- Advertisement -

Από την απαρχή του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, πολλές συνοικίες της Αθήνας, δήμοι της Αττικής και άλλες πόλεις είναι στολισμένες με διαφόρων ειδών καρποφόρα δέντρα. Οι ελιές, οι λεμονιές, αλλά και οι νεραντζιές κάνουν αισθητή την παρουσία τους στα πεζοδρόμια και άλλους κοινόχρηστους χώρους, συνήθως ωστόσο οι καρποί τους κάθε χρόνο βρίσκονται συνήθως… πατημένοι και λιωμένοι στα πλακάκια.
Μπορεί, άραγε, να υπάρξει διαφορετική διαχείριση και να αξιοποιηθούν από τις αρμόδιες Αρχές – και αν ναι, πώς; Απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε (και θέτουν πολλοί) δίνουν δύο μεγάλοι δήμοι της Αττικής, οι οποίοι ήδη αξιοποιούν την «παραγωγή», ενώ και άλλοι φέρεται ότι ετοιμάζονται προκειμένου να κάνουν το ίδιο.
Για να μην αδικήσουμε δε κανέναν, υπάρχουν και δημοτικές Αρχές μακριά από την Αθήνα που δικαίως θεωρούνται πρωτοπόρες σε αυτόν τον τομέα. Οπως της Πάτρας, στην οποία εδώ και μία και πλέον δεκαετία υπάρχει πρόγραμμα συστηματικής συλλογής του καρπού από τα εκατοντάδες ελαιόδεντρα και μετατροπής του σε λάδι – που, στη συνέχεια, μέσω του Κοινωνικού Οργανισμού (ΚΟΔΗΠ), καταλήγει στο κοινωνικό παντοπωλείο και τους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς.
Στη Γλυφάδα…
Ο αντιδήμαρχος Πρασίνου του Δήμου Γλυφάδας Σταύρος Γιακουμάκης περιέγραψε μια πρακτική που εφαρμόζεται ήδη στον δήμο. Οπως ανέφερε, «κάνουμε το λιομάζωμα κάθε χρόνο, γύρω στις αρχές του Αυγούστου. Τις κάνουμε λάδι, το οποίο και πηγαίνουμε στο κοινωνικό παντοπωλείο», λέει, προσθέτοντας πως η ετήσια παραγωγή φτάνει «περίπου 300 με 500 κιλά, ενώ την καλύτερη χρονιά ο δήμος έφτασε να παραγάγει 2,5 τόνους λάδι».
Η πρωτοβουλία αυτή βασίζεται στη συμμετοχή εθελοντών. «Εχω κάνει ένα συνεργείο εθελοντών, μαζεύουμε τις ελιές, βγάζουμε λάδι και το δίνουμε στους ωφελούμενους του κοινωνικού παντοπωλείου», σημείωσε και προσέθεσε πως η ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος είναι πολύ καλή, καθώς «η οξύτητα είναι πολύ χαμηλή». Αναφερόμενος στη δυναμική του εγχειρήματος, ο Στ. Γιακουμάκης επισήμανε ότι η ίδια πρακτική δεν είναι δύσκολο να επεκταθεί και σε άλλους δήμους. «Είναι κάτι που το έχω προτείνει και σε άλλους δήμους και κάποιοι άρχισαν και το κάνουν».
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο ίδιος και στον εκπαιδευτικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης δράσης. Οπως ανέφερε, «φέρνουμε σχολεία, προκειμένου να δουν και να μάθουν. Είναι ωραίο τα παιδιά να έρχονται σε επαφή με την ελιά και τη διαδικασία της παραγωγής» – όπως και με τη λογική του τίποτα δεν πάει χαμένο, συμπληρώνουμε εμείς.
Οσον αφορά τις νεραντζιές, ο αντιδήμαρχος πρότεινε μια εναλλακτική προσέγγιση αξιοποίησης, καθώς οι καρποί τους δεν είναι εύκολα αξιοποιήσιμοι. Ωστόσο, «μπορούμε να τα μπολιάσουμε και να γίνουν λεμονιές ή πορτοκαλιές», λέει χαρακτηριστικά. Μάλιστα, υπογράμμισε ότι «σε ένα δέντρο θα μπορούσαν να υπάρχουν διαφορετικά φρούτα, δημιουργώντας ένα όμορφο σκηνικό».
Παρά τις δυνατότητες, πάντως, ο αντιδήμαρχος Γλυφάδας αναφέρθηκε και στις δυσκολίες, όπως είναι η έλλειψη χεριών. «Δεν υπάρχουν εύκολα εθελοντές. Πριν κάποια χρόνια που ξεκινήσαμε και υπήρχε προβολή από τα κανάλια ο κόσμος ερχόταν, ενώ πλέον είμαστε πολύ λίγοι», μας είπε. Επισήμανε επίσης την ανάγκη θεσμικής υποστήριξης και καλύτερου συντονισμού για ευρύτερη εφαρμογή τέτοιων δράσεων. «Δεν χρειάζονται άλλα έργα βιτρίνας όπως οι δενδροφυτεύσεις, αλλά παροχή βοήθειας από την πολιτεία προς τους δήμους για την αξιοποίηση των καρπών που ήδη υπάρχουν» σημείωσε. Ακόμα, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η αξιοποίηση των καρπών των αστικών δέντρων προσφέρει σημαντικά περιβαλλοντικά και κοινωνικά οφέλη.
…και τον Αλιμο
Παρόμοια διαδικασία και στρατηγική ακολουθεί ο Δήμος Αλίμου, με την υπεύθυνη γεωπόνο του, Βασιλική Μάνθου, να εξηγεί πώς υλοποιείται το πρόγραμμα συλλογής. Και σε αυτή την περίπτωση, το κέντρο βάρους «πέφτει» στα ελαιόδεντρα, ενώ για άλλα καρποφόρα δέντρα, όπως οι νεραντζιές και οι λεμονιές, ακολουθείται διαφορετική διαχείριση.
«Ο δήμος προβαίνει στη συλλογή του ελαιόκαρπου από τα δέντρα που υπάρχουν στους κοινόχρηστους χώρους. Η ποσότητα δεν είναι σταθερή κάθε χρόνο, καθώς υπάρχουν χρονιές με μεγαλύτερη παραγωγή και άλλες με μικρότερη», αναφέρει η Β. Μάνθου. Μετά τη συλλογή, οι ελιές μεταφέρονται σε συνεργαζόμενο ελαιοτριβείο. Εκεί παράγεται το λάδι, το οποίο συσκευάζεται και προσφέρεται – όπως και στη Γλυφάδα – στους δικαιούχους του κοινωνικού παντοπωλείου. «Το λάδι τοποθετείται σε δοχεία του ενός λίτρου και διανέμεται στους πολίτες μέσω του κοινωνικού παντοπωλείου. Η ποσότητα εξαρτάται από την παραγωγή κάθε χρονιάς, καθώς τα δέντρα δεν καρποφορούν πάντα στον ίδιο βαθμό», σημειώνει.
Η Β. Μάνθου τονίζει ότι τα τελευταία χρόνια η κλιματική αλλαγή έχει επηρεάσει τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της παραγωγής, ωστόσο ο δήμος εξακολουθεί να παράγει περίπου έναν τόνο κάθε χρόνο. Παρά τις δυσκολίες, βασικός στόχος παραμένει η συλλογή όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ποσότητας ελιών για κοινωνική αξιοποίηση.
Σχετικά με τις νεραντζιές που βρίσκονται σε πολλά σημεία της πόλης, ο δήμος δεν έχει αναπτύξει οργανωμένη δράση αξιοποίησής τους και επικεντρώνεται κυρίως στην απομάκρυνση των καρπών όταν αυτοί πέφτουν στο έδαφος. «Τα νεράντζια συλλέγονται κυρίως όταν πέφτουν από τα δέντρα και οδηγούνται στη διαδικασία της κομποστοποίησης. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποια δράση αξιοποίησής τους ως προϊόντος», διευκρινίζει η Β. Μάνθου.
Οσον αφορά τις λεμονιές, επίσης δεν υπάρχει οργανωμένη δημοτική συλλογή. Συχνά, οι ίδιοι οι κάτοικοι μαζεύουν τους καρπούς από τα δέντρα που βρίσκονται μπροστά από τις κατοικίες τους. «Τα λεμόνια δεν αξιοποιούνται συστηματικά από τον δήμο, καθώς μια τέτοια διαδικασία απαιτεί διαφορετική οργάνωση. Χρειάζεται προσωπικό για τη συλλογή, κατάλληλος τρόπος συντήρησης και άμεση διάθεση, καθώς πρόκειται για προϊόν που χαλάει γρήγορα», εξηγεί. Η Β. Μάνθου επισημαίνει ότι η επέκταση αντίστοιχων δράσεων και σε άλλα είδη καρπών θα απαιτούσε επιπλέον υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό. Ειδικά για τα λεμόνια, η διαδικασία συλλογής, συσκευασίας, συντήρησης και μεταφοράς στο κοινωνικό παντοπωλείο θα χρειαζόταν ειδικές εγκαταστάσεις, όπως ψυκτικούς χώρους.
Στην Αθήνα, όμως;
Ενώ και στους δύο προαναφερθέντες δήμους υπάρχει σε δράση ένα σχέδιο περισυλλογής και αξιοποίησης ορισμένων καρπών, δεν ισχύει κάτι ανάλογο και για την πρωτεύουσα της χώρας, την Αθήνα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Αποστολόπουλο, αντιδήμαρχο Πρασίνου, «τα τελευταία χρόνια η επιλογή των ειδών των δέντρων στον δήμο γίνεται κυρίως με κριτήρια αστικής αντοχής, σκίασης και κλιματικής βελτίωσης, βιοποικιλότητας, αισθητικής και προσβασιμότητας για τους πεζούς».
Σε ό,τι αφορά την παραγωγή εδώδιμου καρπού όπως οι ελιές, ο ίδιος ισχυρίζεται πως σε αντίθεση με ό,τι ισχύει σε άλλους δήμους, «το κέντρο της Αθήνας είναι επιβαρυμένο από έντονη αστική ρύπανση. Στο παρελθόν είχαν διενεργηθεί αναλύσεις από το Γενικό Χημείο του Κράτους σε δείγματα καρπών ελιάς, τα οποία δυστυχώς δεν κρίθηκαν κατάλληλα για κατανάλωση», τονίζει. Παρ’ όλ’ αυτά, σύμφωνα με τον Γ. Αποστολόπουλο, «υπάρχουν άλση και λόφοι που υφίστανται μικρότερη επιβάρυνση και για τον λόγο αυτό πήραμε πρόσφατα απόφαση να επανεξετάζουμε το ζήτημα. Διενεργήσαμε μάλιστα απογραφή των ελαιόδεντρων, προκειμένου να αποστείλουμε δείγματα από τέτοιους χώρους για να εξεταστούν σχετικά. Σε περίπτωση που αυτά κριθούν κατάλληλα, το επόμενο βήμα θα είναι η διασύνδεση εθελοντικής συγκομιδής με παραγωγή ελαιόλαδου για κοινωνικούς σκοπούς».
Ο ίδιος σημειώνει ότι «με την έναρξη της θητείας μας φυτεύουμε πλέον και λεμονιές, περγαμοντιές, πορτοκαλιές και άλλα εσπεριδοειδή, καθώς η νεραντζιά ήταν παλαιότερη επιλογή». Χαρακτηριστική είναι η μετατροπή της οδού Σολωμού στα Εξάρχεια σε «δρόμο του περγαμόντου» και η δημιουργία ενός μικρού «λεμονοδάσους» με 50 δέντρα στο Κουκάκι (με χορηγία της Amita). «Εξετάζουμε επίσης το “μπόλιασμα” δέντρων νεραντζιάς σε λεμονιές και άλλα εσπεριδοειδή, αν και είμαστε σκεπτικοί, καθώς οι βανδαλισμοί που γίνονται συστηματικά σε δέντρα της πόλης ενδέχεται να καταστρέψουν τη διαδικασία με βάρβαρες κοπές των νέων κλάδων που θα ξεράνουν τα δέντρα», λέει ο Γ. Αποστολόπουλος. Ακόμη κι έτσι, έχει πραγματοποιηθεί ήδη πιλοτικά μερικό «μπόλιασμα» 10 δέντρων νεραντζιάς σε λεμονιές σε συγκεκριμένο δρόμο και επιθυμία του δήμου είναι το σχέδιο να συνεχιστεί.
Η ιστορία των δέντρων στην Αθήνα
Η εικόνα των δέντρων στα πεζοδρόμια της Αττικής, με νεραντζιές γεμάτες καρπούς, «φορτωμένες» ελιές ανάμεσα σε τσιμέντο και λεμονιές σε αυλές και δρόμους, αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της πόλης εδώ και πολλές γενιές.
Η ιστορία ξεκινά τον 19ο αιώνα και συγκεκριμένα το 1834, όταν η Αθήνα έγινε η πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η πόλη σχεδιάστηκε με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα και σε αυτό καθοριστική σημασία είχε το πράσινο και η φύση. Καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του αστικού πρασίνου είχε και η τότε βασίλισσα Αμαλία. Η ίδια, άλλωστε, ίδρυσε τον Εθνικό Κήπο, έναν από τους πρώτους οργανωμένους χώρους πρασίνου της Αθήνας.
Ανάμεσα στα είδη που καλλιεργούνταν συστηματικά ήταν και τα εσπεριδοειδή, όπως οι νεραντζιές, λόγω του γεγονότος ότι προσαρμόζονταν εύκολα στο κλίμα της πόλης. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, ξεκινούν οι πρώτες οργανωμένες φυτεύσεις δέντρων στους δρόμους της Αθήνας, ώστε να υπάρχουν σκιές και χώροι ξεκούρασης. Και εκεί η νεραντζιά επικράτησε ως το βασικό δέντρο των αθηναϊκών δρόμων, λόγω της ανθεκτικότητάς της στην ξηρασία, τη ρύπανση και τις δύσκολες αστικές συνθήκες. Οι καρποί της δεν σαπίζουν εύκολα, περιορίζοντας τα προβλήματα καθαριότητας, ενώ την άνοιξη τα άνθη της χαρίζουν ένα χαρακτηριστικό άρωμα.
Αλλα εσπεριδοειδή όπως οι λεμονιές και οι πορτοκαλιές δεν προτιμήθηκαν εξίσου, καθώς θεωρείται πως είναι πιο ευαίσθητες στο κρύο και απαιτούν περισσότερη φροντίδα. Οι ελιές, από την άλλη, φυτεύτηκαν την ίδια περίοδο κυρίως για συμβολικούς λόγους, ως διαχρονικό σύμβολο της ελληνικής ταυτότητας, όπως και επειδή επίσης έχουν αποδείξει ότι όχι απλώς είναι ανθεκτικές, αλλά ευδοκιμούν στο μεσογειακό κλίμα.
Comments are closed.