- Advertisement -

Μπορεί ένα βιβλίο να πεθάνει δύο φορές; Μία, όταν κόβεται η ράχη του, διαλύεται η βιβλιοδεσία του και οι σελίδες του περνούν διαδοχικά από έναν σαρωτή. Και μία δεύτερη, όταν οι λέξεις του αποσπώνται από τον δημιουργό τους, μετατρέπονται σε δεδομένα και τροφοδοτούν ένα εμπορικό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που θα μάθει να γράφει, να αφηγείται και να επιχειρηματολογεί μιμούμενο όσα άνθρωποι χρειάστηκαν χρόνια για να δημιουργήσουν.
Αυτό συνέβη στο εσωτερικό της Anthropic, μιας από τις ισχυρότερες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και δημιουργού του μοντέλου Claude. Η επιχείρηση έδωσε στο σχέδιό της την κωδική ονομασία «Project Panama». Στα εσωτερικά έγγραφα που εμφανίστηκαν στη δικαστική υπόθεση Bartz κατά Anthropic, ο στόχος περιγραφόταν με έναν τρόπο σχεδόν δυστοπικό: να σαρωθούν καταστρεπτικά «όλα τα βιβλία του κόσμου».
Η Anthropic αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα που βρίσκεται στον πυρήνα ολόκληρης της βιομηχανίας της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης. Για να γίνει ένα γλωσσικό μοντέλο καλύτερο, χρειάζεται τεράστιες ποσότητες ποιοτικού γραπτού λόγου. Δεν αρκούν οι σύντομες αναρτήσεις, τα πρόχειρα κείμενα του Διαδικτύου ή οι επαναλαμβανόμενες πληροφορίες των ιστοσελίδων. Τα μοντέλα χρειάζονται σύνθετες αφηγήσεις, οργανωμένες αναλύσεις, επιμελημένες γνώσεις και διαφορετικό πλαίσιο στο γλωσσικό ύφος. Χρειάζονται, με άλλα λόγια, βιβλία.
Ιδιαίτερα πολύτιμα θεωρούνται τα κείμενα που γράφτηκαν πριν από τη μαζική εξάπλωση της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης. Από το 2022 και μετά, όλο και μεγαλύτερο μέρος του διαδικτυακού περιεχομένου παράγεται ή αλλοιώνεται από αλγορίθμους. Αν ένα σύστημα εκπαιδεύεται πάνω σε κείμενα που δημιούργησαν άλλα συστήματα, κινδυνεύει να ανακυκλώνει σφάλματα, στερεότυπα και γλωσσική κοινοτοπία. Τα παλιότερα βιβλία αποτελούν επομένως ένα είδος καθαρού κοιτάσματος ανθρώπινης σκέψης.
Η Anthropic μπορούσε να επιδιώξει συμφωνίες με συγγραφείς και εκδότες για τη χρήση ηλεκτρονικών βιβλίων. Αυτό, όμως, απαιτούσε διαπραγματεύσεις, άδειες, αμοιβές και διαχείριση εκατομμυρίων δικαιωμάτων. Η ίδια η διοίκησή της περιέγραψε αυτή τη διαδικασία ως έναν δυσβάσταχτο νομικό, επιχειρηματικό και πρακτικό αγώνα. Αρχικά στράφηκε σε πειρατικές ψηφιακές βιβλιοθήκες, επιλογή που οδήγησε σε δικαστική σύγκρουση και σε συμβιβασμό ύψους 1,5 δισεκατομμυρίου δολαρίων με συγγραφείς.
Οταν η πειρατεία έγινε επικίνδυνη νομικά, βρέθηκε μια άλλη μέθοδος. Η εταιρεία αγόρασε φυσικά αντίτυπα, τα συγκέντρωσε σε αποθήκες και ανέθεσε σε εξειδικευμένους συνεργάτες την ψηφιοποίησή τους. Οι βιβλιοδεσίες αφαιρέθηκαν, οι ράχες κόπηκαν και οι αποδεσμευμένες σελίδες προσαρμόστηκαν στις διαστάσεις των σαρωτών. Μετά την ψηφιοποίηση, τα χάρτινα αντίτυπα απορρίφθηκαν, οδηγήθηκαν στην ανακύκλωση ή κατέληξαν στα απορρίμματα. Το βιβλίο έπαυε να υπάρχει ως αντικείμενο και επιβίωνε ως ιδιωτικό εταιρικό αρχείο.
Το αμερικανικό δίκαιο επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, τη «μετασχηματιστική» χρήση έργων που προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα. Το δικαστήριο έκρινε ότι η εκπαίδευση ενός γλωσσικού μοντέλου μπορεί να θεωρηθεί μετασχηματιστική και ότι η αγορά ενός νόμιμου αντιτύπου, η ψηφιοποίησή του και η καταστροφή του πρωτοτύπου δεν συνεπάγονται αναγκαστικά δημιουργία ενός επιπλέον εμπορεύσιμου αντιγράφου. Ενα αντίτυπο αντικαταστάθηκε από ένα άλλο, χωρίς το ψηφιακό αρχείο να πωληθεί ή να διανεμηθεί εκτός εταιρείας.
Η απόφαση έχει λογική συνοχή, αλλά ανοίγει ένα τεράστιο πολιτικό και ηθικό ρήγμα. Αν η διαδικασία είναι νόμιμη και αποδοτική, τίποτα δεν εμποδίζει τις μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου να αγοράσουν ολόκληρες βιβλιοθήκες, να τις τεμαχίσουν και να κρατήσουν το περιεχόμενό τους σε ιδιωτικούς διακομιστές. Δεν υπάρχει κατάλογος «απειλούμενων» βιβλίων ούτε ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας των έντυπων έργων ως πολιτιστικών αντικειμένων. Ενα αντίτυπο που στην αγορά μοιάζει κοινό μπορεί να περιλαμβάνει αφιερώσεις, σημειώσεις, διορθώσεις ή χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης έκδοσης που το καθιστούν μοναδικό.
Το πρόβλημα, ασφαλώς, δεν είναι ότι κάθε αντίτυπο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ιερό κειμήλιο. Βιβλία πολτοποιούνται καθημερινά από εκδότες, βιβλιοπωλεία και αποθήκες. Η διαφορά βρίσκεται στην κλίμακα, στον σκοπό και στην ανισορροπία ισχύος. Εδώ, τα βιβλία δεν καταστρέφονται επειδή δεν έχουν αξία. Καταστρέφονται ακριβώς επειδή η αξία τους είναι τεράστια. Το σώμα τους απορρίπτεται, ενώ η πνευματική τους ουσία αποθηκεύεται για να ενισχύσει ένα προϊόν δισεκατομμυρίων.
Η εταιρεία αποκτά έτσι τη γνώση, χωρίς να χρειάζεται να διατηρήσει σχέση με εκείνους που τη δημιούργησαν. Ο συγγραφέας μετατρέπεται σε αόρατο προμηθευτή πρώτης ύλης. Το έργο του χρησιμοποιείται ώστε ένας αλγόριθμος να γράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια, πειστικότητα και λογοτεχνική δύναμη, αλλά ο ίδιος δεν συμμετέχει στην απόφαση, δεν γνωρίζει απαραίτητα ότι χρησιμοποιήθηκε και δεν αμείβεται αναλογικά για την εμπορική αξιοποίηση.
Ασυνήθιστες παραγγελίες
Οι πωλητές μεταχειρισμένων βιβλίων στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία αναφέρουν μια έκρηξη μαζικών παραγγελιών από άγνωστους αγοραστές και εικάζουν ότι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης αποκτούν τα βιβλία αυτά για τα δεδομένα τους. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Guardian», τα παλαιοβιβλιοπωλεία λαμβάνουν παραγγελίες από αγοραστές στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την ηπειρωτική Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η αύξηση αυτή παρατηρείται σε όλο τον κόσμο, με βιβλιοπωλεία στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Ευρώπη να αναφέρουν επίσης ασυνήθιστες παραγγελίες, οι οποίες δεν ακολουθούσαν το τυπικό μοτίβο της ομαδοποίησης ανά θεματικές ενότητες, όπως ο αθλητισμός ή η αυτοκινητοβιομηχανία.
Για παράδειγμα ένα βιβλιοπωλείο στο Νορθάμπερλαντ, στα σύνορα Αγγλίας – Σκωτίας έλαβε αιτήματα για μια εσθονική μετάφραση του βιβλίου «The Mission Song» του Τζον λε Καρέ, ένα αντίτυπο του «Agnes Grey» της Αννας Μπροντέ από συγκεκριμένη έκδοση και την έκδοση του Οκτωβρίου 1983 του μηνιαίου περιοδικού «Warship». Αντίστοιχα και ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου MW Books στο Κλαρεγκάλγουεϊ της Ιρλανδίας έλαβε σποραδικές, πιθανώς αυτοματοποιημένες παραγγελίες χωρίς θεματική συνάφεια. Οπως βιβλία για γεωργικά εργαλεία στην Αφρική του 18ου αιώνα έως βιογραφίες οδηγών αγωνιστικών αυτοκινήτων της δεκαετίας του 1950. Ορισμένες παραγγελίες προέρχονταν από διαφορετικούς αγοραστές, αλλά παραδίδονταν στην ίδια διεύθυνση – για παράδειγμα, ένα συγκρότημα αποθηκών κοντά στο αεροδρόμιο του Χίθροου.
Comments are closed.