- Advertisement -

Ψυρρή: Από τα τσαγκαράδικα και τα εργαστήρια στα Airbnb και τα μπαρ – Οι τελευταίοι τεχνίτες θυμούνται μια άλλη ζωή

Ψυρρή: Από τα τσαγκαράδικα και τα εργαστήρια στα Airbnb και τα μπαρ – Οι τελευταίοι τεχνίτες θυμούνται μια άλλη ζωή
5

- Advertisement -

Περπατώντας στη γειτονιά του Ψυρρή, «ακούς» ήχους που δεν συναντάς πλέον εύκολα στο κέντρο της πόλης. Τα μικρά σφυράκια των καλφάδων που χτυπούσαν πάνω στο μάρμαρο.

Τις πόρτες των εργαστηρίων που άνοιγαν από νωρίς το πρωί. Τους τεχνίτες που έφτιαχναν παπούτσια, τσάντες και βαλίτσες. Τους ράφτες, τους δερματέμπορους, τους πιλοποιούς. Και τη φασαρία στα μαγαζάκια που, με τα υλικά τους, τροφοδοτούσαν ολόκληρη την παραγωγή της Αθήνας.

Σήμερα, η περιοχή έχει γίνει μία από τις πιο δημοφιλείς της πόλης. Εστιατόρια, μπαρ και διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης έχουν αλλάξει δραστικά την παλιά της εικόνα: τα ενοίκια εκτοξεύτηκαν, το κινεζικό εμπόριο επελαύνει και οι παλιές γενιές εγκαταλείπουν τη γειτονιά μαζί με τα παραδοσιακά καταστήματά τους.

Πίσω, όμως, από την τουριστική βιτρίνα παραμένουν ακόμη κάποιοι που θυμούνται ένα άλλο Ψυρρή. Ενα Ψυρρή με χωματόδρομους, κοινόχρηστες αυλές, μικρά σπίτια, αποθήκες και εργαστήρια. Μια γειτονιά όπου κάθε δρόμος είχε τη δική του ταυτότητα.

Τις φωνές αυτών των ανθρώπων προσπαθεί να καταγράψει, πριν χαθούν για πάντα, η MONUMENTA. Με ένα ερευνητικό πρόγραμμα που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2026, επικεντρώνεται στη συλλογή και καταγραφή προφορικών μαρτυριών για κτίρια που χτίστηκαν τον 19ο και τον 20ό αιώνα στις γειτονιές του Ψυρρή και του Κολωνού στην Αθήνα και της Αγίας Τριάδας στον Πειραιά, και παράλληλα καταγράφει τις ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν σε αυτά.

«Τα γραφεία της MONUMENTA εδώ και οκτώ χρόνια βρίσκονται στην οδό Παλλάδος και έτσι σχετιζόμαστε και εμείς άμεσα με τη γειτονιά του Ψυρρή. Είναι το δεύτερο σπίτι μας», λέει η Ειρήνη Γρατσία, επικεφαλής της MONUMENTA. «Καθημερινά μιλάμε με τους εργαζομένους, τους ιδιοκτήτες των παλιών καταστημάτων, των εργαστηρίων που έχουν απομείνει. Βλέπουμε να φεύγουν από τη γειτονιά μας τα παλιά καταστήματα είτε λόγω συνταξιοδότησης είτε λόγω των υψηλών ενοικίων. Βλέπουμε την έντονη αλλαγή με την κυριαρχία του Airbnb και των χώρων εστίασης και ψυχαγωγίας».

Ετσι γεννήθηκε η ανάγκη να ακουστούν οι άνθρωποι του Ψυρρή. Να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους. «Και να καταγράψουμε την ιστορία τους, που είναι η ιστορία της περιοχής», προσθέτει η Ειρήνη Γρατσία.

Οι Ναξιώτες και το μπαουλάδικο

Πριν από μερικά χρόνια υπήρχε ακόμη εκεί ένα από τα τελευταία μπαουλάδικα των Βαλκανίων, το μπαουλάδικο του Γιώργου Νικολάου. Και παρακάτω, οι Ναξιώτες, καθώς του Ψυρρή ήταν η γειτονιά των Ναξιωτών. «Στη γωνία υπήρχε ένα καφενεδάκι διώροφο. Γλένταγαν εκεί οι Ναξιώτες. Από το Σάββατο που φεύγαμε συγκεντρώνονταν με λουκούμι, με τσιπουράκι και τους βρίσκαμε τη Δευτέρα το πρωί πάλι εδώ. Φέρνανε τα βιολιά, ήταν μερακλήδες, χορεύανε από το Σάββατο ως τη Δευτέρα και το πρωί πήγαιναν στις δουλειές τους», είπε στη MONUMENTA ο Γιώργος Νικολάου.

Το 1960 στη Στοά Καΐρη ο Θεοχάρης Αμπατζόγλου άνοιξε ένα κατάστημα στο οποίο κατασκεύαζε μόνος του πλαστικές σακούλες και 13 χρόνια μετά το μετέφερε στην οδό Αγίας Ελεούσης 10, δίπλα στο Κακουργοδικείο, όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα. Μιλώντας στη Monumenta ο ίδιος ξεδίπλωσε την ιστορία μισού και πλέον αιώνα: από τον Ταύρο στου Ψυρρή, από τα βυρσοδεψεία και τα εργαστήρια, σε μια άλλη εποχή τόσο διαφορετική πια. Το κατάστημα συνεχίζει να προμηθεύει είδη συσκευασίας και να δίνει ζωή στη γειτονιά του Ψυρρή, με τα παιδιά του να έχουν αναλάβει την επιχείρηση

Ο Νίκος Παναγιώτου γεννήθηκε το 1956 και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στην οδό Παλλάδος 20. Ο πατέρας του είχε παλαιοπωλείο στην πλατεία του Ψυρρή. «Χωματόδρομος ήταν η Παλλάδος», θυμάται. «Βιοτεχνική περιοχή. Υπήρχε δίπλα από το μαγαζί του πατέρα μου η αποθήκη του Μεϊμαρίδη, που είχε το Ακρον Ιλιον Κρυστάλ στην Αιόλου, πολύ διάσημο στην εποχή του. Υπήρχαν κάτι εισαγωγείς που φέρνανε πολυελαίους και κρύσταλλα Βοημίας, άλλοι από την Τσεχία, άλλοι από την Αυστρία. Υπήρχαν εργαστήρια ηλεκτρολόγων και πολλοί δερματέμποροι».

Το παλαιοπωλείο του πατέρα του είχε μια κοινόχρηστη αυλή στην πίσω πλευρά. «Ηταν κάποια δωματιάκια που τα νοικιάζανε εργένηδες ή άνθρωποι που έρχονταν από την επαρχία για να εργαστούν στην Αθήνα. Μπροστά υπήρχαν τρία – τέσσερα μικρά μαγαζάκια», είχε αφηγηθεί ο Ν. Παναγιώτου.

Ο Νάσος Βεργάδος ήρθε στην Αθήνα τη δεκαετία του 1950 και εργάστηκε ως κόφτης ρούχων. Γνώρισε από κοντά τη λειτουργία των βιοτεχνιών ένδυσης και τη δεκαετία του 1990 άνοιξε τη δική του βιοτεχνία γυναικείων ενδυμάτων στην οδό Αγίου Δημητρίου, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. «Μπαίνανε 100 άτομα την ημέρα στις βιοτεχνίες, προμηθευτές και αγοραστές. Τώρα ησυχία», λέει.

Η φράση του συμπυκνώνει μια ολόκληρη αλλαγή. Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που αντιστέκονται. Νέοι άνθρωποι που, σε πείσμα των καιρών και με μεγάλο προσωπικό αγώνα, επιμένουν ακόμη στου Ψυρρή. Οχι χωρίς κόστος.

Η Κατερίνα Μιναδάκη, στην οδό Μιαούλη 9, είναι μία από αυτούς. Μπήκε στο οικογενειακό μαγαζί το 1990, ένα δημιούργημα του πατέρα της, ο οποίος είχε έρθει από την Κρήτη και έφτιαχνε ζώνες και πορτοφόλια. Σιγά σιγά έμαθε και την τέχνη της τσάντας. «Τα δέρματα προέρχονταν όλα από του Ψυρρή και τις γύρω γειτονιές», λέει. «Η περιοχή ήταν γεμάτη από δερματάδικα. Τώρα βέβαια, σιγά σιγά, όλα κλείνουν». Κι όμως, η ίδια εξακολουθεί να προμηθεύεται από την περιοχή, από ένα από τα λίγα που έχουν απομείνει, το κατάστημα του Καρανάσιου στη Μιαούλη 18.

Οι άνθρωποι που μιλούν στη MONUMENTA γίνονται τα «ζωντανά αρχεία» μιας πόλης που μεταμορφώνεται. Του Ψυρρή άλλαξε πολλές φορές χαρακτήρα. Οι δρόμοι του άλλαξαν, τα κτίρια άλλαξαν, οι άνθρωποι που έμεναν και εργάζονταν σε αυτά λιγόστεψαν. Η βιοτεχνία υποχώρησε, τα παλιά καταστήματα έκλεισαν, οι αυλές και τα μικρά σπίτια χάθηκαν. Οσο όμως υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται ακόμη τους χωματόδρομους, τις αυλές, τα εργαστήρια και τους ήχους τους – άνθρωποι που έφτασαν στου Ψυρρή μια άλλη εποχή, εργάστηκαν, έφτιαξαν οικογένειες, άνοιξαν μαγαζιά, έμαθαν τέχνες και κράτησαν για δεκαετίες ζωντανή μια γειτονιά –, ίσως κάτι μπορεί να σωθεί. Οχι η γειτονιά όπως ήταν, αλλά η μνήμη της.

Οι μαρτυρίες που καταγράφει η MONUMENTA θα αποτελέσουν τμήμα ενός ευρύτερου αρχείου προφορικής ιστορίας, ενώ το ερευνητικό πρόγραμμα «Συλλέγοντας ιστορίες ιστορικών κτιρίων με τη συνεργασία της τοπικής κοινωνίας σε γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά» υλοποιείται με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου.

Παλλάδος, ο δρόμος των τσαγκάρηδων

Ο Ηλίας Μπαρμπαλιάς ήταν επτά ετών όταν άρχισε να εργάζεται στο κατάστημα με τις αρβύλες του πατέρα του, στην οδό Ηφαίστου. Το πρωί στη δουλειά, το βράδυ στο νυχτερινό Γυμνάσιο «Σχολή Εμποροϋπαλλήλων», που στεγαζόταν μαζί με το 9ο Γυμνάσιο στο Μέγαρο Κουμουνδούρου, πριν κατεδαφιστεί.

Η ζωή του είναι δεμένη με τα υλικά των παπουτσιών και των τσαντών. Τη δεκαετία του ‘70 δημιούργησε το δικό του κατάστημα στην Αγίας Ελεούσης 2, δίπλα στο Κακουργοδικείο. Αργότερα, μεταφέρθηκε στην Παλλάδος 32, όπου συνεχίζει να προμηθεύει τις βιοτεχνίες με τα μεταλλικά στοιχεία για τσάντες και υποδήματα. Κάποτε δεν ήταν μόνος.

Η Παλλάδος ήταν ένας δρόμος με τσαγκαράδικα, καταστήματα με δέρματα και υλικά για δερμάτινα είδη, με βασικούς πελάτες βιοτεχνίες από πολλές περιοχές της Αθήνας. Οπως λέει ο ίδιος έχει δει πολλούς από τους παλιούς καταστηματάρχες να φεύγουν. Η δουλειά μειώθηκε περισσότερο μετά την πανδημία. Και η γειτονιά άλλαξε.

«Οι διάσημες κλωστές του Γιάγκου»

Αν υπάρχει ένας ήχος που έχει μείνει στη μνήμη του Παναγιώτη Μιχόπουλου, είναι ο ήχος των παλιών τεχνιτών. «Ο ήχος που κυριαρχεί στη μνήμη μου είναι τα σφυράκια από τα γυρίσματα που έκαναν σε εμάς εδώ οι καλφάδες», λέει. «Ακουγόταν αυτός ο θόρυβος από τις 6.30-7.00 το πρωί που ερχόμασταν για δουλειά». Η σχέση του με τη γειτονιά ξεκίνησε απ’ όταν ήταν παιδί.

Τότε που στη Βουλής και στην Περικλέους λειτουργούσαν ραφτάδικα που έφτιαχναν κουστούμια κατά παραγγελία. Εκείνος βοηθούσε τον θείο του που ήταν ράφτης. Και έπειτα η σχέση του με τη γειτονιά συνεχίστηκε. Σήμερα εργάζεται στις περίφημες κλωστές του «Γιάγκου», μια επιχείρηση με ιστορία που ξεκινά το 1917, όταν ο Γιάγκος Χατζηπέτρος, δημιούργησε την επιχείρηση στη Μιαούλη 29.

Το 1985, η επιχείρηση πέρασε στον Κώστα Τσουκαλά. Η αρχική δραστηριότητα ήταν τα μεταξωτά. «Μέχρι τότε όλα τα ράβανε με μετάξι, κυρίως μετάξι με το μέτρο», λέει ο κ. Μιχόπουλος. «Το πολυέστερ και το νάιλον ήρθαν αργότερα, τα έβαλε ο κύριος Κώστας στο τέλος της δεκαετίας του 1970, εισαγωγή από τη Γαλλία». Το 2005 το κατάστημα μεταφέρθηκε – λόγω της μεγάλης πίεσης από τα ενοίκια – στην οδό Παλλάδος 21.

Για πολλά χρόνια, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο, η γειτονιά του Ψυρρή υπήρξε τόπος εγκατάστασης πολλών Ναξιωτών και λειτουργούσε ως τόπος αλληλεγγύης μεταξύ τους. Ο Μανόλης Κρητικός, ιδιοκτήτης καταστήματος στην οδό Αγίας Θέκλας, μίλησε για τη ζωή των Ναξιωτών στη γειτονιά, για τα καφενεία και τα καταστήματα που διατηρούσαν εκεί και για τους Ναξιώτες που έφταναν στην περιοχή, ιδιαίτερα την περίοδο του Πάσχα, για να πουλήσουν αρνιά και τυριά

Οι κλωστές και τα υλικά που διαθέτει απευθύνονται ακόμη σε όσους δουλεύουν με το δέρμα, όμως τα τελευταία χρόνια η επιχείρηση χρειάστηκε να αναζητήσει και νέες χρήσεις για τα προϊόντα της. Ο Παναγιώτης Μιχόπουλος έχει δει τη γειτονιά να αλλάζει δύο φορές.

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. «Εγιναν κάποια πρώτα δειλά έργα να γίνουν πεζόδρομοι. Αυτό βέβαια σκάλωσε αφάνταστα και έγινε μια τελμάτωση απίστευτη, δύο-τρία έτη με μισά έργα, με λάσπη, με μη πρόσβαση».

Οι συνέπειες ήταν βαριές για πολλούς από τους παλιούς επαγγελματίες και κατοίκους. «Αναγκάστηκαν τότε πάρα πολλοί να πουλήσουν όσο όσο και να φύγουν». Υστερα ήρθε η τουριστική ανάπτυξη, τα κτίρια μεταμορφώθηκαν, όμως η γειτονιά έχασε την παλιά της ζωή.

Το τελευταίο πιλοποιείο

Στην οδό Αγίας Ελεούσης 14, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Οι πρέσες, τα καλούπια, οι ψάθινες ταινίες που γαζώνονται, οι χρωματιστές κορδέλες και τα εργαλεία μιλούν για μια τέχνη που κάποτε ήταν μέρος της καθημερινότητας του Ψυρρή.

Σήμερα, το πιλοποιείο της Λίζας Σαρηγιαννίδη μοιάζει με ένα μικρό μουσείο – το οποίο, όμως, εξακολουθεί να λειτουργεί. Το εργαστήριο Savapile συνδέεται με την ιστορία του πατέρα της, Σάββα Σαρηγιαννίδη, ο οποίος άνοιξε το πρώτο του εργαστήριο τη δεκαετία του 1950. Τότε, όπως λέει η Λίζα Σαρηγιαννίδη, τα εργαστήρια του Ψυρρή ήταν σαν μελίσσια, τόσο πολλά. Γεμάτα κίνηση, ανθρώπους και δουλειά. Σήμερα, μεγάλο μέρος εκείνου του κόσμου έχει χαθεί.

- Post Down -

Comments are closed.