- Advertisement -

Λάκης Χαλκιάς: Μια φωνή με καταγωγή

Λάκης Χαλκιάς: Μια φωνή με καταγωγή
3

- Advertisement -

«Ηταν Οκτώβριος του 1973 – η πρώτη χρονιά που συνεργαζόμασταν με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στην ιστορική Μπουάτ “Λήδρα” στην οδό Κέκροπος στην Πλάκα… Το αναφέρω ως περιστατικό γιατί από εκεί ξεκίνησαν πολλά πράγματα για να φτάσουμε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και την πτώση της δικτατορίας». Ηταν ένα στιγμιότυπο της εποχής και της προσωπικής διαδρομής του έτσι όπως την περιέγραφε στο κείμενο που είχε στείλει στα «ΝΕΑ» για το αφιέρωμα των 50 χρόνων από την πτώση της δικτατορίας ο Λάκης Χαλκιάς, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών. Εκείνη η βραδιά που χωρίς να το περιμένει κανείς μετατράπηκε σε σπίθα.

Στα εγκαίνια της σεζόν εκείνο το φθινόπωρο, ο Γιάννης Μαρκόπουλος κι ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού είχαν καλέσει φίλους και όλο το προεδρείο της ΕΦΕΕ. Η παράσταση έκλεισε με το «Πότε θα κάμει ξαστεριά», και μόλις έσβησαν οι τελευταίες νότες, ο κόσμος βγήκε στον δρόμο τραγουδώντας το ίδιο τραγούδι, βαδίζοντας προς το Σύνταγμα. Στην πορεία τους προσχώρησαν κι άλλοι περαστικοί, η συγκέντρωση πήρε διαστάσεις που η αστυνομία δεν πρόλαβε να ελέγξει, κι έτσι οι φοιτητές βρήκαν την ευκαιρία να ταμπουρωθούν στη Νομική Σχολή – η πρώτη ανοιχτή κατάληψη ενάντια στο καθεστώς. Ο ίδιος ο Χαλκιάς θεωρούσε πάντα αυτή τη βραδιά έναν κρίκο στην αλυσίδα γεγονότων που οδήγησαν στο Πολυτεχνείο.

Ο Λάκης Χαλκιάς κατάφερε να καταγραφεί – πέρα από σημαντικός ερμηνευτής – ως ο φύλακας μιας ολόκληρης παράδοσης, φορέας μιας μουσικής ταυτότητας που κουβαλούσε αιώνες πίσω της. Γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 30 Αυγούστου 1943, ως Μιχάλης και ανήκε στην τέταρτη γενιά της οικογένειας Χαλκιά, γιος του θρυλικού κλαρινζή Τάσου Χαλκιά.

Μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στη μουσική από τα εφτά του χρόνια τραγουδούσε ήδη, ενώ έμαθε να παίζει με άνεση κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, τζουρά και ούτι. Εγινε επαγγελματίας μουσικός στα δεκαέξι του χρόνια. Δύο χρόνια αργότερα στην Columbia ηχογράφησε τους πρώτους του δίσκους, με τραγούδια του Θόδωρου Δερβενιώτη και του Κώστα Βίρβου.

Στη δεκαετία του ’60 βρέθηκε δίπλα σε εμβληματικές φιγούρες της ελληνικής μουσικής όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης (τραγούδησε στο σχήμα με τη Μαρινέλλα το 1964 στου Κουλουριώτη, στην παραλία του Μοσχάτου, ενώ υπηρετούσε στην Αεροπορία), η Σωτηρία Μπέλλου, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, αλλά και σε ρεμπέτες όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου και ο Βασίλης Τσιτσάνης. Σε όλη τη διαδρομή του δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες του. Τα καλοκαίρια επέστρεφε στα πανηγύρια με το οικογενειακό συγκρότημα.

Εζησε ανάμεσα στο 1967 και το 1971 στις ΗΠΑ και τον Καναδά, όπου συνεργάστηκε ακόμη και με τον Αντονι Κουίν σε τηλεοπτική μεταφορά του «Ζορμπά» με μουσική Θεοδωράκη. Η επιστροφή του στην Ελλάδα το 1971 σηματοδότησε την πιο καθοριστική συνάντηση της καριέρας του: εκείνη με τον Γιάννη Μαρκόπουλο.

Μέσα από αυτή τη συνεργασία γεννήθηκαν έργα – ορόσημα όπως ο «Στρατής Θαλασσινός» σε ποίηση Σεφέρη, η «Θητεία» του Μάνου Ελευθερίου, οι «Μετανάστες» του Γιώργου Σκούρτη και ο «Θεσσαλικός Κύκλος» του Κώστα Βίρβου. Οι δίσκοι αυτοί κυκλοφόρησαν λίγο πριν και λίγο μετά την πτώση της δικτατορίας και σφράγισαν το πολιτιστικό τοπίο της Μεταπολίτευσης. Το 1974, μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη, τραγουδά στο Carnegie Hall και στο Lincoln Center της Νέας Υόρκης.

«Η φάμπρικα»

Ξεχωριστή θέση στο ρεπερτόριό του κατέχουν οι «Μετανάστες», που ηχογραφήθηκαν λίγο πριν πέσει η χούντα και ακούστηκαν παντού τα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας. Ανάμεσα στα τραγούδια εκείνου του δίσκου, «Η φάμπρικα» έμεινε ως ένα από τα πιο δύσκολα και συνάμα πιο συγκλονιστικά ζεϊμπέκικα του ελληνικού τραγουδιού, χάρη στον τρόπο που ο Χαλκιάς χειριζόταν το μελωδικό του βάρος και στα «τσακίσματα» της φωνής του.

Αν και η φωνητική του δεινότητα την οποία συνέθεσε η άψογη άρθρωση και το πάθος του τον κατέτασσαν στους κορυφαίους ερμηνευτές, επέλεξε να κινηθεί έξω από τις νόρμες της εποχής του. Διατήρησε απόσταση από την προβολή των μίντια, δεν επιζήτησε την καταξίωση του έντεχνου χώρου και δεν προσαρμόστηκε σε κανένα πολιτικό μετασχηματισμό της εξουσίας. Στην απομάκρυνσή του από το προσκήνιο ενδεχομένως να έπαιξε ρόλο και ο σταθερός προσανατολισμός του, η ισόβια στοίχισή του με το ΚΚΕ η οποία αποτυπώθηκε και με τη συμμετοχή του στο ψηφοδέλτιο της Β’ Αθήνας το 2007.

Το 1984 αποφάσισε να μελοποιήσει με τόλμη αποσπάσματα από την «Ιλιάδα» του Ομήρου και εμφανίστηκε στο Ηρώδειο ερμηνεύοντας την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη. Στα χρόνια που ακολούθησαν πραγματοποίησε πάνω από 2.000 συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τις οποίες παρακολούθησαν, όπως εκτιμάται, πάνω από 9,5 εκατομμύρια θεατές.

Στα δικά του μάτια το παρελθόν λειτουργούσε ως μέτρο σύγκρισης, κοιτάζοντας πίσω σε εκείνη την εποχή και δεν έκρυβε τη θλίψη του του για όσα είχαν περάσει. Μιλούσε για την υποχώρηση του συλλογικού βιώματος, μια εποχή επιφανειακής κατανάλωσης όπου ο κόσμος πια δεν ακούει προσεκτικά μουσική ούτε διαβάζει, χαμένος μπροστά στις οθόνες.

Ο Λάκης Χαλκιάς αφήνει πίσω του μια φωνή που, όπως έλεγαν όσοι τον άκουσαν πρόσφατα, παρέμενε ακμαία μέχρι το τέλος, και ένα έργο που ενώνει το δημοτικό, το ρεμπέτικο και το έντεχνο λαϊκό τραγούδι σε μια ενιαία, ανεξίτηλη κληρονομιά για την ελληνική μουσική ιστορία.

- Post Down -

Comments are closed.