- Advertisement -

Ορχάν Παμούκ στα «ΝΕΑ»: Στην Τουρκία έχουμε περιορισμένη δημοκρατία

Ορχάν Παμούκ στα «ΝΕΑ»: Στην Τουρκία έχουμε περιορισμένη δημοκρατία
2

- Advertisement -

Δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα επισκεφτεί την Κρήτη -πιθανότατα αντλώντας καινούρια έμπνευση η οποία καταλήγει και στις σελίδες των μυθιστορημάτων του. Ο Ορχάν Παμούκ, που την ερχόμενη Δευτέρα (18/5) είναι καλεσμένος του Διεθνούς Φεστιβάλ Βιβλίου στα Χανιά, δηλώνει «άνθρωπος της Μεσογείου» στη συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε μέσω Zoom την περασμένη Τρίτη. Στο Ενετικό Λιμάνι της πόλης, λοιπόν, ο 74χρονος Τούρκος νομπελίστας αναμένεται για να συζητήσει με τον Παύλο Τσίμα, ενώ η μεταφράστρια των βιβλίων του στα ελληνικά, Στέλλα Βρετού, θα μιλήσει για την εμπειρία της από τη μεταξύ τους σταθερή επικοινωνία και τις μεταφραστικές δυσκολίες του έργου του.

Έρχεστε στην Κρήτη, λοιπόν, η οποία υπήρξε οθωμανική επαρχία και βενετοκρατούμενη επί αιώνες. Όταν επισκέπτεστε τέτοια μέρη σας ιντριγκάρει λογοτεχνικά η μεσογειακή ταυτότητα, η οποία παραμένει υπό τη σκιά άλλων ταυτοτήτων και «αφηγημάτων»;

Ναι, την αποδέχομαι απολύτως. Είμαι ευτυχής που αποκαλώ τον εαυτό μου μεσογειακό άνθρωπο λόγω ιδιοσυγκρασίας. Κάνω κι εγώ σιέστα μεταξύ 2 και 3 το μεσημέρι, μου αρέσει η μεσογειακή κουζίνα και η αίσθηση ότι ανήκω σε μια κοινότητα μαζί με τους ανθρώπους του Λιβάνου, της Μασσαλίας, της Βόρειας Αφρικής και τους Άραβες. Τιμώ αυτή τη «μεσογειακότητα», επειδή με βοηθά να αποβάλω την “τουρκικότητα” ή να την παρακάμπτω. Είναι μια άλλη ταυτότητα που επιθυμώ. Και μια ιδέα που αγκαλιάστηκε από τους Τούρκους διανοουμένους -ήδη πριν από 30 χρόνια- επειδή ήταν ένας εύκολος τρόπος να ανήκουν στην Ευρώπη: “στο ίδιο σκάφος” με την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γιουγκοσλαβία. Προσωπικά, βλέπω και θεωρώ πάντα την Κωνσταντινούπολη μέρος της Μεσογείου. Όπως επίσης τη Μαύρη Θάλασσα. Σύμφωνα με τον Μπροντέλ, μπορείς να ορίσεις τη Μεσόγειο από τα μέρη της όπου φτάνουν οι συκιές και οι ελιές της. Όλη μου η παιδική ηλικία, λοιπόν, πέρασε ανάμεσα σε συκιές και ελιές. Αγαπώ αυτά τα δέντρα. Και είναι αυτές οι αναμνήσεις που με καθόρισαν.

Στις «Νύχτες Πανούκλας» επινοήσατε το νησί Μίνγκερ, «κάπου ανάμεσα στην Κρήτη και την Κύπρο». Και η αλήθεια είναι ότι στα μυθιστορήματά σας κυριαρχούν οι περίκλειστοι χώροι: σπίτια, περιτειχισμένες πόλεις, νησιά. Αυτή η «νησιωτικότητα» λειτουργεί και ως εργαστήριο όπου η ανθρώπινη συμπεριφορά δοκιμάζεται υπό πίεση;

Πιστεύω ότι η απομόνωση δημιουργεί και εντείνει τη δραματικότητα. Έγραψα το «Χιόνι», το δημοφιλέστερο μυθιστόρημά μου στην Ευρώπη -αλλά όχι στην Τουρκία- ως ιστορία απομόνωσης. Εκείνη η μικρή πόλη του Καρς στα βορειοανατολικά ήταν απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο και την Τουρκία -ίσως όχι απ’ τη Μεσόγειο-, λόγω της χιονόπτωσης. Κάθε φορά που κυριαρχεί ως αίσθημα η απομόνωση, δίνει μια ένταση στο μυθιστόρημα. Ας μην ξεχνάμε ότι ο «Ροβινσώνας Κρούσος», που κέρδισε τον θαυμασμό του Καρλ Μαρξ και τόσων άλλων, ήταν ένα “μυθιστόρημα νησιού”. Η πλοκή σε ένα απομονωμένο νησιωτικό σύμπαν απλοποιεί τα πράγματα και φέρνει την ανθρώπινη υπόσταση αντιμέτωπη με τον εαυτό της. Επίσης, στην απομόνωση –πρόκειται περί ψευδαίσθησης βέβαια – ο χρόνος περνάει γρήγορα. Το δράμα ξετυλίγεται πιο αδρά, όπως εξιστόρησα στις «Νύχτες Πανούκλας». Είτε, λοιπόν, βρίσκεστε σε ένα νησί του Ειρηνικού μόλις με τρία άτομα, είτε βρίσκεστε στην Κρήτη είτε βρίσκεστε στο νησί του Ροβινσώνα Κρούσου, η απομόνωση, οι  μετεωρολογικές και γεωγραφικές συνθήκες παράγουν απομόνωση, η οποία παράγει με τη σειρά της δραματικότητα.

Κι αυτό πάντως είναι κάτι που φιλτράρεται από το προσωπικό ύφος του συγγραφέα. Το πρώιμο έργο σας, για παράδειγμα, συγκρινόταν συχνά με την οικογενειακή σάγκα του 19ου αιώνα -με το ύφος του Τόμας Μαν, για παράδειγμα. Αντιθέτως, τα επόμενα βιβλία είναι πιο πειραματικά ή μεταμοντέρνα…

Ναι. Ήμουν ένας συνειδητοποιημένος μεταμοντερνιστής στο «Λευκό Κάστρο», το «Μαύρο Βιβλίο» και στο «Με λένε Κόκκινο». Πρόκειται για “μπορχεσιανές” μεταμοντέρνες μυθοπλασίες τοποθετημένες στη δική μου Τουρκία ή στη δική μου ισλαμική κουλτούρα.

Αισθάνεστε πλέον ότι έχετε ξεπεράσει για πάντα τη γραμμική αφήγηση ή θα επιστρέφατε σε αυτήν;

Καθώς μεγαλώνω, ο χρόνος είναι περιορισμένος και η αίσθηση της ευθραυστότητας ακόμη μεγαλύτερη. Αν μετανιώνω για κάτι στη ζωή μου, είναι ότι δεν έχω πειραματιστεί αρκετά στη μυθοπλασία. Παρόλο που πρόκειται για ρίσκο, όπως όλοι γνωρίζουμε: αν πειραματιστείς πολύ, χάνεις και πολλούς αναγνώστες. Εμφανίζεται λοιπόν εδώ το δίλημμα του συγγραφέα που κερδίζει δημοφιλή βραβεία και αναγνώστες, αλλά κινδυνεύει να τους χάσει στο επόμενο βήμα. Ίσως μετανιώνω που δεν είμαι τόσο πειραματικός. Θέλω να γίνω πιο ευρηματικός, πιο «λοξός», να εφεύρω εκδοχές του συγγραφικού μου εαυτού. Και συνεχίζω να θέτω ερωτήματα στον τελευταίο: τι θα γινόταν αν έγραφα μια ιστορία όπου, για παράδειγμα, ένα παράξενο ον αφηγείται την ιστορία και τα πάντα αλλάζουν χρώμα; Θέλω μονίμως να ανακαλύπτω νέους τρόπους αφήγησης. Πιστεύω ότι σε όλους τους συγγραφείς -εντάξει, σίγουρα σ’ εμένα- δύο κύριες λειτουργίες διοχετεύονται στη μυθοπλασία. Η μία είναι να παρατηρείς χρονικά την ανθρώπινη ζωή, να βλέπεις και να διηγείσαι τις ιστορίες των ανθρώπων γύρω σου. Αυτό είναι στη φύση μας. Και η άλλη είναι ότι θέλεις να εφευρίσκεις πράγματα. Δεν θέλεις να στέλνεις μηνύματα. Το μήνυμα είναι το ίδιο το έργο. Οι λογοτεχνικές τεχνικές, η εφευρετικότητα, η δημιουργικότητα, η πρωτοτυπία: αυτά τα πράγματα έχουν σημασία όταν θέλεις να γράψεις πειραματική λογοτεχνία. Θέλω να το κάνω περισσότερο τώρα που ο χρόνος λιγοστεύει.

Ξέρω ότι ετοιμάζετε το επόμενο μυθιστόρημά σας αυτή την περίοδο. Χωρίς να κάνουμε spoilers πού πρέπει να «ταξιδέψουμε» αυτή τη φορά;

Στην πραγματικότητα, βρίσκομαι στη μέση δύο μυθιστορημάτων. Το πρώτο λέγεται «Οι χαρτοπαίκτες» και διαδραματίζεται το 1942, όταν η τότε τουρκική κυβέρνηση καταπίεζε τις μειονότητές της, δηλαδή τους Ορθόδοξους Έλληνες, τους Ορθόδοξους Αρμένιους, καθώς και τους Εβραίους της Κωνσταντινούπολης. Και επίσης, έστειλε πολλούς σε ένα είδος στρατοπέδου συγκέντρωσης –αν και όχι εξόντωσης, όπως του Χίτλερ–, όπου τους τοποθετώ να παίζουν χαρτιά. Το δεύτερο είναι ιστορικό, αλλά φαίνεται ότι θα πάρει πολύ χρόνο. Επίσης, σε περίπου δύο εβδομάδες θα εκδώσω την τρίτη συλλογή άρθρων και δοκιμίων από την τελευταία περίοδο των 15 ετών. Κάποια από αυτά είναι αυτοβιογραφικά, για τις μέρες της στρατιωτικής μου θητείας –πρέπει να είσαι προσεκτικός όταν γράφεις γι’ αυτό.

Πώς εργάζεστε, αλήθεια, για ένα καινούριο μυθιστόρημα; Θα δουλεύετε τα βιβλία και στο διάλειμμα της Κρήτης;

Ναι και είμαι ευτυχισμένος. Ξέρετε, με ρωτάνε πάντα τι κάνω όταν πάω διακοπές. Ε, λοιπόν, γράφω. Κυρίως το πρωί. Θα κολυμπάω βέβαια δύο φορές την ημέρα, έχω ήδη κάνει τις επιλογές μου, αλλά θα συνεχίσω να γράφω. Δεν μπορώ να σκεφτώ μέρα χωρίς γράψιμο. Κι αυτό επειδή ένας συγγραφέας δεν πρέπει να έχει μόνο τη δύναμη ή το ταλέντο της ποιητικότητας, αλλά τη δύναμη, το ταλέντο και την υπομονή ενός επιμελητή: να κόβει, να ξαναγράφει, να σκέφτεται ξανά.

Όσο μεγαλώνετε, αφού το αναφέρατε, η καταγραφή των αναμνήσεων γίνεται βαρύτερο φορτίο ή πιο εύκολη τεχνική;

Η αλήθεια είναι ότι σκέφτομαι συχνά μήπως γράψω τα απομνημονεύματά μου, αλλά μετά αναρωτιέμαι: θα είναι ενδιαφέροντα; Αυτοβούλως –κανείς δεν μου το ζήτησε για τη νέα συλλογή δοκιμίων– έγραψα τις αναμνήσεις μου από τον Στρατό. Είναι εν μέρει πολιτικές, φυσικά, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι απόλαυσα την ανάμνηση εκείνων των ημερών. Κρατάω πάντως σημειώσεις και ημερολόγιο, ίσως γι’ αυτό δουλεύω πολύ. Είδα πρόσφατα με τον βοηθό μου ότι έχω 5.000 αδημοσίευτες σελίδες ημερολογίου και έπαθα σοκ. Μπορεί να είναι πολύ βαρετές, αλλά δεν μπορώ να τις ξεφορτωθώ. Είμαι το είδος που ο Ίταλο Καλβίνο αποκαλεί “γραφομανή”. Ακόμα κι όταν δεν γράφω ένα όμορφο, καλοδομημένο μυθιστόρημα, κρατάω ημερολόγιο.

Έχετε δηλώσει ότι η τέχνη του μυθιστορήματος είναι η ικανότητα να ταυτίζεσαι με τον «άλλο». Αλλά σε έναν κόσμο που δεν χάνει ποτέ τις διαχωριστικές γραμμές και γίνεται ολοένα και πιο πολωτικός αισθάνεστε ότι το μυθιστόρημα χάνει αυτή τη δύναμη;

Κι όμως, σε έναν πολωμένο κόσμο, η δουλειά του μυθιστοριογράφου δεν είναι να προσχωρήσει σε έναν από τους πόλους ή να ακολουθήσει κάποια απ’ τις σημαίες. Αντιθέτως, πρέπει να πεις στον δικό σου πόλο: “ξέρεις, και οι απέναντι άνθρωποι είναι”. Όταν πηγαίνεις στη Γάζα πρέπει να λες ότι οι Εβραίοι είναι επίσης άνθρωποι. Όταν βρίσκεσαι στο Ισραήλ να λες: “και οι Μουσουλμάνοι άνθρωποι είναι”. Αυτή είναι η δουλειά της λογοτεχνίας και είναι πραγματικά επικίνδυνη. Η δουλειά της είναι να αποδομεί την κατασκευή του «Άλλου» και της ετερότητας.  Η τέχνη του μυθιστορήματος βασίζεται στην αποδόμηση, στο να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση των άλλων.

Με το έργο σας αποδεικνύετε ότι ο μοντερνισμός δεν ήταν απλώς μια δυτική εισαγωγή στην τουρκική λογοτεχνία, αλλά μια επιλογή. Πιστεύετε ότι η Δύση σταμάτησε να βλέπει το έργο σας, όπως και το έργο άλλων Τούρκων συγγραφέων, ως «εξωτικό»;

Αυτό δεν περιορίζεται στο μυθιστόρημα, αλλά αφορά μια γενική αντίληψη. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Αφού εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο στα αγγλικά, η Δύση με καλωσόρισε. Αλλά το καλωσόρισμα ήταν δυσκολότερο στη Γερμανία. Γιατί; Επειδή οι Γερμανοί έβλεπαν τους Τούρκους ως εισαγόμενη επαγγελματική τάξη. Αν κυκλοφορούσε, λοιπόν, ένα βιβλίο για τους Τούρκους, θα έπρεπε να αφορά την εργασία, τα προβλήματά τους, το Ισλάμ μέσα στην Ευρώπη. Δεν μπορούσε να είναι μια εξεζητημένη προσέγγιση για όσα συμβαίνουν στην Τουρκία. Υπήρξε μεγάλη αντίσταση στην αρχή. Αλλά με τη βοήθεια του Νομπέλ η αντίσταση ξεπεράστηκε και οι Γερμανοί άρχισαν να με διαβάζουν περισσότερο από κάθε άλλο κράτος. Αυτή η μικρή ιστορία συμπυκνώνει το πρόβλημά μου. Είμαι ένας Μουσουλμάνος συγγραφέας. Περιμένουν λοιπόν πολλοί να διαβάσουν στα βιβλία μου για τα προβλήματα των Μουσουλμάνων -τα οποία, παρεμπιπτόντως, είναι υπαρκτά, καθώς αφορούν τη θέση της γυναίκας και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά στο τέλος, θέλεις να γράφεις όπως ένας νομπελίστας ή όπως ο Προυστ. Θέλεις να γράφεις όμορφη πεζογραφία, όπως η τολστοϊκή. Και δεν το περιμένουν αυτό από έναν Μουσουλμάνο. Μακροπρόθεσμα η εκδοτική επιτυχία μου έσπασε αυτά τα στεγανά. Ίσως εν μέρει επειδή απέδειξα ότι είμαι ένας πολιτικά ορθός τύπος, που κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να γράψει όμορφη μυθοπλασία. Αλλά ότι επίσης μπορεί να είμαι σκληρός στην πολιτική και να βάζω τον εαυτό του σε μπελάδες. Μόλις είδαν ότι έβαζα τα δυνατά μου και στις δύο περιπτώσεις άρχισαν να με σέβονται.

Νομίζω ότι το μεγαλύτερο «τέχνασμά» σας, αν μπορώ να το πω έτσι, είναι ότι βλέπετε πάντα τις δύο ψυχές της Τουρκίας ως μία. Εννοώ, την αιώνια μάχη μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Όχι ως αδυναμία, αλλά ως δυνατότητα.

Ναι. Οι ίδιοι οι Τούρκοι έχουν μια πολύ απλοποιημένη εικόνα για την Τουρκία: υπάρχουν μόνο οι καλοί φιλοδυτικοί και οι κακοί θρησκευόμενοι ή ανατολίτες. Υπάρχει κάποια δόση αλήθειας σε αυτό. Αλλά πιστέψτε με, κουβαλάμε και κουβαλάω ταυτόχρονα τις δύο ψυχές μέσα μου. Και τα δύο πνεύματα παλεύουν συνεχώς στο κεφάλι κάθε Τούρκου. Κάποιοι από αυτούς είναι, φυσικά, πιο θρησκευόμενοι. Δεν είμαι κοντά τους. Θεωρούμαι, σχετικά μιλώντας, “υπερ-δυτικιστής”. Θαυμάζω υπερβολικά τη Δύση. Όλη μου τη ζωή με επικρίνουν γι’ αυτό. Αλλά ήθελα τόσο πολύ, ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Τουρκία να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αφιέρωσα πολύ χρόνο σε αυτό. Δεν προχώρησε λόγω του ζητήματος της Κύπρου, λόγω των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και επειδή κάποιες χώρες δεν το ήθελαν όπως η Γερμανία ή η Γαλλία του Σαρκοζί -ενώ η Ελλάδα δεν συνιστούσε εμπόδιο. Είμαι ακόμα θυμωμένος.

 

Η Τουρκία, η δημοκρατία, η Ευρώπη

 

Ξέρω ότι δεν θέλετε να μιλάμε για σκληρή πολιτική. Αλλά θέλω να δούμε μία αντίφαση. Είστε ένας συγγραφέας που προβάλλει την τουρκική λογοτεχνία, την κουλτούρα της Ανατολίας, την ιστορία της Κωνσταντινούπολης -άρα κι αυτό που ονομάζουμε «τουρκικότητα»…

Για την οποία παραλίγο να πάω φυλακή επειδή υποτίθεται ότι την προσέβαλα. Αυτή είναι η αντίθεση που υπονοείτε…

Ακριβώς. Παραπεμφθήκατε σε δίκη για προσβολή της «τουρκικότητας», την οποία ο υπόλοιπος κόσμος θεωρεί ότι προβάλλετε. Είναι αυτό ένα τίμημα που πληρώνει η Τουρκία επειδή δεν θέλει να αντιμετωπίζει το παρελθόν της;

Δεν πληρώνει η Τουρκία κάτι. Εγώ έχω ζήσει έχοντας τρεις σωματοφύλακες για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα όταν πήγαινα σε ευρωπαϊκές πόλεις για να προωθήσω τα βιβλία μου. Στο Βέλγιο ή τη Γερμανία μάλιστα μου έδιναν έως και έξι σωματοφύλακες απ’ τον φόβο μήπως μου επιτεθούν. Ήταν μια κόλαση, αλλά ευτυχώς  πέρασε. Νομίζω ότι πλέον με τη σειρά του Netflix, το “Μουσείο της Αθωότητας”, άλλαξε και η εικόνα μου στην Τουρκία. Άρεσε σε όλους και πολλοί θα σκέφτηκαν “α, τελικά, είναι καλός τύπος ο Παμούκ”. Το βασικό, όμως, είναι ότι  επέμεινα. Ανταπέδωσα τη μάχη. Δεν σιώπησα. Μερικές φορές, ναι, ζητούσα καταφύγιο στην Αμερική. Ή άλλες ήμουν συγκρατημένος ή κρυβόμουν πίσω από τους σωματοφύλακες. Αλλά επιβίωσα. Και τώρα είμαι αποδεκτός από τους αναγνώστες.

Είστε πιο αισιόδοξος ή πιο συγκρατημένος για το μέλλον της χώρας σας όσον αφορά τη σχέση με την Ευρώπη;

Πριν απ’ όλα είμαι ταραγμένος. Και πήρα θέση ανοιχτά, η οποία ξέρω ότι έχει δημοσιευτεί και στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο Ερντογάν έβαλε τον δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης στη φυλακή. Είμαι πολύ αναστατωμένος γι’ αυτό. Επειδή δεν έχουμε πλήρη δημοκρατία. Έχουμε περιορισμένη δημοκρατία, καθώς δεν υπάρχει πλήρης ελευθερία έκφρασης. Αλλά εξακολουθούσαμε εκείνη την περίοδο να έχουμε “εκλογική δημοκρατία”. Ξέρετε, όταν ψηφίζουμε αλλά αισθανόμαστε ότι δεν εκπροσωπούμαστε. Αλλά από ψίθυρο σε ψίθυρο και χωρίς να βγαίνουν μπροστά οι άνθρωποι “καταψηφίζουν” μεταξύ τους την κυβέρνηση, που τελικά χάνει τη νομιμοποίησή της. Αυτό διαφαινόταν στην περίπτωση του Ιμάμογλου, που υπήρξε ο σημαντικότερος υποψήφιος εναντίον του Ερντογάν. Έπαιρνε πάντα περισσότερες ψήφους από τον ίδιο ή τους ανθρώπους που είχαν την “ευλογία” του. Οπότε ο μόνος τρόπος που μπορούσε να τον ξεφορτωθεί ήταν να τον βάλει στη φυλακή. Από την άλλη, όμως, ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστήριξε ή ανέδειξε αυτό το θέμα, δεν μίλησε ανοιχτά. Επειδή η τουρκική κυβέρνηση βοηθά την Ευρωπαϊκή Ένωση “φιλτράροντας” τις ροές των μεταναστών. Δεν αφήνουμε τους μετανάστες να έρθουν στην Ελλάδα. Τους απωθούμε όπως οι Ιταλοί. Γι’ αυτό δεν ασκούν κριτική στον Ερντογάν. Αυτό το βρίσκω επίσης εν μέρει ανέντιμο. Και είμαι επικριτικός και απέναντι σ’ αυτό.

Το τηλεοπτικό «Μουσείο της Αθωότητας»

Στο τηλεοπτικό «Μουσείο της Αθωότητας» εκατομμύρια άνθρωποι παρακολουθούν την ιστορία του Κεμάλ και της Φισούν μέσα από μια οθόνη. Σας ανησυχεί ότι η ψηφιακή εκδοχή μπορεί να αντικαταστήσει την απτική εμπειρία του φυσικού Μουσείου στην Κωνσταντινούπολη;

Όταν με πρωτοπροσέγγισαν και πρότειναν την τηλεοπτική διασκευή, είχα όντως αμφιβολίες. Είπα, “ναι, θέλω να το κάνω, αλλά θέλω να ελέγχω το σενάριο”. Είπα, λοιπόν, στο Netflix, “δεν θα σας πουλήσω το βιβλίο για να πάρω τα χρήματα και να κάνετε ό,τι θέλετε”. Αντιθέτως συμφωνήσαμε ότι πρέπει να βρούμε τον καλύτερο σεναριογράφο (σ.σ: πρόκειται τελικά για τον Ερτάν Κουτουλάρ). Και αυτός θα μου έδινε σταδιακά τα επεισόδια για να επιβλέπω. Κάθε φορά τα διάβαζα και έκανα παρατηρήσεις, με άλλα συμφωνούσα, με άλλα όχι. Ομολογώ ότι ήταν πολύ ευγενικοί και έδειξαν κατανόηση. Έτσι, δουλέψαμε. Δεν έγραψα το σενάριο, αλλά σελίδα προς σελίδα έκανα επισημάνσεις ώστε να μένει πιστό στο βιβλίο. Λέγοντας ότι, μόλις ολοκληρωθεί θα το βάλουμε ως παράρτημα στο συμβόλαιο. Κι έτσι φτιάξαμε ένα παράρτημα 360 σελίδων. Αλλά έκαναν ό,τι καλύτερο. Η σκηνοθέτρια Ζεϊνέπ Γκιουνάι είναι πολύ καλή, το ίδιο οι ηθοποιοί και οι ερμηνείες. Αυτό λοιπόν είναι ένα σπάνιο παράδειγμα όπου ο συγγραφέας είναι πολύ ευτυχισμένος με μια διασκευή έργου του.

Επιδοκιμάσατε ιδιαίτερα τη σκηνοθέτρια επειδή ενίσχυσε, όπως είπατε, τη γυναικεία ματιά κατά την τηλεοπτική εκδοχή…

Ναι, αυτό ξεκινάει από τις κατηγορίες σε βάρος μου ότι το μυθιστόρημα βασιζόταν στην φαντασίωση ενός αρσενικού για τη μεγάλη του αγάπη, με τον τρόπο μάλιστα που θα περίμεναν πολλοί από έναν ανατολίτη συγγραφέα. Αλλά το να στοιχειώνει η φαντασίωση ένα αρσενικό δεν αφορά μόνο την Ανατολή. Το ίδιο συμβαίνει στον Σαίξπηρ.

Έχετε εμμονές με βιβλία κατά καιρούς; Σε σημείο που να επανέρχονται στη ζωή σας;

Προσπαθώ να διαβάζω τους νεότερους συγγραφείς, όπως τη Σάλι Ρούνεϊ, για να βλέπω τον τρόπο και τις τεχνικές που χρησιμοποιούν. Δεν έχω πρόβλημα να δανείζομαι στοιχεία όσο πειραματίζομαι. Οι τεχνικές του ύφους είναι τα εργαλεία της τέχνης μας, οπότε έχω ακόρεστη περιέργεια να ανακαλύπτω οτιδήποτε καινούριο. Αλλά όταν ξεκινάω τα δικά μου βιβλία η ενασχόληση είναι πλήρης και σταματάω να διαβάζω άλλους.

- Post Down -

Comments are closed.