοντες ή οι ανατροπές της ζωής μου δεν με πήγαν εκεί που ήθελα ή περίμενα, αλλά με εξέθρεψαν σε αυτό που είναι στην πραγματικότητα η ζωή μου: μια συναρπαστική διαδρομή, όπου τα πράγματα αλλάζουν διαρκώς. Οπως λέει κι ο λαός, «όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελάει». Ε, εγώ είμαι ακόμα εδώ, πίνω καφέδες, αγαπάω, δημιουργώ…
Comments are closed.