- Advertisement -

Στο φοιτητικό της διαμέρισμα στο Παρίσι, σε ένα παλιό κτίριο με μεγάλα παράθυρα απ’ όπου το γκρίζο φως της πόλης μπαίνει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, η Φένια Παπαδόδημα κράτησε για πρώτη φορά το νγκόνι, τη «μαγική» άρπα από το Μάλι.
Δίπλα της βρισκόταν η «Οδύσσεια» σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη (εκδόσεις Στιγμή). Κάθε ραψωδία με το αρχαίο και τη μετάφραση, κάθε τεύχος σε διαφορετικό χρώμα. Διάβασε τη «Νέκυια» φωναχτά με τη συνοδεία του οργάνου, χωρίς να ξέρει ακόμη να παίζει.
«Σήμερα που τα αληθινά βιβλία, όπως και οι αναγνώστες άλλωστε, είναι ήδη προς εξαφάνιση, νιώθω πολύ τυχερή που έχω διασώσει κάποια από αυτά τα τεύχη», λέει σήμερα με αφορμή την παρουσίασή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Εκείνο που ένιωσε τότε ήταν ότι το κείμενο και ο ήχος συνδέονται με έναν δεσμό «που έχει χαθεί στα βάθη των αιώνων». Το μικρό όργανο, φτιαγμένο από μια κολοκύθα, ταίριαζε στην ομηρική αφήγηση «μ’ έναν τρόπο ανεξήγητο».
Η ίδια έχει σπουδάσει κλασική άρπα και την αγαπά, αλλά αναγνωρίζει ότι δεν θα ταίριαζε στην «Οδύσσεια» όπως ταιριάζει το «φτωχό» νγκόνι. Ισως, σκέφτεται, επειδή «το ποτάμι των προγόνων “μιλάει”, όπως θα έλεγαν οι γκριό, με τους δικούς του όρους». Αξίζει όμως να τονιστεί πως η ίδια ανακάλυψε τα δώρα των ξεχωριστών αυτών Αφρικανών.
Η Φένια Παπαδόδημα σπούδασε στο Conservatoire National Supérieur d’ Art Dramatique και για πολλά χρόνια δούλεψε μέσα σε ένα θέατρο που το χαρακτηρίζει δυτικό και κοσμικό, ακόμη και στην επαναστατική του μορφή, με εξαίρεση τον Αρτό. Μεγάλωσε στη λαϊκή συνοικία του Ζωγράφου και έκανε διακοπές κοντά στην Επίδαυρο, όπου από μικρή έβλεπε τα καλοκαίρια όλες τις τραγωδίες. Είχε, όπως λέει, ανάγκη από «ένα θέατρο που να συνδέει τον άνθρωπο με το μετά, να εμπεριέχει το ανθρώπινο, το άμεσο, το κωμικό αλλά και το μεταφυσικό στοιχείο».
Στο θέατρο Bouffes du Nord του Πίτερ Μπρουκ γνώρισε τους γκριό, τους σύγχρονους αοιδούς – ραψωδούς του Μάλι. Εχουν τον ίδιο λειτουργικό ρόλο στην κοινωνία τους. Συνδέουν τους ζωντανούς με τους προγόνους μέσα από την αφήγηση των ζωών όσων έφυγαν. Ετσι δημιουργούν «ένα σύστημα ιερών αξιών μέσα από την προφορική παράδοση, κάτι που στον σύγχρονο κόσμο έχει ολοκληρωτικά χαθεί, χωρίς όμως να έχει τελικά ξεπεραστεί».
«Ενα μυστήριο»
Εχει παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές της «Νέκυιας» στο Θέατρο Τέχνης, στο Φεστιβάλ Αθηνών και στο Μέγαρο Μουσικής. Η επιστροφή της εξηγείται εύκολα: «Η “Νέκυια” είναι ένα είδος λειτουργίας. Είναι από μόνη της ένα μυστήριο». Αυτό ανακάλυψε στα χρόνια κατά τα οποία επανέρχεται στο κείμενο.
Οπως λέει, έχει τη δύναμη να προκαλέσει εσωτερικές μεταμορφώσεις τόσο σε όσους συμμετέχουν όσο και σε όσους παρακολουθούν. Η ραψωδία έχει και κωμικές ή κωμικοτραγικές στιγμές, και στις πρόβες αυτής της εκδοχής η ομάδα θέλησε να σταθεί σε αυτές, εξηγεί η σκηνοθέτρια, τραγουδίστρια και συνθέτρια. Ανακάλυψε τον τρόπο να βγαίνει κάποιες στιγμές εκτός «ρόλου» και να τονίζει μια πτυχή του κρυφού χιούμορ του κειμένου, που είναι, όπως λέει, «λεπτό και μαύρο συχνά». Κατέληξε όμως ότι δεν χρειάζεται να επιμείνει: το κωμικό «περνάει τόσο ανάλαφρα και συμπληρώνει το πένθος μ’ έναν τρόπο φυσικό».
Η εικόνα που δίνει για τη «Νέκυια» είναι αυτή ενός ταξιδιού που σε παρασύρει: «Η “Νέκυια” είναι ένα καράβι που σε πηγαίνει. Δεν το πηγαίνεις εσύ. Οπως ακριβώς το μελανό καράβι του Οδυσσέα, παραδομένο στην πνοή του βοριά, χωρίς κυβερνήτη, προς τη χώρα των νεκρών».
Ίσως αυτή η παράδοση σε μια διαδρομή πέρα από τα όρια του γνώριμου να χαρακτηρίζει και τη δική της καλλιτεχνική πορεία. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος την είχε χαρακτηρίσει «φαινόμενο», καθώς γράφει μουσική, παίζει, τραγουδά, χορογραφεί και σκηνοθετεί. Η ίδια λέει πως από μικρό παιδί έφερε μέσα της όλες αυτές τις ιδιότητες, θεωρώντας τες απολύτως φυσιολογικές. Χρειάστηκε, ωστόσο, να περάσουν πολλά χρόνια για να αναγνωρίσει σε αυτές την κατεύθυνση που αναζητούσε: το μουσικό θέατρο, έναν χώρο όπου όλες οι εκφραστικές της δυνατότητες μπορούν να υπηρετήσουν έναν σκοπό πέρα από την προσωπική προβολή.
Comments are closed.