- Advertisement -

Αν ζούσε ο Άρης Κωνσταντινίδης: Πετώντας πάνω από τη Δήλο

Αν ζούσε ο Άρης Κωνσταντινίδης: Πετώντας πάνω από τη Δήλο
2

- Advertisement -

«1,50… 1,00… 1,50… 1,10. Δεν είναι δυνατόν! Για να το ξαναδώ. 1,50… 1,00… 1,50… 1,09. Και όμως, οι αχρείοι,… το κατέστρεψαν. Δεν έφτανε η πισίνα με τους φοίνικες και τα φουσκωτά κρεβάτια. Αλλά τι ξέρουν αυτοί από ρυθμό και μέτρο. Δεν έχει νόημα να προχωρήσω πιο μέσα. Να δω τι, κι άλλες ασχήμιες; Μπα, άστο καλύτερα… – είμαι και προχωρημένης ηλικίας, δεν θα το αντέξω – καλύτερα να φεύγω από εδώ το συντομότερο. Θα στείλω στην εφημερίδα μία ακόμα επιστολή διαμαρτυρίας. Ετσι και αλλιώς το έργο μου δεν σώζεται πια».

Ο ηλικιωμένος αρχιτέκτονας απομακρύνεται από το ξενοδοχείο ενώ ο βραδινός βοριάς που φυσάει κατά ριπάς είναι από τα ελάχιστα φυσικά στοιχεία που του θυμίζει το νησί το οποίο πρωτογνώρισε πολλές δεκαετίες πριν. Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, δίπλα στον ανεμόμυλο του Γερώνυμου, απλώνεται στα πόδια του η Χώρα. Αυτό που κάποτε ήταν σοφά σαφές, τώρα μοιάζει να έχει εξαπλωθεί δίχως έλεγχο, δίχως όρια. Κτίσματα και άλλα κτίσματα και άλλα κτίσματα, μέχρι εκεί όπου φτάνει το μάτι και ακόμα παραπέρα. Από τον Ορνό μέχρι τον Τούρλο, ξερολιθιές και καλλιέργειες δεν υπάρχουν πια, παρά μόνο πυκνές διακοπτόμενες γραμμές από λευκά κουτιά να στιγματίζουν το τοπίο. Το φεγγάρι βάφει με ένα ψυχρό γαλάζιο τους λείους σοβατισμένους τοίχους, ενώ τα λίγα αναμμένα φώτα κάνουν το σύνολο να μοιάζει με εγκαταλελειμμένο σκηνικό. Ο,τι και αν έχει απομείνει από την άλλοτε αληθινή αρχιτεκτονική της Μυκόνου έχει αλλοιωθεί ή λανθάνει.

Ο Κωνσταντινίδης φοράει το κασκέτο του, περνάει το σακίδιο στον ώμο του και με μια κοφτή εκπνοή αποφασίζει να βαδίσει προς το κέντρο του οικισμού. Καχεκτικά θυμάρια φυτρώνουν εδώ και εκεί, ενώ πρισματικά μπετονένια μπλοκ, ανώμαλες επιφάνειες ασφάλτου και κλιμακωτά επίπεδα από άχαρους τσιμεντόλιθους επιχειρούν να υποστηρίξουν κάτι που να μοιάζει με δημόσιο χώρο. Αφήνοντας στα δεξιά του τον τελευταίο μύλο που έχει μετατραπεί σε ενοικιαζόμενη βίλα για τουρίστες με περίεργα γούστα αρχίζει να κατηφορίζει. Απέναντι βλέπει το κτίριο του δημοτικού σχολείου, στη Λάκκα. Μια φευγαλέα εικόνα παιδιών που παίζουν στην αυλή έρχεται στο μυαλό του, αλλά και αυτή ακόμα του προκαλεί αμηχανία.

Στρίβει στην Αγίου Ευθυμίου, που είναι σκοτεινή και ήσυχη, για να πιάσει τη Μητροπόλεως. Κοιτάζει ευθεία προσπαθώντας, χωρίς επιτυχία, να αποφύγει το βλέμμα του τις ταμπέλες από τα κλειστά μαγαζιά. «Ρούχα, αναμνηστικά, καφέ, φαρμακείο, ταβέρνα, παγωτά, καφέ, μπαρ, κεραμικά, καφέ, καφέ…» Σχήματα, γράμματα και χρώματα γραφιστικής κοινοτοπίας με φόντο τοίχους βαμμένους με το ίδιο πλαστικό λευκό σήμα κατατεθέν. Οι κρεμαστές πινακίδες που κουνιούνται από τον αέρα παράγουν τριγμούς διαφόρων εντάσεων και συχνοτήτων, σαν να συνομιλούν σε μια δική τους γλώσσα. Μια γάτα στρίβει με ταχύτητα στη γωνία.

Δέκα μέτρα μπροστά ξεπροβάλλει το ιερό της Ζωοδόχου Πηγής. Κάποτε αυτοί οι ναοί της Χώρας του φαίνονταν πολύ μνημειακοί, κάπως επιτηδευμένοι, όχι τόσο ειλικρινείς. Προτιμούσε τα μικρά ξωκλήσια της υπαίθρου. Σήμερα, μετά τον οικοδομικό κατακλυσμό που μεσολάβησε, τους βλέπει με άλλα μάτια. «Τουλάχιστον μας θυμίζουν ότι υπάρχει και κάτι που λέγεται πίστη», σκέφτεται. «Φαντάσου, να το λέω αυτό εγώ, που έχω πάψει να πιστεύω σε θεούς κι ανθρώπους…».

Στο βάθος, ένα αδύναμο φως μέσα στη θάλασσα πλησιάζει γρήγορα προς την αμμουδιά της Αλευκάντρας, ενώ παράλληλα ο βόμβος μιας εξωλέμβιας μηχανής στο ρελαντί όλο και δυναμώνει. Κοιτάζει το ρολόι του. «Είναι σχεδόν 10, η ώρα που είχαμε συμφωνήσει».

– Ο κύριος Αρης;

– Εγώ είμαι. Κι εσύ είσαι ο Σταύρος.

– Σωστά. Αυτό το σακίδιο έχεις;

– Ναι, μια νύχτα θα μείνω μόνο.

– Εντάξει. Ελπίζω να πήρες κάτι για να σκεπαστείς. Μην βλέπεις τώρα. Το ξημέρωμα θα έχει αρκετό κρύο.

– Το ‘χω φροντίσει κι αυτό.

Ο βαρκάρης απλώνει το χέρι και ο αρχιτέκτονας ανεβαίνει στο φουσκωτό. Παίρνουν κατεύθυνση νότια-νοτιοδυτικά. Επειτα από λίγο περνάνε δίπλα από τη βραχονησίδα του Μπάου, με το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στην κορυφή του.

– Σταύρο.

– Ελα.

– Αυτό δεν είναι το νησάκι του βρικόλακα;

– Α, βλέπω την ξέρεις την ιστορία.

– Μα, να σου πω. Ενας τέτοιος θα χρειαζόταν σήμερα να διώξει μερικούς-μερικούς από το νησί σας.

– Χα χα, λες ε;

Το περίγραμμα της Δήλου αρχίζει να διακρίνεται με τους αρχαίους λευκούς κίονες σαν αυτόφωτες ταινίες πάνω στο σκοτεινό φόντο. Ψηλά, πάνω από την κορυφή του Κύνθου, αναγνωρίζεται σαφώς ο αστερισμός του Ωρίωνα. Ο αρχιτέκτονας κλείνει για λίγο τα μάτια και ξαναβλέπει το γνωστό όνειρο: «Εχω μεταφερθεί στο μακρινό παρελθόν, ίσως στην αρχαϊκή εποχή, και βρίσκομαι στη Δήλο… – η μέρα είναι ζεστή, λαμπρή, εκτυφλωτική, σχεδόν καμία σκιά δεν πέφτει στο έδαφος. Γύρω μου τρεις πανέμορφες κόρες, σαν αυτές του Μουσείου της Ακρόπολης, με αγγίζουν και μου χαμογελούν αινιγματικά… Ξαφνικά νιώθω τα φτερά μου να ανοίγουν, τα δοκιμάζω πως μαστιγώνουν τον αέρα… και ξανά, – δύο και τρεις φορές – σηκώνομαι στον αέρα. Πετάω πάνω από τη θάλασσα, περιστρέφομαι, εφορμώ προς τα κάτω, ανυψώνομαι και κυκλώνω τον λόφο… Από μακριά βλέπω μια μορφή να στέκεται μπροστά από το ιερό του Απόλλωνα. Νομίζω ότι είναι ο ίδιος ο θεός… Προσγειώνομαι νότια της ιερής λίμνης. Οι λαξευμένοι λίθοι μοιάζουν να μου μιλάνε… Σκύβω και αγγίζω το χώμα… Ενα κροκοδειλάκι πετάγεται μέσα από την αστοιβή… Κοντοστέκεται και με κοιτάζει στα μάτια. Το κοιτάζω κι εγώ».

Ο Κώστας Τσιαμπάος είναι αρχιτέκτονας, αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ

- Post Down -

Comments are closed.