- Advertisement -

Η Μήδεια δεν είναι μια ηρωίδα που εξηγείται εύκολα. Είναι μια μορφή που αντιστέκεται στις βεβαιότητες, διχάζει, συγκλονίζει και κάθε φορά που επιστρέφει στη σκηνή, θέτει εκ νέου τα ίδια αμείλικτα ερωτήματα για τα όρια της αγάπης, της προδοσίας και της ανθρώπινης αντοχής. Ισως γι’ αυτό το έργο του Ευριπίδη παραμένει ζωντανό περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια μετά τη συγγραφή του, συνομιλώντας διαρκώς με την εποχή μας.
Σ’ αυτή τη συνθήκη έρχεται ξανά η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η οποία σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τη θρυλική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου που σκηνοθέτησε τότε η Νικαίτη Κοντούρη, καλείται να αναμετρηθεί ξανά με τον εμβληματικό ρόλο. Στη νέα ανάγνωση της «Μήδειας» που υπογράφει αυτή τη φορά σκηνοθετικά ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς και από τις 5 Ιουλίου θα περιοδεύσει σε όλη την Ελλάδα, η ηρωίδα δεν αναζητεί την εύκολη δικαίωση ούτε τη δαιμονοποίηση. Αντίθετα, φέρνει στο προσκήνιο την ανθρώπινη διάσταση μιας γυναίκας που έχοντας χάσει τα πάντα, φτάνει στο έσχατο όριο.
«Επειδή τον Νικίτα τον ενδιέφερε το τι ακριβώς συμβαίνει στον ψυχισμό της Μήδειας μετά τον φόνο των παιδιών, η παράσταση στήνεται κατά κάποιον τρόπο σαν μια αναβίωση των γεγονότων που συνέβησαν μέσα στο ταραγμένο της μυαλό. Είναι σαν φρικτό όνειρο, εφιάλτης που τη βασανίζει. Ακόμα και ο Χορός που είναι γυναίκες της Κορίνθου, εμφανίζεται να αποτελείται από οντότητες παράξενες. Είναι κάτι σαν δαίμονες που έχουν στοιχειώσει την ψυχή της. Ολο αυτό, έχει ένα πολύ έντονο εικαστικό ενδιαφέρον», αναφέρει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη μιλώντας στα «Πρόσωπα». «Η παράσταση αυτή έρχεται σε μια ανάκληση μιας μνήμης, ενός παρελθόντος. Η παλιότερη υπάρχει μέσα μας ως βίωμα. Ανήκει στις αποσκευές μας, όχι απλά της υποκριτικής αλλά του βιώματος. Γιατί όταν επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα παίζεις έναν ρόλο, τόσο πιο έντονα συνδέεσαι μαζί του», συνεχίζει η πρωταγωνίστρια.
ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΔΥΟ ΚΟΣΜΩΝ. Η ίδια, όπως και τότε, στο πλευρό της θα έχει τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, στον ρόλο του Ιάσονα. Εκείνος, θα υποδυθεί έναν άνθρωπο της λογικής, της φιλοδοξίας και της εξουσίας που αντιμετωπίζει τον γάμο ως πολιτική επιλογή και το συναίσθημα ως κάτι που υποχωρεί μπροστά στο συμφέρον. Αντίθετα, η Μήδεια είναι η ξένη που εγκατέλειψε τα πάντα για τον έρωτα κι αδυνατεί να συμβιβαστεί με τους κανόνες μιας κοινωνίας που δεν την αποδέχτηκε ποτέ. «Είναι η σύγκρουση δύο κόσμων. Από τη μία μεριά η Μήδεια είναι μια μορφή που έρχεται από έναν πολιτισμένο αρχέγονο, θεοκρατικό χώρο. Εκπροσωπεί το πάθος των πρωταρχικών δυνάμεων, των έντονων συναισθημάτων, έναν χορό ποίησης και μαγείας.
Η ίδια, άλλωστε, είναι μάγισσα. Εχει θεϊκή καταγωγή, είναι εγγονή του Ηλιου κι αυτό επικαλείται συνεχώς. Από την άλλη μεριά, έχουμε να κάνουμε με τον κόσμο του Ιάσονα, που είναι ο κόσμος της Ελλάδας εκείνης της εποχής, πολύ πιο ορθολογιστικός και κυνικός. Επειδή η Μήδεια είναι μια γυναίκα με αυτήν την καταγωγή και την υπερήφανη ψυχή, δεν μπορεί να δεχτεί ότι ο άνθρωπος γύρω από τον οποίο περιστράφηκε όλη της η ύπαρξη, τώρα την πληρώνει μ’ αυτήν την προδοσία. Θεωρεί λοιπόν ότι για ν’ αποκατασταθεί αυτή η συμπαντική δικαιοσύνη θα πρέπει αυτός να τιμωρηθεί. Ο τρόπος που το κάνει, δεν είναι μια απλή τιμωρία. Είναι μια πράξη εναντίον και του ίδιου της του εαυτού. Στην ουσία αυτοκτονεί κι η ίδια. Μέσα από την πράξη της έσχατης απόγνωσης, μπήγει το μαχαίρι στην καρδιά της», επισημαίνει η ηθοποιός.
Πέρα από την ιστορία μιας προδομένης γυναίκας, η Μήδεια αποτελεί μια από τις πιο δυνατές φωνές γένους θηλυκού της αρχαίας δραματουργίας. Μέσα από τον λόγο και τη στάση της αναδύονται ζητήματα που αφορούν διαχρονικά τη γυναικεία θέση στην κοινωνία όπως η ανισότητα, η εξάρτηση, η απώλεια της φωνής, η ανάγκη για αναγνώριση κι αξιοπρέπεια. Είναι μια ηρωίδα που ακόμα και μέσα στην ακραία της πράξη, φέρνει στο προσκήνιο την εμπειρία κάποιας που αρνείται να παραμείνει αόρατη. «Αιώνες πριν διατύπωσε τα αιτήματα που εξακολουθούν να είναι επίκαιρα, όπως την ανάγκη να μην υπάρχει αυτή η απίστευτη ανισότητα. Γιατί εκείνη την εποχή, ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ένας πολιτισμός ανδρών.
Η γυναίκα ήταν κλεισμένη στο σπίτι, χωρίς να έχει καθόλου πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Μια σύγχρονη γυναίκα, έχοντας κάνει όλη αυτή τη διαδρομή, με τις κατακτήσεις πια έπειτα από αγώνες χρόνων, βιώνει ακόμα την ανισότητα παντού δυστυχώς, από τον χώρο των επαγγελματικών ευκαιριών έως των οικονομικών απολαβών που είναι τεράστια η ψαλίδα με τους άνδρες, ακόμα και στις πιο προηγμένες χώρες.
Επίσης, πολύ συχνά γίνεται θύμα έμφυλης βίας. Γι’ αυτό πια μιλάμε για γυναικοκτονίες, κακοποίηση, βιασμούς και φαινόμενα διαδικτυακού διασυρμού με το revenge porn. Ολο αυτό είναι ένας διάχυτος σεξισμός, ένας μισογυνισμός. Είναι η εκδίκηση δηλαδή του ανδρικού φύλου προς το πρόσωπο της γυναίκας στην οποία θέλει να δείξει ότι αυτός είναι ο ισχυρός κι έχει το δικαίωμα πάνω στη ζωή, τη φήμη, την ύπαρξή της ολόκληρη. Οταν στα social media διαβάζω σε σχόλια τρισάθλιες ειρωνείες εις βάρος των γυναικών, προσβάλλομαι προσωπικά. Δεν μπορώ να το δεχτώ. Αρα λοιπόν, όταν ακούει κανείς μια τέτοια φωνή όπως της Μήδειας που προέρχεται από τα βάθη των αιώνων, να μιλάει για όλα αυτά, καταλαβαίνει την έκταση του προβλήματος», παρατηρεί η ερμηνεύτρια, που θ’ ανέβει στη σκηνή δίπλα επίσης στους Αρη Λεμπεσόπουλο, Τάσο Σωτηράκη και Ρένη Πιττακή.
ΘΥΜΑ ΚΑΙ ΘΥΤΗΣ. Επειτα από όλα αυτά, δεν μπορεί να χωρέσει την ηρωίδα της σ’ ένα μόνο καλούπι. Γιατί είναι ταυτόχρονα μια γυναίκα που διαπράττει το αδιανόητο αλλά και μια ύπαρξη που έχει πρώτα συντριβεί από την εγκατάλειψη, την προδοσία και την απώλεια κάθε σημείου αναφοράς. «Είναι θύμα ενός απίστευτου πάθους, ενός τεράστιου έρωτα. Για να τον υπηρετήσει, έγινε θύτης. Σκότωσε τον αδελφό της, μετά τον Πελία και τέλος τα παιδιά της. Ταυτόχρονα, είναι θύμα της προδοσίας του Ιάσονα. Βρέθηκε χωρίς θέση στην κοινωνία, επάγγελμα, χρήματα, τον έρωτα, την οικογένεια και τον άνδρα της. Χωρίς ό,τι ήξερε. Εχει καταστραφεί.
Γι’ αυτό επιστρέφει στην ιδιότητα του θύτη, σε αυτό που υπάρχει έτσι κι αλλιώς μέσα της. Είναι στοιχείο της προσωπικότητάς της αλλά η ίδια θεωρεί ότι είναι ανάγκη για την απόδοση δικαιοσύνης. Θεωρεί την εκδίκηση ως μορφή δικαιοσύνης, κάτι που δεν είναι ούτε στον σύγχρονο ούτε στον αρχαίο πολιτισμό», δηλώνει η ερμηνεύτρια. «Δυνάμει όλοι μας έχουμε μέσα μας την καταστροφή, την άβυσσο, το θηρίο. Δεν θέλει πολύ να εκραγεί αυτό και να σπείρει πίσω του τον όλεθρο. Γι’ αυτό χρειάζεται συνεχώς ο έλεγχος. Να ελέγχω δηλαδή ακόμα και τη στιγμή. Το έγκλημα για μένα είναι μια πολύ ακραία πράξη, αδιανόητη. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς φτάνει ένας άνθρωπος στο σημείο ν’ αφαιρέσει τη ζωή κάποιου άλλου, πολύ περισσότερο όταν γίνεται εν ψυχρώ. Ούτε πώς έπειτα απ’ αυτό μπορεί ν’ αντέξει τον εαυτό του, να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Εγώ είμαι από εκείνους που σέβονται πάρα πολύ τη ζωή», συμπληρώνει η ίδια.
Η ιστορία της Μήδειας υπενθυμίζει πως η αγάπη μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη ευαλωτότητα. Οταν ο άνθρωπος επενδύει ολοκληρωτικά στον άλλον, η εξαπάτηση δεν μοιάζει απλώς με μια απώλεια αλλά με κατάρρευση ολόκληρης της ύπαρξής του. «Προσωπικά, προσπαθώ ν’ ακολουθήσω την τακτική να είναι κάποιος κυρίαρχος στα συναισθήματα, την ψυχή και τον νου του κι όχι να γίνεται έρμαιο. Να κυριαρχείται στην απόλυτη αγάπη και στην αποδοχή του ότι τα πράγματα μπορούν ν’ αλλάξουν επειδή ο άλλος άνθρωπος μέσα στο προσωπικό του ταξίδι άλλαξε, έπαψε ν’ αγαπά.
Οι άνθρωποι, τα ζευγάρια αλλάζουν. Ο ένας εξελίσσεται σ’ έναν τρόπο κι ο άλλος με άλλον. Ο άνδρας να δεχτεί ότι η γυναίκα του δεν είναι το κορίτσι που παντρεύτηκε πριν από χρόνια αλλά πια μια ώριμη γυναίκα που θεωρεί ότι ο γάμος της δεν την καλύπτει κι άρα έχει το δικαίωμα να φύγει, ν’ αποζητήσει την ελευθερία της και να ζήσει τη ζωή της έτσι όπως εκείνη επιθυμεί και να μην τη σκοτώνει γι’ αυτό. Αλλά κι η γυναίκα να είναι σε θέση μέσα από την οικονομική της ανεξαρτησία να μπορεί να διαχειριστεί το γεγονός ότι ο άνδρας της επιλέγει να φύγει.
Ολα πρέπει να τα διαχειρίζονται μέσα από τη φωνή της λογικής αλλά και την προσωπική ενδυνάμωση. Η ζωή είναι απρόβλεπτη και ποτέ δεν ξέρεις στην επόμενη στροφή τι καινούργιο θα σου φέρει. Κάθε τέλος είναι και μια καινούργια αρχή. Μπορεί το επόμενο πράγμα που θα βιώσεις, τελικά να είναι πολύ πιο σημαντικό από αυτό που αφήνεις πίσω», καταλήγει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.
Comments are closed.