- Advertisement -

Βασίλης Φθενάκης στα ΝΕΑ: «Να βάλουμε στην εκπαίδευση ευ ζην και ήθος»

Βασίλης Φθενάκης στα ΝΕΑ: «Να βάλουμε στην εκπαίδευση ευ ζην και ήθος»
4

- Advertisement -

Η συζήτηση ξεκινά αμέσως, χωρίς ιδιαίτερη εισαγωγή. Ο καθηγητής Βασίλης Φθενάκης μπαίνει κατευθείαν στο θέμα. Με έναν λόγο χειμαρρώδη. Σαν να βιάζεται να προλάβει τις εξελίξεις που έρχονται με ρυθμό και ταχύτητα πρωτόγνωρη, άγνωστη μέχρι σήμερα.

«Η γενιά Α, τα παιδιά που γεννήθηκαν το διάστημα 2010-2024, ήταν η καλύτερα εκπαιδευμένη γενιά που είχαμε ποτέ μέχρι σήμερα», λέει. «Αλλά οι γενιές Β και Γ, τα παιδιά που θα γεννηθούν την περίοδο 2025-2055, θα ζήσουν σε μία ριζικά διαφορετική κοινωνία από τη σημερινή. Σε μια κοινωνία που θα χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη του αναλογικού με τον ψηφιακό κόσμο. Αρα, πρέπει να αναθεωρήσουμε όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα και να τα αναπροσαρμόσουμε στη νέα πολυπλοκότητα». Την πολυπλοκότητα της ψηφιακής επανάστασης στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.

Η συνάντησή μας έγινε στο Μόναχο, την έδρα του, στην οποία επιστρέφει κάθε φορά μετά τα επαγγελματικά του ταξίδια σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Από την εποχή που ήταν διευθυντής του Ινστιτούτου Προσχολικής Παιδαγωγικής στο Μόναχο (1975-2002) και στη συνέχεια καθηγητής Ανθρωπολογίας και Ψυχολογίας της Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο του Μπότσεν (2002-2010), ο Βασίλης Φθενάκης ήταν και παραμένει αυθεντία σε θέματα εκπαιδευτικών συστημάτων προσχολικής ηλικίας και οικογένειας.

Αφορμή για τη συνάντησή μας στo καφέ – εστιατόριο του Literaturhaus στο κέντρο του Μονάχου, δίπλα στην ιστορική Salvatorkirche – τον γοτθικό ναό που ο πατέρας του Οθωνα, Λουδοβίκος Α΄, είχε παραχωρήσει στους Ελληνες και από τον 19ο αιώνα λειτουργεί ως ορθόδοξος ναός –, ήταν το νέο βιβλίο του με τίτλο «Εκπαίδευση για την ψηφιακή εποχή – Προκλήσεις και προοπτικές για τα εκπαιδευτικά συστήματα του 21ου αιώνα» (Bildung für die digitale Aera, Verlag Herda, Freiburg im Breisgau, 2026). Είναι ένα μνημειώδες έργο 500 σελίδων, στο οποίο περιγράφει την ιστορική εξέλιξη των παιδαγωγικών συστημάτων, τις θεωρητικές βάσεις, τους δομικούς τους μετασχηματισμούς. Παραθέτει τις σύγχρονες αναζητήσεις για τη σχέση τεχνολογίας – εκπαίδευσης, αναλύει τις τεκτονικές αλλαγές που φέρνουν η ψηφιακή επανάσταση και η τεχνητή νοημοσύνη.

«Μέχρι σήμερα αντιλαμβανόμασταν τον κόσμο με τη βοήθεια των πέντε αισθήσεων. Αλλά αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να λειτουργήσει πια», λέει. «Οι τεχνολογίες διευρύνουν τον μαθησιακό ορίζοντα, δίνουν πρόσβαση σε γνώση και φαινόμενα που ήταν απρόσιτα στις αισθήσεις μας». Πριν από 15 χρόνια, σημειώνει, το ζητούμενο ήταν ένα εκπαιδευτικό μοντέλο, η ιδιοσυστασία του οποίου ήταν να εντάξει τις τεχνολογίες στο εκπαιδευτικό σύστημα με έναν διπλό σκοπό: αφενός να μορφωθούν τα παιδιά έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιήσουν αργότερα τις τεχνολογίες. Αφετέρου να βελτιωθεί η ποιότητα της μαθησιακής διαδικασίας και να αναπτυχθεί ένα καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα.

Στο μεταξύ, όμως, με την εξέλιξη των τεχνολογιών προέκυψε ένας νέος προβληματισμός: η παραγωγή γνώσης γίνεται χωρίς τη συμμετοχή του ατόμου, και μάλιστα πολύ γρηγορότερα, εντάσσοντας περισσότερα γνωστικά πεδία και λαμβάνοντας αποφάσεις με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτή η εξέλιξη τροφοδότησε τον φόβο αυτονόμησης των τεχνολογιών, σε σημείο που δεν θα μπορούν πλέον να ελέγχονται από τον άνθρωπο. Αυτό είναι ένα σημείο καμπής. Είναι «η αρχή μιας αλλαγής προοπτικής», λέει ο καθηγητής.

Οι τεχνολογίες δεν πρόκειται να βγουν από το εκπαιδευτικό σύστημα, ούτε είναι αυτό το ζητούμενο. Αλλά «εμείς πρέπει να ενισχύσουμε τα άτομα, ώστε να είναι ικανά να ελέγχουν τις τεχνολογίες, να παίρνουν αυτόνομα αποφάσεις, εάν, πότε, πού, για ποιο σκοπό και με ποιον τρόπο θα τις χρησιμοποιήσουν». Χαρακτηρίζει αυτή την καμπή «ανθρωποκεντρική στροφή», η οποία δίνει στα εκπαιδευτικά συστήματα μία πρόσθετη αποστολή: «Οχι μόνο να αναπτύξουν, να μορφώσουν και να εκπαιδεύσουν το άτομο, αλλά να το εκπαιδεύσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί ικανό να διαμορφώσει την κοινωνία και να το κάνει με τρόπο υπεύθυνο. Και πάντα με γνώμονα μια κοινωνία αξιών, μια ανθρωπιστική κοινωνία».

Ολα αυτά, καλά και ωραία. Αλλά πώς μετουσιώνονται σε πράξη στο εκπαιδευτικό σύστημα μιας χώρας; Η απάντηση είναι το «μοντέλο της συνδόμησης», για το οποίο ο καθηγητής Φθενάκης μιλάει με ιδιαίτερη θέρμη. «Είναι η πιο σύγχρονη αντίληψη οργάνωσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ένα μοντέλο που εντάσσει διαλεκτικά σ’ αυτήν τα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς ως “συνδημιουργούς” στη νέα εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από την αλληλουχία του αναλογικού και του διαδικτυακού κόσμου».

Το εκπαιδευτικό σύστημα, λέει, «πρέπει να προετοιμάζει τα παιδιά για την ανάπτυξη σχέσεων όχι μόνο με τα φυσικά άτομα του περιβάλλοντός τους, αλλά και με τις υπάρχουσες τεχνολογίες». Διότι οι τεχνολογίες παύουν να είναι ένα εργαλείο μάθησης και γίνονται «συνδημιουργός του μαθησιακού γίγνεσθαι». Κι αυτό, λέει, έχει «επαναστατική διάσταση, διότι αλλάζει την κοινωνία».

Ο ανθρωπολόγος καθηγητής αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ως «αναπαλαιωτή διατηρητέων μνημείων». Κρατάει την πρόσοψη, αλλάζει όμως πλήρως το εσωτερικό του, το περιεχόμενο του εκπαιδευτικού συστήματος.

12 τομείς ικανοτήτων

Με το βιβλίο του πραγματεύεται τη μετεξέλιξη του εκπαιδευτικού συστήματος για τις γενιές Β και Γ μέχρι το 2055, τόσο στη θεωρητική του βάση (από την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων, στη συμπερίληψη των τεχνολογιών), όσο και στην αλλαγή αναλυτικών προγραμμάτων, με έμφαση στις συναισθηματικές και κοινωνικές ικανότητες: κριτική σκέψη, επικοινωνιακή ικανότητα, συνεργατική ικανότητα, ανθεκτικότητα, οικονομική διαχείριση και οπωσδήποτε ψηφιακή ικανότητα. Συνολικά 12 τομείς ικανοτήτων, οι οποίες θα πρέπει να μπουν στο επίκεντρο κάθε μεταρρύθμισης του εκπαιδευτικού συστήματος. Η πρόβλεψή του είναι ότι στο μέλλον θα αποκτήσουν όλο και σημαντικότερο ρόλο οι συναισθηματικές και κοινωνικές ικανότητες.

«Η συνδόμηση και παιδαγωγική του διαλόγου είναι το μόνο συμπεριληπτικό μοντέλο που καθιστά κάθε παιδί συνδημιουργό», λέει ο Φθενάκης. Το εφάρμοσε ο ίδιος, όταν ανέλαβε την αποστολή να μεταρρυθμίσει το εκπαιδευτικό σύστημα για το νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο στο γερμανικό κρατίδιο της Εσσης – στη Γερμανία η εκπαίδευση είναι στην ευθύνη των ομόσπονδων κρατιδίων. Για τη μεταρρύθμιση εκείνη ενιαιοποίησε τις βαθμίδες προσχολικής και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης εστιάζοντας στο παιδί, το οποίο θα πρέπει να περνά αβίαστα από τη μία βαθμίδα στην άλλη.

Εισήγαγε επίσης την «αρχή της συνδόμησης», με τον επαναπροσδιορισμό της μάθησης. «Η μάθηση δεν είναι υποκειμενικό θέμα, αλλά είναι κοινωνικό φαινόμενο», λέει ο Φθενάκης, «η ανάπτυξη του παιδιού συντελείται στα πλαίσια μιας αλληλεπίδρασης» με τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς. Για αυτό και είχε πάνω από 200 συναντήσεις με εκπαιδευτικούς και γονείς, και εφάρμοσε ένα κοινό πρόγραμμα μετεκπαίδευσης για 50.000 εκπαιδευτικούς.

Στην εφαρμογή του προγράμματος συμπεριέλαβε όχι μόνο τους γονείς και την εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά και τους αρμόδιους διοικητικούς φορείς, τους εκπροσώπους της τοπικής κυβέρνησης της Εσσης, συνομίλησε με όλα τα πολιτικά κόμματα της τοπικής Βουλής. «Οι εκπαιδευτικοί το ενστερνίστηκαν το πρόγραμμα της μεταρρύθμισης, ενώ οι πολιτικοί αντιλήφθηκαν ότι γίνεται κάτι, το οποίο διαμορφώνουν όλοι μαζί, είναι όλοι συνυπεύθυνοι». Ετσι διασφαλίστηκε η μακροπρόθεσμη σταθερότητα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. «Εκτοτε άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, αλλά καμία δεν πείραξε το πρόγραμμα, αντίθετα έρχονται και με ρωτούν πώς μπορούμε να το βελτιώσουμε», λέει.

Και η κεντρική πολιτική ηγεσία, ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ παλαιότερα και στη συνέχεια η Ανγκελα Μέρκελ, έτειναν ευήκοον ους για τις προτάσεις και απόψεις του ειδικά σε θέματα προσχολικής αγωγής. Θυμάται την πρόσκληση του Σρέντερ να μιλήσει αυστηρά για μία ώρα σε ειδική σύσκεψη, η οποία κράτησε τελικά διπλάσιο χρόνο.  Στο σημείο αυτό της συζήτησης δεν μπορούσα να μην αντιτάξω το παράδειγμα της Ελλάδας, που βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της μεθόδου, με τις συνεχείς παρεμβάσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα έπειτα από κάθε αλλαγή υπουργού Παιδείας. «Η εμπειρία μου λέει ότι η εκπαίδευση χρειάζεται μακροχρόνιο σχεδιασμό σε υπερκομματική βάση. Και δυστυχώς είναι αυτά που λείπουν στην Ελλάδα», λέει ο Φθενάκης. Ειδικά για την Ελλάδα η σύστασή του είναι: «Εστιάστε στους γονείς, όχι στα παιδιά». Οχι μόνο στον τρόπο, αλλά και στο περιεχόμενο μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ψηφιακής εποχής, «η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί από τη γνώση και τις εμπειρίες άλλων χωρών».

Μεταρρύθμιση 6.0

Αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία στη σημερινή συγκυρία, στην οποία ζητούμενο είναι η αλλαγή ολόκληρου του εκπαιδευτικού συστήματος και όχι απλές διορθωτικές παρεμβάσεις: είναι η μεταρρύθμιση 6.0. Υπάρχουν παραδείγματα χωρών που το έχουν κάνει πράξη. Στο βιβλίο του o Φθενάκης αναφέρει πέντε χώρες που έχουν περάσει τέτοιες μεταρρυθμίσεις: Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Ταϊβάν, Ιαπωνία, Νότια Κορέα – όλες ασιατικές χώρες, οι οποίες καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις στο διεθνές πρόγραμμα PISA για την αξιολόγηση των μαθητών. Βάση της συνδημιουργίας είναι ο διάλογος, με την ανάπτυξη σκέψεων, την αναζήτηση λύσεων. Και ο διάλογος, για να είναι επιτυχής, χρειάζεται την παιδαγωγική του διαλόγου, σημειώνει ο καθηγητής.

«Το μοντέλο της συνδόμησης είναι το μόνο συμπεριληπτικό μοντέλο που ξέρουμε», λέει, «διότι κάθε παιδί καλείται να εκφράσει τις σκέψεις του, να γίνει συνδημιουργός. Είναι ένα μοντέλο που στηρίζεται στη διανθρώπινη αναγνώριση της αξίας και δεν απορρίπτει αλλά αξιοποιεί τη διαφορετικότητα. Επιστημονικές μελέτες μάς δείχνουν σήμερα ότι η συνδόμηση φέρνει υψηλότερη ποιότητα μαθησιακής διαδικασίας και μεγαλύτερη ικανοποίηση». Για αυτό και η σύστασή του: «Αλλάξτε τη σχέση δασκάλου – παιδιού, αλλάξτε την ποιότητα του έργου που παράγεται μέσα στο σχολείο».

Εύλογο, λοιπόν, για τον καθηγητή Παιδαγωγικής Φθενάκη να είναι αντίθετος σε παραδείγματα απαγορευτικών περιορισμών, όπως αυτό που εφάρμοσε η Αυστραλία και αντίστοιχα μέτρα που συζητούνται σε πολλές άλλες χώρες. «Δεν πρέπει να εργαστούμε με απαγορεύσεις, αλλά να εντάξουμε τις τεχνολογίες στη μαθησιακή διαδικασία», λέει. «Η εφαρμογή τους σε παιδιά 4, 5, 6 ετών έδειξε ότι δεν είχαμε κανένα απολύτως πρόβλημα. Ειδικά για την ψηφιακή ικανότητα πρέπει να αρχίσουμε από τα 2 χρόνια. Διότι ήδη στην ηλικία αυτή το παιδί έχει αντιγράψει την ψηφιακή κουλτούρα των γονέων του».

Στο κεφάλαιο που αφορά τις νέες τεχνολογίες δείχνει ότι η χρήση κοινωνικών ρομπότ και τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει εντελώς το εκπαιδευτικό σύστημα. Παράδειγμα, η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας προσφέρεται καλύτερα από το κοινωνικό ρομπότ, που έχει χρόνο, έχει υπομονή, είναι διαθέσιμο 24 ώρες το 24ωρο και προπαντός έχει καλή ποιότητα γλώσσας, που δεν προσφέρουν πάντα όλοι οι παιδαγωγοί. Η Φινλανδία εφαρμόζει ήδη ένα τέτοιο πρόγραμμα που προσφέρει 23 γλώσσες σε εξαιρετική ποιότητα.

Με τις νέες τεχνολογίες απαλλάσσονται οι παιδαγωγοί από εργασίες ρουτίνας και μπορούν να εστιάσουν κατεξοχήν στην αλληλεπίδραση με το παιδί. «Η τεχνητή νοημοσύνη μάς βοηθάει να εξατομικεύσουμε τη μαθησιακή διαδικασία».

Με τις νέες τεχνολογίες εισάγεται και μία άλλη φιλοσοφία της αξιολόγησης. «Η αξιολόγηση δεν πρέπει να είναι τιμωρητικό εργαλείο, αλλά αναπτυξιακό. Το παιδί δεν είναι πλέον αντικείμενο του εργαλείου, αλλά δίνεται στο παιδί η δυνατότητα της αυτοαξιολόγησης». Και μέσα από αυτή βελτιώνεται το ίδιο.

Δεν φοβάται ότι ο άνθρωπος θα γίνει υποχείριο των νέων τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης; «Οχι», απαντά αμέσως. «Αυτό ακριβώς θέλουμε να εμποδίσουμε. Και μπορούμε να το καταφέρουμε. Αλλά πρέπει να αρχίσουμε από το νηπιαγωγείο και την προσχολική ηλικία. Είναι αργά να αρχίσουμε από το σχολείο. Ειδικά για την ανάπτυξη των ψηφιακών ικανοτήτων, η αρχή πρέπει να γίνει ήδη από τα 2 χρόνια, διότι σε αυτή την ηλικία περνάει στο παιδί η ψηφιακή κουλτούρα των γονέων, αυτό που κάνει το παιδί είναι η αντιγραφή της συμπεριφοράς των γονέων».

Και είναι αισιόδοξος. Πιστεύει ακράδαντα ότι και στο μέλλον ο άνθρωπος θα είναι εκείνος ο οποίος θα ορίζει τα κριτήρια με τα οποία θα προσδιορίζονται η ευτυχία και η ποιότητα ζωής. Οι τεχνολογίες θα προσδιορίζουν τη διαδικασία που θα οδηγεί στην επίτευξη των στόχων. «Πρέπει να βάλουμε στο εκπαιδευτικό σύστημα δύο βασικές κατευθυντήριες γραμμές: το ευ ζην και το ήθος. Το ευ ζην, διότι πρέπει να δώσουμε στο άτομο όλες τις δυνατότητες για να μπορεί να είναι επιτυχημένο και ευτυχισμένο στο σύστημα όπου ζει. Αλλά να του δώσουμε και τη συνευθύνη για τη δόμηση της κοινωνίας», λέει ο καθηγητής. Το ιδανικό πάντρεμα της προσωπικής με την κοινωνική ευθύνη.

- Post Down -

Comments are closed.