- Advertisement -

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο. Επιστρέφουν όμως συνθήκες, συμπεριφορές και μηχανισμοί που οφείλουν να μας προβληματίζουν. Και σήμερα, σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής τάξη μεταβάλλεται, οι δημοκρατικοί θεσμοί δοκιμάζονται και η ισχύς επανέρχεται ως καθοριστικός παράγοντας στις διεθνείς σχέσεις, η περίοδος που προηγήθηκε του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προσφέρει ορισμένες ανησυχητικές αναλογίες.
Η Μεγάλη Ύφεση του 1929 δεν υπήρξε απλώς μια οικονομική καταστροφή. Μετατράπηκε σε κοινωνική, πολιτική και τελικά γεωπολιτική κρίση. Εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν εργασία, εισόδημα και εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα. Η αβεβαιότητα δημιούργησε φόβο και ο φόβος αναζήτησε εύκολες απαντήσεις.
Η κρίση δεν γέννησε τον φασισμό. Βρήκε όμως ήδη έτοιμη τη μαγιά του. Το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας είχε προηγηθεί και είχε ήδη προβάλει ένα νέο πρότυπο εξουσίας: αμφισβήτηση του κοινοβουλευτισμού, προσωποπαγής ηγεσία, πειθαρχία, κρατικός συγκεντρωτισμός και επιθετικός εθνικισμός. Ένα μοντέλο που άρχισε να ασκεί επιρροή πέρα από τα ιταλικά σύνορα και να προσφέρει σημείο αναφοράς σε αυταρχικά κινήματα και καθεστώτα.
Η οικονομική κατάρρευση λειτούργησε ως επιταχυντής. Στη Γερμανία, η εύθραυστη Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν άντεξε την πίεση. Στην Ιαπωνία, οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί υποχώρησαν σταδιακά απέναντι στον μιλιταρισμό. Στην Ισπανία, η πολιτική και κοινωνική σύγκρουση οδήγησε στον εμφύλιο και τελικά στη δικτατορία.
Το φαινόμενο δεν περιορίστηκε στην Ευρώπη. Η Μεγάλη Ύφεση έπληξε σκληρά και τη Λατινική Αμερική, ιδιαίτερα οικονομίες εξαρτημένες από τις εξαγωγές πρώτων υλών. Η κοινωνική αναταραχή και η κατάρρευση παλαιών πολιτικών ισορροπιών συνοδεύθηκαν σε αρκετές χώρες από στρατιωτικά πραξικοπήματα και αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης. Η δημοκρατία βρισκόταν πλέον σε διεθνή υποχώρηση.
Και εδώ βρίσκεται μια πρώτη σημαντική αναλογία με τη σημερινή εποχή. Οι δημοκρατίες δεν καταρρέουν πάντοτε επειδή δέχονται επίθεση απ’ έξω. Μπορούν να αποδυναμωθούν από μέσα, όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν στην αποτελεσματικότητά τους, όταν απαξιώνονται οι θεσμοί και όταν η κοινωνική ανασφάλεια δημιουργεί την προσδοκία ότι μια ισχυρότερη και λιγότερο ελεγχόμενη εξουσία μπορεί να προσφέρει γρηγορότερες λύσεις.
Η εμπειρία του Μεσοπολέμου δείχνει επίσης κάτι ακόμη. Ο αυταρχισμός δεν τροφοδοτήθηκε μόνο από τη φτώχεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις ενισχύθηκε και από την οικονομική ανάκαμψη που ακολούθησε. Δημόσια έργα, επανεξοπλισμός, μείωση της ανεργίας και καλλιέργεια εθνικής αυτοπεποίθησης δημιούργησαν την ψευδαίσθηση ότι η ανελευθερία μπορούσε να αποτελεί αποδεκτό τίμημα για την αποτελεσματικότητα και την ευημερία.
Έτσι η οικονομική κρίση μετατράπηκε σε κρίση της δημοκρατίας, η κρίση της δημοκρατίας σε εθνικισμό και ο εθνικισμός σε αναθεωρητισμό. Η ευημερία χωρίς δημοκρατικά αντίβαρα δεν οδήγησε αναγκαστικά στην ειρήνη. Αντίθετα, σε ορισμένα καθεστώτα χρηματοδότησε τον επανεξοπλισμό και ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η δύναμη μπορούσε να επιβάλει νέες πραγματικότητες. Και ο κόσμος οδηγήθηκε τελικά στην άβυσσο.
Σήμερα, σε διαφορετικές ασφαλώς συνθήκες, παρατηρούμε ορισμένες ανάλογες τάσεις. Η μεταπολεμική διεθνής τάξη δοκιμάζεται, ο ΟΗΕ εμφανίζεται συχνά αδύναμος απέναντι στις μεγάλες κρίσεις, ενώ ο ανταγωνισμός Ηνωμένων Πολιτειών, Κίνας και Ρωσίας επαναφέρει τη λογική των σφαιρών επιρροής. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και οι εντάσεις στον Ινδοειρηνικό υπενθυμίζουν ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος έχει επιστρέψει ως εργαλείο πολιτικής.
Υπάρχει και μία ακόμη ομοιότητα: η κοινωνική ανασφάλεια. Τότε, η οικονομική κρίση του 1929 υπονόμευσε την εμπιστοσύνη στις δημοκρατίες. Σήμερα, οι οικονομικές ανισότητες, η ενεργειακή αβεβαιότητα, οι μεταναστευτικές πιέσεις, η τεχνολογική ανατροπή και η παραπληροφόρηση τροφοδοτούν φόβο, λαϊκισμό και ακραίες πολιτικές εκφράσεις.
Το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα στη Γερμανία αποτελεί ένα ακόμη ισχυρό προειδοποιητικό σήμα. Στη Σαξονία-Άνχαλτ, το AfD αναδείχθηκε με μεγάλη διαφορά πρώτη δύναμη, συγκεντρώνοντας 43,8%, ενώ το CDU περιορίστηκε στο 17,2%. Δεν πρόκειται απλώς για μια περιφερειακή εκλογική ανατροπή. Είναι μια ένδειξη βαθύτερων μετατοπίσεων που συντελούνται στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και που μπορούν να προαναγγέλλουν ένα ευρύτερο κύμα λαϊκισμού, εθνικισμού και αμφισβήτησης των παραδοσιακών πολιτικών ισορροπιών.
Το μήνυμα από τη Γερμανία αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό ακριβώς λόγω της ιστορικής της εμπειρίας. Υπενθυμίζει ότι όταν οι δημοκρατικές δυνάμεις αδυνατούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις στην ανασφάλεια των πολιτών, το πολιτικό κενό μπορεί να καλυφθεί από δυνάμεις που προτείνουν απλουστευτικές, εθνικιστικές ή αυταρχικές λύσεις. Και αυτό δεν αφορά μόνο τη Γερμανία. Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.
Ανάλογες πιέσεις καταγράφονται και αλλού. Στη Γαλλία, η ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση απέκτησε για πρώτη φορά κοινοβουλευτική ομάδα στη Γερουσία, ενισχύοντας τη θεσμική της παρουσία ενόψει της προεδρικής εκλογής του 2027. Στη Βραζιλία, η αναμέτρηση του δεύτερου γύρου ανάμεσα στον Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και τον Φλάβιο Μπολσονάρου αποτυπώνει τη βαθιά πόλωση που διαπερνά τη χώρα και τις διαφορετικές αντιλήψεις για την πορεία των δημοκρατικών θεσμών.
Οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι ίδιες μεταξύ τους, ούτε οδηγούν αναπόφευκτα στο ίδιο αποτέλεσμα. Δείχνουν, όμως, ότι η πολιτική πόλωση και η αμφισβήτηση των παραδοσιακών κομμάτων δεν περιορίζονται σε μία χώρα ή σε μία ήπειρο. Σε αυτό το περιβάλλον, η αντοχή των δημοκρατικών θεσμών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν μπορούν να ανταποκριθούν στις πραγματικές αγωνίες των πολιτών και να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη τους.
Για την Ελλάδα υπάρχει ένας πρόσθετος λόγος προβληματισμού. Πρόσφατα ευρήματα ευρωπαϊκής έρευνας, στα οποία είχα αναφερθεί και παλαιότερα (εφ. Τα Νέα) καταγράφουν ανησυχητική αποδοχή αυταρχικών αντιλήψεων από ένα μέρος της Generation Z. Περίπου ένας στους τέσσερις νέους εμφανίζεται, υπό προϋποθέσεις, διατεθειμένος να αποδεχθεί ακόμη και μια δικτατορική μορφή διακυβέρνησης.
Για μια χώρα που γνώρισε τη δικτατορία και αποκατέστησε τη Δημοκρατία μόλις πριν από μισό αιώνα, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί μια απλή δημοσκοπική παραδοξότητα. Καθώς η βιωματική μνήμη της ανελευθερίας απομακρύνεται, υπάρχει ο κίνδυνος οι νεότερες γενιές να μην αντιλαμβάνονται τη δημοκρατία ως ιστορική κατάκτηση, αλλά ως κάτι αυτονόητο και επομένως αναλώσιμο.
Ασφαλώς, το σήμερα δεν είναι η δεκαετία του 1930. Οι σύγχρονες δημοκρατίες διαθέτουν ισχυρότερους θεσμούς, κοινωνικά κράτη, συνταγματικά αντίβαρα και μεγαλύτερη ιστορική εμπειρία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, η παγκόσμια οικονομική αλληλεξάρτηση και η πυρηνική αποτροπή δημιουργούν μηχανισμούς που δεν υπήρχαν τότε.
Ωστόσο, η δημοκρατική ανθεκτικότητα δεν είναι δεδομένη. Η πραγματική ισχύς των θεσμών αποκαλύπτεται όταν δοκιμάζονται, ενώ οι μεγάλες κρίσεις μπορούν να προκύψουν από διαδοχικούς λανθασμένους υπολογισμούς, περιφερειακές συγκρούσεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχο και τη σταδιακή εξοικείωση των κοινωνιών με την ένταση.
Η δημοκρατία δεν είναι μόνο Σύνταγμα, εκλογές και θεσμοί. Είναι και δημοκρατική συνείδηση, εμπιστοσύνη και συμμετοχή. Και η ειρήνη δεν διασφαλίζεται μόνο από την ισχύ, αλλά και από τη διπλωματία, την υπευθυνότητα, την ισχυρή αποτροπή και τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας.
Μέσα σε αυτή τη διεθνή αβεβαιότητα, η Ελλάδα παραμένει μια όαση δημοκρατίας και θεσμικής σταθερότητας. Η δημοκρατική μας παράδοση αποτελεί πολύτιμη κατάκτηση, αλλά και ευθύνη που περνά από γενιά σε γενιά. Ενόψει των εκλογών, πρώτοι οι πολίτες καλούμαστε να την προστατεύσουμε: με τη συμμετοχή μας, με πολιτική ευθύνη και με επιλογές που υπηρετούν τη σταθερότητα, τη δημοκρατική ομαλότητα και την πρόοδο της χώρας.
Η Ιστορία δεν μας λέει ότι είμαστε καταδικασμένοι να επαναλάβουμε το παρελθόν. Μας προειδοποιεί για όσα μπορεί να συμβούν όταν αγνοούμε τα σημάδια του. Ας αξιοποιήσουμε, λοιπόν, αυτή την προειδοποίηση για να διαμορφώσουμε το μέλλον με μεγαλύτερη επίγνωση, δημοκρατική ανθεκτικότητα και ευθύνη.
Comments are closed.