- Advertisement -

Η νομιμοποίηση των μη προνομιούχων

Η νομιμοποίηση των μη προνομιούχων
3

- Advertisement -

Η πρώτη επίσημη αναφορά στην ανάγκη θέσπισης ενός νέου Συντάγματος στην Τουρκία πραγματοποιήθηκε στις 12 Ιουνίου 2011, κατά τη νικητήρια ομιλία του τότε πρωθυπουργού και σημερινού προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 2026, ο πρόεδρος της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης Νουμάν Κουρτουλμούς δήλωσε ότι η περίοδος 2026-2027 θα αποτελέσει «την περίοδο του νέου Συντάγματος», σηματοδοτώντας την έναρξη μιας νέας συνταγματικής διαδικασίας.

Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: πάνω σε ποια κοινωνική συμμαχία θα οικοδομηθεί το νέο Σύνταγμα; Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στις απαρχές της Τουρκικής Δημοκρατίας και ιδιαίτερα στα Συντάγματα του 1921 και του 1924. Το Σύνταγμα του 1921 παρείχε σημαντικό βαθμό πολιτικής έκφρασης στους Κούρδους, ενώ αναγνώριζε τον καθοριστικό ρόλο του Ισλάμ στη δημόσια ζωή. Αντίθετα, το Σύνταγμα του 1924, στο πλαίσιο της οικοδόμησης του εθνικού κράτους, υιοθέτησε ως συνεκτικό δεσμό του πληθυσμού την τουρκική εθνική ταυτότητα, περιορίζοντας σταδιακά τόσο την κουρδική πολιτική έκφραση όσο και την παρουσία του Ισλάμ στη δημόσια σφαίρα.

Οι δύο αυτές κοινωνικές ομάδες βρέθηκαν ουσιαστικά στο περιθώριο του νέου πολιτικού συστήματος. Η ίδρυση, όμως, του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AK Parti) το 2001 σηματοδότησε μια βαθιά κοινωνικοπολιτική μεταβολή. Το κόμμα εξέφρασε κυρίως εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που για δεκαετίες θεωρούνταν «μη προνομιούχες», δηλαδή τους ισλαμιστές και τους Κούρδους. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, οι ομάδες αυτές έπαψαν να αποτελούν περιθωριακές δυνάμεις και μετατράπηκαν στη ραχοκοκαλιά της νέας κοινωνικοπολιτικής και κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας της Τουρκίας.

Η νέα αυτή πραγματικότητα συνοδεύτηκε από τη διαμόρφωση ενός διαφορετικού μοντέλου κοσμικότητας. Σε αντίθεση με το γαλλικό μοντέλο λαϊκότητας (laïcité), το οποίο αντιμετώπιζε τη θρησκεία ως στοιχείο που όφειλε να περιοριστεί στον ιδιωτικό χώρο, τα τελευταία 25 χρόνια η Τουρκία φαίνεται να προσεγγίζει περισσότερο έναν αμερικανικού τύπου κοσμικισμό. Στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου, η θρησκεία δεν αποκλείεται από τον δημόσιο χώρο.

Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται πλέον στην καθημερινότητα. Η παρουσία γυναικών που φορούν μαντίλα σε θέσεις όπως η δικαιοσύνη, η πανεπιστημιακή κοινότητα, οι ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας αποτελεί πλέον μέρος της θεσμικής κανονικότητας της χώρας. Η μαντίλα, η οποία επί δεκαετίες αποτελούσε σύμβολο ενός πολιτικού και κοινωνικού κινήματος που διεκδικούσε αναγνώριση, σήμερα εμφανίζεται ως έκφραση και φορέας του εκδημοκρατισμού.

Υπό αυτό το πρίσμα, το νέο Σύνταγμα δεν αποσκοπεί μόνο στην αντικατάσταση του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου, αλλά και στη θεσμική κατοχύρωση της κοινωνικής μεταβολής που έχει ήδη συντελεστεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Πρόκειται, ουσιαστικά, για την προσπάθεια συνταγματικής νομιμοποίησης της νέας κοινωνικής πλειοψηφίας, η οποία συγκροτείται κυρίως από τους ισλαμιστές και τους Κούρδους.

Οι συζητήσεις για το νέο Σύνταγμα αναμένεται να ξεκινήσουν το αμέσως προσεχές διάστημα. Ακόμη και στην περίπτωση που συγκεντρωθεί στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η τελική πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση είναι πιθανό να αναζητηθεί μέσω δημοψηφίσματος. Με τον τρόπο αυτό, το νέο Σύνταγμα δεν θα αποτελέσει απλώς μια θεσμική μεταβολή, αλλά και μια διαδικασία επιβεβαίωσης της νέας κοινωνικής πραγματικότητας της Τουρκίας, καθιστώντας τους Κούρδους και τους ισλαμιστές τούς βασικούς κοινωνικούς εγγυητές της νέας συνταγματικής τάξης.

Ο Χρήστος Ν. Τεάζης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Αγκυρας.

- Post Down -

Comments are closed.