- Advertisement -

Ο μπάρμαν που σέρβιρε κοκτέιλ στην Ιστορία

Ο μπάρμαν που σέρβιρε κοκτέιλ στην Ιστορία
3

- Advertisement -

Χαράς ευαγγέλια για όσους αγαπάνε το Παρίσι, τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ, την Κοκό Σανέλ, τα περίτεχνα κοκτέιλ, τον Ζαν Κοκτώ, και τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Ενα λίαν χορταστικό μυθιστόρημα, γραμμένο με κέφι ως φαίνεται, βασισμένο σε τεκμήρια, αναβιώνει το κλίμα που επικρατούσε στο περιλάλητο μπαρ Ριτζ, όπου σύχναζε η αφρόκρεμα της Πόλης του Φωτός και διέπρεπε ο Φρανκ Μεγιέρ ετοιμάζοντας Αλεξάντρα (μπράντι, κρέμα γάλακτος και γλυκάνισος) ή Φρανκς Σπέσιαλ (βερμούτ, τζιν και μια υποψία λικέρ ροδάκινο).

Πρόκειται για το Ο μπάρμαν του Ritz (μτφ. Μήνα Πατεράκη-Γαρἐφη, εκδ. Πατάκη) του Φιλίπ Κολλέν (Philippe Collen, 1975), όπου με αφηγηματικές εναλλαγές ιστορούνται τα όσα διαδραματίζονται στο μπαρ επί χίλιες πεντακόσιες τριάντα τρεις νύχτες, ήτοι από τις 14 Ιουνίου του 1940 έως τις 25 Αυγούστου του 1944, κατά τη διάρκεια των οποίων το Παρίσι έζησε υπό την κατοχή των γερμανικών στρατευμάτων. Μαθαίνουμε επίσης πολλά για την ίδρυση και τη λειτουργία αυτού του όλο θάμβος στεκιού στα χρόνια που προηγήθηκαν.

Το Ριτζ ήταν το ποτοσχολαστήριο (όπως αποκαλούσε τα μπαρ ο ποιητής Νίκος Καρούζος) όπου για πρώτη φορά (επισήμως) άντρες και γυναίκες τσούγκριζαν τα ποτήρια τους, μιας και έως τότε υπήρχαν διαφορετικοί χώροι για άρρενες και θήλεις. Θρυλείται ότι εκεί, και από τον Μεγιέρ, επινοήθηκε το Μπλάντι Μαίρη (βότκα, ντοματόζουμο, μπαχαρικά, σέλινο) ειδικά για τον συγγραφέα του Για ποιον χτυπάει η καμπάνα, αν και ο φιλέρευνος αναγνώστης και πότης θα συναντήσει και άλλες εκδοχές.

Στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, το Ριτζ κατακλυζόταν από υψηλόβαθμους αξιωματικούς της Βέρμαχτ, μάλιστα ο ίδιος ο Χέρμαν Γκέρινγκ, πραγματική μέγαιρα (σ. 166), για ένα διάστημα το είχε ως ορμητήριο για τις λεηλασίες έργων τέχνης στις οποίες επιδιδόταν ασύστολα.

Ο Φρανκ Μεγιἐρ είναι υποχρεωμένος να κινείται στο Ριτζ με απόλυτη διακριτικότητα, να διατηρεί επικίνδυνες ισορροπίες, να δρα με μυστικότητα υπέρ κυνηγημένων από τους Ναζί, να κρύβει την εβραϊκή καταγωγή του. Ο Κολλέν, αριστοτεχνικά, ενθέτει στην αφήγησή του (υποτιθέμενα) ημερολόγια του σπουδαίου μπάρμαν που προσδίδουν ζωντάνια στο μυθιστόρημα.

Παρελαύνουν από το μπαρ και τις σελίδες φημισμένες προσωπικότητες και μορφές των γραμμάτων, των τεχνών, της μόδας και της κοσμικής ζωής, ενώ διακρίνουμε μιαν ευπρόσδεκτη, φυσικά, εύνοια προς τον συγγραφέα του Μεγάλου Γκάτσμπι.

«Οι Φιτζέραλντ μεταμόρφωναν την περιουσία τους σε μάγευση», διαβάζουμε στη σελίδα 148. «Η Ζέλντα εμφανίστηκε με λαμέ ασημί φόρεμα. Η Μιστενγκέτ φορούσε μια πράσινη κρεπ πουκαμίσα στολισμένη με λευκές πέρλες και φιόγκους. Η Σάρα Μέρφυ, στα άσπρα, με κεντήματα από πολύχρωμο μετάξι, συναγωνιζόταν σε κομψότητα. Η Ζοζεφίνα Μπέικερ είχε επιλέξει ένα γοητευτικό μαύρο φόρεμα με κρόσσια κεντημένα με κοράλλι και γιακά από γούνα ερμίνας. Η Κικί του Μονπαρνάς χόρευε με κοντό Τσάρλεστον φουστάνι με κρόσσια και φλουριά. Οι άντρες είχαν όλοι επιλέξει ανοιχτόχρωμα κοστούμια και μια τιράντα φορεμένη χιαστί. Ενα πλήθος αρσενικών: Χέμινγουεϊ, Τζἐραλντ Μέρφυ, Κοκτώ, Πικάσσο, Ματίς, Μαν Ρέυ και Μπρανκούζι».

Μια από τις κεντρικές μορφές του μυθιστορήματος είναι η Μπλανς Οζελλό, το γένος Ρούμπενσταϊν (1897-1969), σύζυγος του Κλοντ Οζελλό (1898-1969), ο οποίος ήταν ο διευθυντής του Ξενοδοχείου Ριτζ στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Γοητευτικότατη γυναίκα, ατρόμητη, και εξόχως ευφυής, η Μπλανς θα βοηθήσει, συνεπικουρούμενη από τον Μεγιἐρ, πολλούς Εβραίους να ξεφύγουν από τις αρπάγες της Γκεστάπο, με αποτέλεσμα να συλληφθεί επανειλημμένα από τους Ναζί, να βασανιστεί κτηνωδώς, να μείνει σκιά του εαυτού της, να διασαλευτεί ο νους της. Ψυχικό ράκος πια, στις 29 Μαΐου του 1969, η Μπλανς θα αφήσει τον κόσμο πυροβολημένη από τον Κλοντ, ο οποίος αμέσως μετά θα την ακολουθήσει στη σκοτεινή άβυσσο αυτοκτονώντας.

Ο Κολλέν δεξιοτεχνικά καταγράφει τις αντιφάσεις και τις διακυμάνσεις των χαρακτήρων του που είναι αναγκασμένοι να κινούνται όσο πιο επιδέξια γίνεται ανάμεσα στην περιποίηση των γερμανών κατακτητών και στην υπονόμευσή τους, συμβάλλοντας στη διαφυγή πολλών διωκόμενων καθώς τους κρύβουν, τους εφοδιάζουν με πλαστά έγγραφα, τους λυτρώνουν.

Ο δόλος του Λόγου, όπως τον ανέλυσε ο φιλόσοφος Χέγκελ, καθόρισε τον βίο των περισσότερων ηρώων του Κολλέν. Κάμποσοι εξέχοντες θαμώνες του Ριτζ κατηγορήθηκαν, μετά την απελευθέρωση του Παρισιού, ως συνεργάτες των Ναζί, ανάμεσά τους η Κοκό Σανέλ, η οποία συνελήφθη και ανακρίθηκε από την Επιτροπή Κάθαρσης. Ομοίως ο Σασά Γκιτρύ, ο φημισμένος θεατράνθρωπος, αλλά και ο ίδιος ο μπάρμαν του Ριτζ, ο Φρανκ Μεγιέρ, ο οποίος συνελήφθη, ανακρίθηκε, και κατηγορήθηκε για πλουτισμό κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής.

Ο διασημότερος μπάρμαν όλων των εποχών άφησε την τελευταία του πνοή το 1947 κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Οι φήμες λένε ότι απολύθηκε από το Ριτζ διότι ανέπτυξε παράνομες δραστηριότητες, αρρώστησε βαριά, και μόλις προσφάτως γνωστοποιήθηκε το ότι θάφτηκε στο κοιμητήριο του Παντέν, στα βορειοανατολικά του Παρισιού.

Αυτό που όλοι ξέρουμε είναι ότι την Παρασκευή 25 Αυγούστου του 1944 σέρβιρε το πρώτο κοκτέιλ στον λεγόμενο απελευθερωτή του Παρισιού, τον bigger than life συγγραφέα Ερνεστ Χέμινγουεϊ που έσπευσε με το τζιπ του στο Ριτζ περιχαρής.

Η απολαυστική ανάγνωση του Μπάρμαν του Ριτζ συνδυάζεται με την επίσης απολαυστική επανάληψη της ανάγνωσης του μυθιστορήματος Ξενοδοχείο Lutetia του Πιέρ Ασουλίν (μτφ. Σπύρος Παντελάκης, εκδ. Πόλις) όπου ιστορείται η ίδια περίοδος του άλλου θρυλικού τοπόσημου της Πόλης του Φωτός, από τον διευθυντή ασφαλείας του μέρους, τον Εντουάρ Κιφέρ.

Με τη χαρά του υγιούς φετιχιστή σημειώνω ότι στο μυθιστόρημα του Κολλέν κάνουν την ωραία τους εμφάνιση μια πένα Kaweco (σ. 162) και ένα σημειωματάριο Moleskine (σ. 337).

Ο Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης είναι συγγραφέας – μεταφραστής

Philippe Collen

Ο μπάρμαν

του Ριτζ

Μτφ. Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη

Εκδ. Πατάκη, σελ. 464

Τιμή 19,90 ευρώ

- Post Down -

Comments are closed.