- Advertisement -

Γιατί εξακολουθούν να μας απασχολούν οι αφηγήσεις για τους δωσίλογους; Τρία πολύ αξιόλογα βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα και έχουν αγαπηθεί από το κοινό φιγουράροντας στις λίστες των ευπώλητων συγκροτούν ένα αξιοπρόσεκτο εκδοτικό φαινόμενο. Το βαθύ αίσθημα αδικίας που κουβαλά ως διαγενεακό τραύμα η ελληνική κοινωνία για την ατιμωρησία των συνεργατών των Γερμανών συντηρεί ζωντανή τη μνήμη του δωσιλογισμού.
Τον δρόμο άνοιξε πριν από τρία χρόνια ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης. Στη μελέτη του «Οι δωσίλογοι» (εκδ. Αλεξάνδρεια) έδειξε με εμπεριστατωμένη έρευνα σε δικαστικά πρακτικά και άλλες αρχειακές πηγές γιατί η συνεργασία με τον κατακτητή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς την ενεργή συμμετοχή του κρατικού μηχανισμού.
Το εύρος, η πολυμορφία και ο ζήλος της συνεργασίας, από πολιτικό προσωπικό, οικονομικούς παράγοντες και στρατιωτικούς μέχρι τη Βασιλική Χωροφυλακή, τους «Μπουραντάδες», την Ειδική Ασφάλεια και τα Τάγματα Ασφαλείας, είναι αποκαλυπτικά. Μέχρι τα μέσα του 1943 περισσότεροι είχαν ενταχθεί στα δίκτυα του δωσιλογισμού παρά στο αντιστασιακό κίνημα. Η ιστορική μελέτη μετατρέπεται έτσι σε πεδίο ηθικής λογοδοσίας.
Ακολούθησε το μυθιστόρημα της Ελισάβετ Χρονοπούλου «Επί σκοπώ πλουτισμού» (εκδ. Πόλις). Με περίτεχνο και πολυεπίπεδο τρόπο η μυθοπλαστική αφήγηση θέτει στο επίκεντρο τη μεταμνήμη και την άγνοια των νεότερων για το οικογενειακό κατοχικό παρελθόν.
Η συγγραφέας με το τέχνασμα του αρχείου και αξιοποιώντας αυθεντικές μαρτυρίες σκαλίζει κληρονομικές πληγές και ανασύρει την ηθική εξαχρείωση και την κυριαρχία των χαμηλότερων ενστίκτων με τις πρωτοφανείς ευκαιρίες γρήγορου πλουτισμού που παρείχε η συνεργασία με τους Ναζί. Τέλος, στο μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα «Δωσίλογοι και ονειροπόλοι» (εκδ. Αλεξάνδρεια) του συνταγματολόγου Ξενοφώντα Κοντιάδη η αληθινή ζωή υπερβαίνει τη φαντασία.
Ο συγγραφέας πραγματεύεται πολυφωνικά και αντιστικτικά τη ζωή του γερμανόφιλου κατοχικού πρωθυπουργού και καθηγητή Γυναικολογίας Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου και του συναδέλφου του καθηγητή Χειρουργικής Πέτρου Κόκκαλη που λόγω των κατοχικών βιωμάτων εντάχτηκε στο ΕΑΜ, διετέλεσε υπουργός στην Κυβέρνηση του Βουνού και πέθανε στην πολιτική προσφυγιά. Ο Κοντιάδης εξετάζει τα κίνητρα πίσω από τις ανθρώπινες πράξεις και τα διλήμματα μεταξύ συμμόρφωσης και ανυπακοής που καθορίζουν τις επιλογές ζωής.
Σε λίγες μέρες «Οι δωσίλογοι» του Χαραλαμπίδη μεταφέρονται για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι. Το έργο που σκηνοθετούν οι Δέσποινα Αναστάσογλου και Δημήτρης Αγαρτζίδης, μια διερεύνηση των δυνατοτήτων για ένα πολιτικό θέατρο βασισμένο σε αρχειακό υλικό, ανεβαίνει στο θέατρο Χώρα.
Ηδη οι πρώτες παραστάσεις είναι sold out. Μια εκδοτική επιτυχία με πολλά παρακλάδια αποκτά διαστάσεις πολιτισμικού φαινομένου. Δεν πρόκειται όμως για μόδα που προσφέρει ιστορική αυτογνωσία σε ελκυστική συσκευασία. Βαθύτεροι κοινωνικοί, πολιτικοί και ψυχολογικοί όροι εξηγούν το φαινόμενο.
Και πρώτα απ’ όλα η διάχυση ενός αισθήματος αναδρομικής ιστορικής και ηθικής δικαιοσύνης που ενεργοποιείται από την αίσθηση ότι οι εμπλεκόμενοι σε σύγχρονες σκοτεινές υποθέσεις απολαμβάνουν ασυλία. Οι πολιτικοί, οικονομικοί και ένοπλοι συνεργάτες των Γερμανών όχι απλώς δεν τιμωρήθηκαν μεταπολεμικά, αλλά ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό, έχτισαν πολιτικές και επιχειρηματικές σταδιοδρομίες, άφησαν επιγόνους. Η πολιτισμική μνήμη επιστρατεύεται ως ψυχολογικό καταφύγιο εκεί που η θεσμική δικαιοσύνη έχει αποτύχει.
Πέρα όμως από την αναμφισβήτητη αξία των έργων υπάρχει ένα λεπτό όριο. Η μνήμη απελευθερώνει, αλλά καμιά φορά καθηλώνει και μας καθιστά αιχμάλωτους των φαντασμάτων μας. Το νέο δυσκολεύεται να γεννηθεί όταν η «ιστοριομανία» προσφέρει την ασφάλεια δικαιωτικών αφηγήσεων και ηθικών κρίσεων για όσα έχουν συμβεί στο παρελθόν.
Μιλώντας για την «αριστερή μελαγχολία», ο Μπένγιαμιν περιέγραφε τα συμπτώματα αυτοπαγίδευσης της πολιτικής σκέψης στο παρελθόν. Η μνήμη ως εργαλείο αποκαταστατικής δικαιοσύνης (restorative Justice) είναι απαραίτητη για να θεραπευτεί το συλλογικό τραύμα.
Αλλά η πραγματική αποκατάσταση της ηθικής τάξης θα έρθει όταν πάψουν να μας κατατρύχουν οι αφηγήσεις της δεκαετίας του ’40 και απεγκλωβιστούμε από τα σχήματα του Εμφυλίου. Για να συμβεί όμως αυτό και να περάσουμε όχι στην αμνησία αλλά στην κατά Νίτσε «δημιουργική λήθη», ο δωσιλογισμός πρέπει να πάρει την απάντηση που του αναλογεί από την εφαρμοσμένη πολιτική. Και εκεί θέλουμε ακόμη δουλειά.
Ο Κώστας Καραβίδας είναι μέλος ΕΔΙΠ στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Comments are closed.